Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

Η στάση απέναντι στο θάνατο από τον ΟΜΗΡΟ τον ΚΑΛΛΙΝΟ και τον ΑΡΧΙΛΟΧΟ


Με το παρόν θα εξετάσουμε κάποια αποσπάσματα από το Ζ της Ιλιάδας (στίχοι 381/502), αποσπάσματα από το λ της Οδύσσειας (στίχοι 465/491 και 541/567), καθώς και δύο ποιήματα, των Καλλίνου και Αρχιλόχου. Σκοπός μας είναι να διερευνήσουμε την στάση των παραπάνω ποιητών απέναντι στον θάνατο, όπως καταγράφεται στα εν λόγω ποιήματα. Για να μπορέσει, όμως, να γίνει κατανοητός ο τρόπος με τον οποίο τον αντιμετωπίζουν οι ποητές, θα πρέπει, παράλληλα, να συνεκτιμήσουμε το ευρύτερο ιδεολογικοπολιτικό και κοινωνικό γίγνεσθαι που επικρατούσε την εποχή που έζησε ο καθένας τους, το οποίο σαφέστατα επηρέασε τις αντιλήψεις τους. Τέλος, θα επιχειρήσουμε τον εντοπισμό των βασικών σημείων στα οποία συμφωνούν ή διαφοροποιούνται οι απόψεις που εκφράζονται στα αποσπάσματα του Ομήρου, από εκείνες που χαρακτηρίζουν τα ποιήματα των άλλων δύο, σε συνάρτηση με τις σημαντικές οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές που λαμβάνουν χώρα στον ελληνισμό κατά τον 7ο π.Χ αιώνα και επηρεάζουν την λυρική ποίηση.
1η Ενότητα

Ι. ΙΛΙΑΔΑ, ΡΑΨΩΔΙΑ Ζ, ΣΤΙΧΟΙ 381/502

Η Ιλιάδα είναι το κατ’ εξοχήν έπος όπου προβάλλονται οι αρετές και οι αξίες της αριστοκρατίας. Το συγκεκριμένο απόσπασμα της ραψωδίας Ζ αποτελεί μία από τις πλέον δημοφιλείς σκηνές του έπους. Είναι η περίφημη Έκτορος και Ανδρομάχης ομιλία1. Στην παρουσίαση του κειμένου, ο Όμηρος προκαταλαμβάνει τον αναγνώστη για κάτι το δυσάρεστο. Η προετοιμασία της συνάντησης λαμβάνει χώρα σε ένα ζοφερό σκηνικό. Όλοι είναι ανήσυχοι, το ίδιο και ο Έκτορας. Όλα αυτά παρουσιάζονται παραστατικά στους στίχους 381/393. Στην συνέχεια ο ήρωας συναντά την αγαπημένη του σύζυγο και τον μικρό του γιο στις Σκαιές πύλες. Εκεί ακριβώς από τον στίχο 407 ξεκινά η στιχομυθία του ζευγαριού με προφανή σκοπό να πείσει ο ένας τον άλλον. Πρώτη ξεκινά η σύζυγος, η Ανδρομάχη, η οποία θα επιδιώξει να ασκήσει την ανασταλτική της δύναμη πάνω στον Έκτορα για να μην πράξει το χρέος του όπως το νοιώθει εκείνος. Το κλίμα είναι φορτισμένο συναισθηματικά. Η Ανδρομάχη διηγείται τον αφανισμό της οικογενείας της και το σκλάβωμα της μητέρας της από τον Αχιλλέα (στ.413/428), υπενθυμίζοντας έτσι την φοβερή του δύναμη. Είναι μία προσπάθεια εκλογίκευσης του συζύγου της εκ μέρους της. Συνεπεία τούτου η ίδια δεν έχει κανέναν στον κόσμο, εκτός από εκείνον που είναι τα πάντα για εκείνη. Αποτελεί τον πατέρα, την μάνα, τον αδερφό, αλλά και τον ποθητό της σύντροφο στο κρεββάτι (στ.429/430). Ελπίζει έτσι να του αγγίξει τις ευαίσθητες χορδές με την κατάθεση ψυχής που κάνει. Βασικά τα επιχειρήματά της εστιάζονται σε ένα κρίσιμο δίλημμα που του θέτει, δίνοντας προτεραιότητα στις συνέπειες του θανάτου του στην οικογένεια και στην πόλη του. Ο χαμός του θα επιφέρει την καταστροφή της Τροίας, καθώς και τον θάνατο ή την σκλαβιά των δικών του. Για τον λόγο αυτό τον προτρέπει να σταθεί στις επάλξεις του κάστρου και να πολεμήσει από εκεί τον εχθρό και όχι να χαθεί άδικα.

Ο Έκτορας από την άλλη συναισθάνεται τις οδυνηρές συνέπειες του θανάτου του, αλλά η θέση του δεν του επιτρέπει να παραβεί των κώδικα της ηρωϊκής συμπεριφοράς που καθορίζεται ως άγραφος κανόνας για τους ανδρείους. Η επιλογή του να δώσει μία μάχη εκ προοιμίου χαμένη υπαγορεύεται από την παραπάνω λογική, σύμφωνα με την οποία η αποφυγή του πολέμου θεωρείται καταδικαστέα. Αντιθέτως, η πολεμική ανδρεία και το κλέος επιβραβεύονται με την αθάνατη φήμη που θα ακολουθεί τον ήρωα, τόσο όσο βρίσκεται εν ζωή, όσο και μετά τον θάνατό του. Οποιαδήποτε άλλη στάση εκ μέρους του θα επιφέρει την λοιδωρία των συμπολιτών του και την κοινωνική κατακραυγή. Πρόκειται επομένως για μία οριακή κατάσταση, όπου το κυρίαρχο ιδεολόγημα τού υπαγορεύει την χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα θυσία του. Με αυτό οδηγό, ο ήρωας προσπαθεί να ερμηνεύσει τα παραπάνω (στ.440/446). Ωστόσο, βλέπει και ο ίδιος ξεκάθαρα ότι δεν υπάρχει περίπτωση να γλιτώσει η Τροία την καταστροφή. Εκείνο που τον λυπεί, όμως, ιδιαίτερα είναι η τύχη της γυναικός του. Ένας ακόμα λόγος να τον κάνει να αναζητά τον θάνατο, προκειμένου να μην ζήσει τούτον τον εφιάλτη (στ.450/465).

Στην συνέχεια με λόγους παραμυθίας επιχειρεί να αποφορτίσει την ατμόσφαιρα. Σηκώνει στα χέρια του τον Αστυάνακτα τον μονάκριβο γιο του και εύχεται να φθάσει και ει δυνατόν να ξεπεράσει στην γενναιότητα και στο κλέος τον ίδιο τον πατέρα του. Άλλη μία απόδειξη της επικρατούσης άποψης για τον ρόλο του ανδρός, και μάλιστα του αριστοκράτη, σε αυτές τις κοινωνίες (στ.466/484). Επιπλέον, δίνει και άλλη μία πτυχή για τις απόψεις της εποχής του περί θανάτου. Το ότι κανείς δεν πρόκειται να πεθάνει πριν την ώρα του και πως η μοίρα καθορίζει το πότε. Άλλωστε, ουδείς ξεφεύγει του ριζικού του. Όλοι στον Άδη καταλήγουν, δειλοί και ανδρείοι (στ.487/489). Τέλος, διώχνει την Ανδρομάχη, υπενθυμίζοντας της το χρέος της ως γυναίκα και σύζυγος. Η τελευταία πινελιά του δράματος ξετυλίσσεται στο σπίτι τους, όπου τόσο η ίδια όσο και οι θεραπαινίδες της προσδοκώντας το βέβαιο του θανάτου του, τον μοιρολογούσαν ζωντανό, ούσες σίγουρες για τον χαμό του.

ΙΙ. ΟΔΥΣΣΕΙΑ, ΡΑΨΩΔΙΑ λ, ΣΤΙΧΟΙ 465/491 ΚΑΙ 541/567

Στο έτερο ομηρικό έπος, την Οδύσσεια, πληροφορούμαστε την κατάληξη των πραγμάτων. Στην Νέκυϊα2 συγκεκριμένα, όπως τιτλοφορείται η ραψωδία λ, το σκηνικό αλλάζει. Μεταφερόμαστε σε ένα αυτούσιο σκηνικό θανάτου, όπου ο Άδης είναι η φυσική κατάληξη όλων ανεξαιρέτως των τεθνεώτων. Στο υπό εξέταση απόσπασμα παρατηρούμε ένα σφόδρα αντιηρωϊκό πλαίσιο. Στον κάτω κόσμο συνωστίζονται οι ψυχές τόσο των κοινών θνητών, όσο και των ηρώων. Ο χρόνος εδώ τελεί υπό άλλη διάσταση. Ο Οδυσσέας βρίσκεται ανάμεσα στο πλήθος των νεκρών. Εκεί, μεταξύ άλλων, συναντά τον θρυλικό Αχιλλέα. Ο δεύτερος εξεπλάγη που συνάντησε τον υιό του Λαέρτη σε τούτο τον τόπο των σκιών. Η στιχομυθία που ακολουθεί είναι δεικτική των αντιλήψεων του νεκρού ήρωα. Τα πρώτα λόγια του δίνουν ένα πρώτο στίγμα των όσων θα εκστομίσει αργότερα (στ.470/476). Ο Οδυσσέας, αφού τον αναγνώρισε ξεκίνησε αμέσως να πλέκει το εγκώμιο του Μυρμιδόνα βασιλέα και των κατορθωμάτων του. Η κυριαρχία του ηρωϊκού ιδεώδους επανέρχεται προς στιγμήν στο προσκήνιο μέσα από τα λεγόμενα του (στ.477/486). 

Ο Αχιλλέας, όμως, ως νεκρός πλέον, έχει σχηματίσει μία τελείως διαφορετική θεώρηση περί ζωής και θανάτου. Η έκπληξη που δοκιμάζει ο Λαερτίδης είναι μεγάλη. Ο Αιακίδης, όπως τον αποκάλεσε, με την απόκρισή του αποποιείται τον τιμημένο και ηρωϊκόύ θάνατο. Στους στίχους 488/491 απομυθοποιεί το κλασικό μοτίβο του ήρωα, του κλέους και της δόξης που τον συνοδεύει. Η ζωή είναι γλυκιά και επιθυμητή, ακόμη και για τον πιο ταπεινό. Δηλώνει, μάλιστα, με έμφαση στον συνομιλητή του ό,τι, θα προτιμούσε να δούλευε ως απλός εργάτης σε έναν άκληρο στον πάνω κόσμο, παρά να είναι βασιλιάς στον κόσμο των νεκρών. Βλέπουμε καθαρά την πλήρη ανατροπή των μέχρι τότε διαδεδομένων πεποιθήσεων. Ενώ με τον θάνατό του ο Αχιλλέας υπηρετεί τον ηρωϊσμό και το κλέος, με την εμφάνισή του αυτή στην Νέκυια σηματοδοτεί την υποχώρηση του ηρωϊκού ιδεώδους και προεξαγγέλει την εμφάνιση ποιημάτων με θέματα που στρέφονται γύρω από την χαρά της ζωής. Αυτόν τον ρόλο, εξάλλου αναλαμβάνει η συμποτική λυρική ποίηση.

Από την άλλη πλευρά αναδεικνύεται η αριστοκρατική ιδεολογία, όπου ταυτίζεται με το πρόσωπο του τρομερού Αίαντα, δεύτερου τη τάξει στην ανδρεία των Αχαιών, μετά τον Αχιλλέα. Στην συνάντηση του Αίαντα με τον Οδυσσέα, βλέπουμε την υποβολή εκ νέου της ιδέας του ηρωϊκού θανάτου. Η θέα του πρώτου με την σιωπηλή και χολωμένη εκφραστικότητα που αναπαριστώνται ανάγλυφα στο πρόσωπό του, δηλώνει απερίφραστα ότι δεν έχει αλλάξει στα πιστεύω του. Η ακραία ομολογουμένως επιλογή του, επίτασσε την αυτοκτονία από την ατίμωση της δόξας που ενέχει η επιδίκαση των όπλων του Αχιλλέα στον Οδυσσέα και όχι σε εκείνον που κατά κοινή ομολογία το δικαιούνταν. Για τον λόγο αυτό ο Οδυσσέας προτίμησε να προσπεράσει, παρά τις όποιες ενοχές που ένοιωθε (στ.541/567).

ΙΙΙ. ΚΑΛΛΙΝΟΣ «ΣΤΑ ΟΠΛΑ, ΣΤΑ ΟΠΛΑ»

Με την ελεγεία του Καλλίνου «Στα όπλα, στα όπλα» επανέρχεται στο προσκήνιο η ιδεολογία του ηρωϊσμού και συνδέεται με τον πατριωτισμό. Παραπέμπει ευθέως στον ωραίο θάνατο των ομηρικών ηρώων και της υστεροφημίας που εξασφαλίζεται με αυτόν. Διαπιστώνουμε συνεπώς, τη συνέχεια της ομηρικής παράδοσης στην εποχή της Λυρικής ποίησης. Η συνέχεια αυτή διακρίνεται ολοφάνερα στους στίχους του ποιήματός του, όπου πιστοποιείται έμπρακτα η επιρροή του έπους στην ελεγεία. 

Με αφορμή, λοιπόν, την εισβολή των Κιμμερίων βαρβάρων, οι οποίοι αποτέλεσαν μία σοβαρή απειλή για τον ελληνισμό της Μικράς Ασίας τον 7ο αιώνα, προσπαθεί να αφυπνίσει τους νέους. Ο λόγος του παρουσιάζει δύο βασικά στοιχεία. Την πρόσκληση στη μάχη και την απαραίτητη πειθώ που επιστρατεύει προς επίρρωση αυτού του σκοπού. Ο ποιητής καλεί τους νέους, οι οποίοι παρουσιάζονται αδιάφοροι, να ξεσηκωθούν και να πολεμήσουν. Επιχειρεί να τους απαλλάξει από τον φόβο του θανάτου, ώστε να ριχτούν στον υπέρ πάντων αγώνα με αυταπάρνηση υπερασπιζόμενοι την πόλη τους. 

Για να στηρίξει αυτή την πρόσκληση ο Καλλίνος, υπεισέρχεται στην αναγκαία πειθώ με συγκεκριμένα επιχειρήματα. Αυτά συνίστανται στο κλέος του γενναίου πολεμιστή, την ανάγκη προστασίας των αμάχων, καθώς και στο αναπόφευκτο του θανάτου, η στιγμή του οποίου είναι αυστηρά καθορισμένη από την μοίρα (στ.1-13). Το ποίημα ανήκει στο είδος της προτρεπτικής ελεγείας που εκφράζει την ιδεολογία της αρχαϊκής πόλης του 7ου αιώνος, της οποίας η διατήρηση εξαρτάται από την πολεμική αρετή των οπλιτών που απαρτίζουν την οπλιτική φάλαγγα.

IV. ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ «Ο ΡΙΨΑΣΠΙΣ»

Ο Αρχίλοχος, τώρα, σύγχρονος του Καλλίνου, στο δικό του ποίημα εκφράζει μία εντελώς διαφορετική θεώρηση για την ζωή και τον θάνατο, που συμφωνεί με τις νέες τάσεις και απόψεις που επικρατούν αυτή τη χρονική περίοδο στον ελληνικό κόσμο. Σε αυτό το τετράστιχο αποτυπώνεται ανάγλυφα η ρήξη με το ηρωϊκό παρελθόν. Η μέχρι τότε κυρίαρχη ιδεολογία, όπως εκφράστηκε στα Ομηρικά έπη, δίνει την θέση της σε μία νέα προοπτική η οποία προκρίνει την αγάπη για την ζωή και τις χαρές της. Ο άλλοτε τιμημένος θάνατος στο πεδίο της μάχης δεν χαίρει καμμίας εκτίμησης από τον ποιητή. 

Άλλωστε, αυτή του η στάση περιγράφεται πολύ παραστατικά στους στίχους του με την απογύμνωση της υψηλής συμβολικής αξίας του κατεξοχήν πολεμικού συμβόλου στην ελληνική αρχαιότητα, της ασπίδας. Σε απόλυτη αντιστοιχία με τις παραπάνω διαπιστώσεις, έρχεται η αντιμετώπιση του θανάτου από τον Αρχίλοχο ως συμφορά. Κατά συνέπεια, παρατηρούμε μια έντονη διάσταση του ιδίου με το βασικό ιδεολόγημα που επικρατεί στην προτρεπτική ελεγεία. Το άτομο και το ένστικτο της αυτοσυντήρησης καταλαμβάνουν την ύψιστη θέση στην ιεραρχία που θέτει ο ποιητής. Σε αντιδιαστολή βρίσκονται οι ανάγκες της κοινωνίας και οι προτεραιότητες που θέτει το οργανωμένο ανθρώπινο σύνολο.

2η Ενότητα

ΣΗΜΕΙΑ ΣΥΓΚΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΦΟΡΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΩΝ ΑΠΟΨΕΩΝ ΤΟΥ ΟΜΗΡΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΚΑΛΛΙΝΟΥ ΚΑΙ ΑΡΧΙΛΟΧΟΥ

Όπως γίνεται διακριτό, η εποχή συγγραφής των Ομηρικών επών, γύρω στον 9ο αιώνα π.Χ εκφράζει τα ιδεώδη ενός αριστοκρατικού ηρωϊκού κόσμου. Ιδιαίτερα η Ιλιάδα βρίθει τέτοιων αναφορών. Στους στίχους του αποσπάσματος από την ραψωδία Ζ ο Όμηρος μας δίνει μια ζωντανή περιγραφή της επικρατούσης άποψης που διέπει την εποχή του. Η ίδια καθρεφτίζεται στο πρόσωπο του Έκτορα, ο οποίος θα πρέπει να δώσει, όπως και τελικά δίνει το παράδειγμα της αυτοθυσίας. Δεν φείδεται της ζωής του, προκειμένου να υπηρετήσει τον ιερό σκοπό για τον οποίο έχει ορκιστεί να θυσιαστεί αν παραστεί ανάγκη. 

Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται ο Καλλίνος, αν και τοποθετείται χρονολογικά στον 7ο αιώνα π.Χ. Εμφορείται από τα ίδια ιδανικά, παρότι μεταγενέστερος. Η προτροπή του στους νέους έχει σκοπό να αφυπνίσει τα πατριωτικά τους αντανακλαστικά. Ο λόγος του φλογερός αναδύει ένα έντονο πατριωτικό συναίσθημα. Ο τρόπος που εκφράζεται παραπέμπει ευθέως στην ομηρική κοσμοαντίληψη: «Εις οιωνός άριστος, αμύνεσθαι περί πάτρης»3. Ακόμη και η αναφορά του στο αναπόφευκτο του θανάτου, όταν κοπεί το νήμα της ζωής από τις μοίρες μας φέρνει στον νου την αντίστοιχη αναφορά του Έκτορα στο Ζ της Ιλιάδας. Εκεί όπου σύμφωνα με τις αντιλήψεις του ήρωα, οι οποίες όπως προαναφέραμε αντικατοπτρίζουν αυτές του συνόλου, κανείς και ποτέ, είτε δειλός είτε ανδρείος, δεν μπόρεσε να ξεφύγει από το ριζικό του.

Σε αντίθεση με τις παραπάνω αντιλήψεις, παρατηρούμε μία εντυπωσιακή αλλαγή πλεύσης του ίδιου του Ομήρου στην ραψωδία λ της Οδύσσειας του. Αυτή εντοπίζεται στην απόκριση του βασικού πρωταγωνιστή της Ιλιάδας, του Αχιλλέα, στον Οδυσσέα. Εδώ λαμβάνει χώρα η απομυθοποίηση του δοξασμένου θανάτου, ενώ ταυτόχρονα προτιμάται ανενδοίαστα το αγαθό της ζωής. Έστω και στην πιο ταπεινή της μορφή. Σε αυτό το σημείο να τονίσουμε ότι ως ένα βαθμό, για το τι θα επακολουθήσει στην Οδύσσεια, μας προϊδεάζουν τα λεγόμενα του Έκτορα στο Ζ (στ.488-489). Ο Άδης υποδέχεται όλους τους νεκρούς, χωρίς διαχωρισμούς σε γενναίους και ριψάσπιδες. 

Έχοντας κατά νου το παραπάνω ο Αρχίλοχος που έζησε και αυτός τον 7ο αιώνα, δεν δείχνει να προτιμά τον θάνατο στην μάχη, τουναντίον τον αφορίζει και κλείνει πονηρά το μάτι στα θέλγητρα της ζωής. Θέλει να γευτεί κάθε πτυχή της και προτιμά να παραμείνει ζωντανός για να πραγματοποιήσει τα όνειρά του. Όσο για την ασπίδα η γνώμη του είναι πως θα βρει άλλη. Ας την έχει να την χαίρεται ο βάρβαρος που την πήρε. 

Συμπεράσματα

Η συγκεκριμένη, λοιπόν, τοποθέτηση απηχεί τα νέα τεκταινόμενα που διαδραματίζονται στον ελληνικό κόσμο από τα μέσα του 7ου. Οι αλλαγές είναι πολλές και μεγάλες. Υπάρχει ρήξη και μάλιστα κάθετη με το παρελθόν. Άλλοτε διαπιστώνεται κάποια συνέχεια, όπως στην περίπτωση του Καλλίνου με τις προτροπές του στις ελεγείες του και άλλοτε μία νέα αρχή, όπως οι ιδέες του Αρχιλόχου. Η παλαιά εποχή των ηρωϊκών κατορθωμάτων έχει περάσει. Ο κόσμος άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι δεν τον εκφράζει πλέον το ηθικό δίδαγμα του έπους. Νοιώθει απόμακρος και ξεκομμένος από μια μακρινή εποχή που μιλά για τα επιτεύγματα και τους πολέμους των Θεών και των επιφανών ανθρώπων της. Ο ηρωϊσμός εθεωρείτο προνόμιο των λίγων, των εκλεκτών αρχόντων και των βασιλιάδων. Η ατομικότητα των υπολοίπων χάνονταν μπροστά στην υπερπροβολή των ολίγων. Αυτά, όμως, ήταν τα πρότυπα της Μυκηναϊκής εποχής και των σκοτεινών αιώνων που επακολούθησαν. Στις μέρες του β’ αποικισμού τον 7ο νέα σύνορα ανοίγονταν στους Έλληνες. Η ναυτιλία, το εμπόριο και η βιοτεχνία έδωσαν την δυνατότητα σε πολλούς να πλουτίσουν, δίχως να είναι κατ΄ανάγκην απόγονοι αριστοκρατών. Έχουμε την δημιουργία νέων εύρωστων τάξεων. Οι ίδιοι απαιτούσαν καλύτερους όρους και συνθήκες διαβίωσης. Σύντομα θα αρχίσουν οι κοινωνικοί αγώνες των νέων αυτών τάξεων για τον περιορισμό σε πρώτη φάση των αυθαιρεσιών της άρχουσας αριστοκρατικής τάξης. Ενώ, σε δεύτερο στάδιο θα επιδιώξουν την ενεργότερη συμμετοχή τους στα κοινά και θα απαιτήσουν μερίδιο στην εξουσία. Την εποχή αυτή ο άνθρωπος ξεχωρίζει από τη συλλογικότητα και αρχίζει να αναπτύσσει την δική του προσωπικότητα και να εξωτερικεύει αυτό που αισθάνεται. Επομένως, ήταν φυσικό να εκφραστούν όλες οι προαναφερθείσες κοσμογονικές αλλαγές κάποια στιγμή από τις τέχνες. Έτσι έκανε την εμφάνισή της η Λυρική ποίηση που μετουσίωσε όλα τα παραπάνω, εκκινώντας από εντελώς διαφορετική βάση από εκείνη της επικής.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Γ.Αναστασίου, Γράμματα Ι: Αρχαία Ελληνική και Βυζαντινή Φιλολογία, Εκδόσεις ΕΑΠ, Πάτρα, 2001, Τόμος Α΄
  2. Κώστας Δούκας, Ομήρου Ιλιάς, Εκδόσεις ΙΔΕΟΘΕΑΤΡΟΝ, Αθήνα, 2000
1 Γ.Αναστασίου, Γράμματα Ι: Αρχαία Ελληνική και Βυζαντινή Φιλολογία, Εκδόσεις ΕΑΠ, Πάτρα, 2001, Τόμος Α΄, Κεφ.2, Σελ.64
2 Αναστασίου, ό.π: 82
3 Κώστας Δούκας, Ομήρου Ιλιάς, Εκδόσεις ΙΔΕΟΘΕΑΤΡΟΝ, Αθήνα, 2000, Ραψ. Μ, Σελ. 243

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου