Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2011

Κριτική της Δημοκρατίας από τους θεωρητικούς στοχαστές της αρχαιότητος


Σε αυτό το άρθρο θα αναφερθώ στις απόψεις ορισμένων διανοητών της αρχαιότητος σχετικά με τη Δημοκρατία. Από τα γραπτά των δεν παρουσιάζονται ιδιαιτέρως φιλικοί προς τη συγκεκριμένη πολιτειακή μορφή διακυβερνήσεως. Πράγματι, καίτοι οι Αρχαίοι Αθηναίοι ήσαν -κατά κανόνα- οι πλέον μορφωμένοι πολίτες, οι αποφάσεις των απέβησαν καταστροφικές, τόσο για την πόλη των Αθηνών, όσο και για την τύχη του θεσμού των πόλεων-κρατών. Μετά το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου το πολιτικό σχήμα της πόλης-κράτους παρακμάζει και έρχεται στην επιφάνεια το κρατικό μόρφωμα της εκτεταμένης επικρατείας, εντός της οποίας υπάρχουν πολλές πόλεις.

Η ουσία, όμως, ευρίσκεται στο γεγονός ότι τελικά η Δημοκρατία είναι το καλλίτερο πολίτευμα στη θεωρία. Στην πράξη, το πλήθος, όσο καλλιεργημένο και να είναι, αδυνατεί να διαχειριστεί ορθά τα κοινά του. Στις ασκήσεις επί χάρτου, λοιπόν, παρουσιάζονται όλα καλά, αλλά στη σκληρή πραγματικότητα το εγχείρημα χωλαίνει, και μάλιστα κατά πολύ. Θα επαναλάβω, για άλλη μία φορά ότι ειδικά σε εμάς τους Έλληνες δεν ταιριάζει το δημοκρατικό πολίτευμα. Ο Έλλην, για να κυβερνηθεί και να λειτουργήσει ως οργανικό κομμάτι εντός ενός κρατικού σχηματισμού, χρειάζεται να ελέγχεται από ένα ισχυρά δομημένο και συγκεντρωτικό κρατικό μηχανισμό. Το λεπτό σημείο, όμως, είναι ότι αυτός κρατικός οργανισμός δεν θα πνίγει την ιδιωτική πρωτοβουλία` Τουναντίον θα την ενθαρρύνει. Απλώς, θα φροντίζει να μην αποκτά τα στοιχεία εκείνα που θα την καταστήσουν σε πρώτο βαθμό ανεξάρτητη, ενώ σε δεύτερο ασύδοτη και ανεξέλεγκτη,  γεγονός που θα έχει ως αποτέλεσμα, αφενός μεν την εμφάνιση εκφυλιστικών συμπτωμάτων στην κρατική λειτουργία, αφετέρου δε,  την κατάλυση, σταδιακά, της ίδιας της έννοιας του κράτους.

Αλλά ας δούμε, τώρα, τις απόψεις εκείνων των επιφανών ανδρών της αρχαιότητος:

Θα ξεκινήσω με τον Ηρόδοτο, στα γραπτά του οποίου εμφανίζονται για πρώτη φορά οι όροι Ισονομία, Ισηγορία, Ισοκρατία. Ο Ηρόδοτος παρουσιάζει ένα διάλογο μεταξύ τριών Περσών, του Οτάνη, του Μεγαβάζου και του Δαρείου. Οι τρεις τους ανταλλάσσουν απόψεις σχετικά με το καταλληλότερο πολίτευμα. Ο πρώτος τάσσεται υπέρ της Ισονομίας -όπως αποκαλούνταν αρχικά η Δημοκρατία-, ο δεύτερος υποστηρίζει την Ολιγαρχία και ο τρίτος, ο οποίος υπερίσχυσε τελικά, ήταν θιασώτης της Μοναρχίας. Από τα λεγόμενα των τριών συνομιλητών το εγκώμιο του Οτάνη για την Δημοκρατία είναι σύντομο σε σχέση με τις επικρίσεις που δέχεται από τους άλλους δύο. Ο Μεγάβαζος, ιδιαίτερα, χρησιμοποιεί σκληρή γλώσσα. Συγκεκριμένα, χαρακτηρίζει το πλήθος αλαζονικό και απαίδευτο. Πιο κάτω δηλώνει ότι η έλλειψη γνώσης που το χαρακτηρίζει σπρώχνει τις καταστάσεις στα άκρα με ασυλλόγιστη ορμή. Συνεπώς, μόνον όσοι θέλουν το κακό των Περσών θα προτιμήσουν την Δημοκρατία. Μέσωι αυτού του διαλόγου διακρίνουμε έναν προβληματισμό του Ηροδότου ως προς το πλέον κατάλληλο πολίτευμα. Μολονότι έζησε στην Αθήνα, ήταν φίλος του Περικλή και συμμετείχε στην αποστολή για την Αθηναϊκή αποικία των Θουρίων το 444 π.Χ, εντούτοις δεν δίστασε να αναδείξει να παρουσιάσει και τις άλλες απόψεις για την διακυβέρνηση μιας πολιτείας.

Ο Θουκυδίδης, τώρα, στους πολιτικούς διαλόγους του εμφανίζεται και αυτός με τη σειρά του επικριτικός προς το δημοκρατικό πολίτευμα. Βέβαια, δεν πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι ο ίδιος εξορίστηκε για περίπου είκοσι χρόνια, από το 424 έως το 404 π.Χ εξαιτίας της άλωσης της Αμφίπολης από τον Σπαρτιάτη Βρασίδα. Η εξορία του επιβλήθηκε από την αθηναϊκή πολιτεία, χοροστατούντος του Κλέωνα του δημαγωγού, διότι κατά την διάρκεια της πολιορκίας της Αμφιπόλεως ήταν ο ένας από τους δύο στρατηγούς που την υπερασπίζονταν. Επομένως, η κριτική του Θουκυδίδη ενάντια στη Δημοκρατία οφείλεται και σε αυτό το περιστατικό που τον σημάδεψε.

Συνεχίζοντας την αναφορά μας στον Θουκυδίδη θα εστιάσουμε στο σχόλιό του σχετικά με το πολίτευμα που επικράτησε στην Αθήνα κατά τα έτη 411 και 410 π.Χ, το οποίο χαρακτηρίστηκε ως μια Μετριοπαθής Ολιγαρχία. Σύμφωνα με την γνώμη του, τότε συνετελέσθη μια πετυχημένη ανάμειξη ολιγαρχίας και δημοκρατίας γεγονός που βοήθησε την Αθήνα να εξέλθει από την άσχημη κατάσταση στην οποία βρίσκονταν. Ψήφισαν, επίσης, υπέρ της επιστροφής του Αλκιβιάδη από την εξορία, γεγονός που συνηγορούσε στην γενικότερη αισιοδοξία που επικρατούσε. Η λέξη-κλειδί για τον Θουκυδίδη ήταν η εξισορρόπηση της εξουσίας μεταξύ πλουσίων και φτωχών. Ήταν ο πρώτος που σκέφτηκε το μεικτό πολίτευμα.

Ερχόμαστε, τώρα, στον Σωκράτη, ο οποίος υπήρξε επίσης πολέμιος της Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Σύμφωνα με το Σωκράτη το γεγονός ότι η εκλογή δια κλήρου δίνει το δικαίωμα σε ορισμένους να αναλαμβάνουν διάφορα πολιτειακά αξιώματα, δίχως να έχουν τα απαραίτητα προσόντα, είναι απαράδεκτο. Ο Σωκράτης είναι της γνώμης ότι τα κατάλληλα άτομα πρέπει να βρίσκονται στις κατάλληλες θέσεις. Επίσης, εναντιώνεται στη δεσπόζουσα θέση που κατέχει το ανώτατο πολιτειακό όργανο της Αθηναϊκής πολιτείας, η Εκκλησία του Δήμου. Θεωρεί ότι δεν είναι δίκαιο και σωστό να συμμετέχουν σε αυτή ισότιμα και να ψηφίζουν ισοδύναμα όλοι οι πολίτες, ανεξαρτήτως μορφώσεως και ικανοτήτων. Η διδασκαλία του, τέλος, επικεντρώνεται στο ζήτημα της Ηθικής, η οποία πρέπει να είναι ο κυρίαρχος στόχος της πολιτικής.

Ο Πλάτων, από την πλευρά του, δεν ενθουσιάζεται με το δημοκρατικό πολίτευμα, το οποίο κατατάσσει ως το τρίτο καταλληλότερο από τα τέσσερα υπάρχοντα, εκτός της ιδανικής πολιτείας του, την οποία, φυσικά, τοποθετεί στην κορυφή των πολιτευμάτων. Να σημειώσουμε, βέβαια, εδώ πως ο Πλάτων, όπως και ο Θουκυδίδης, έχει τον προσωπικό του λόγο να επιτεθεί στην Δημοκρατία. Ο λόγος δεν είναι άλλος από την θανάτωση με κώνειο του αγαπημένου δασκάλου, του Σωκράτη. Πιστεύει, λοιπόν, ότι σε ένα τέτοιο πολίτευμα υπερισχύουν οι φτωχοί, οι οποίοι εκτοπίζουν τους πλουσίους. Οι πολίτες επιδεικνύουν μια πρωτοφανή ανεκτικότητα σε βαθμό αδιαφορίας για το παρελθόν των πολιτικών, δηλαδή εάν ήταν ενάρετοι ή όχι. Ακόμη, στηλιτεύει το γεγονός ότι κυκλοφορούν ελεύθερα άτομα, τα οποία έχουν εξοριστεί ή έχουν καταδικαστεί σε θάνατο για αξιόποινες πράξεις. Συμφωνεί, επίσης, με τον δάσκαλό του τον Σωκράτη όσον αφορά την αδικία, στην οποία οδηγεί η ισότητα μεταξύ των ικανών και μορφωμένων από τη μία πλευρά, και αυτών που έχουν περιορισμένες ικανότητες από την άλλη. Η κριτική του, γενικά, είναι αρκετά χιουμοριστική για την Δημοκρατία, την οποία θεωρεί ως μια ευχάριστη μορφή αναρχίας. Κατά τη γνώμη του η δημοκρατία περιλαμβάνει όλα τα είδη των πολιτευμάτων, λόγω της δυνατότητας του καθένα να ζει όπως θέλει. Την παρομοιάζει, εύστοχα, με ένα παντοπωλείο πολιτικών ιδεών.

Τελειώνοντας, θα παραθέσουμε την άποψη του ιδρυτή των Πολιτικών Επιστημών, του Αριστοτέλη. Η κατάταξη που επιφυλάσσει ο Σταγειρίτης φιλόσοφος για τη Δημοκρατία είναι εκείνη ανάμεσα στα χείριστα πολιτεύματα. Αρχικά, κάνει την διάκριση μεταξύ των ορθών πολιτευμάτων και αυτών που χαρακτηρίζει ως παρεκβάσεις. Στα ορθά συγκαταλέγονται η Βασιλεία, η Αριστοκρατία και η πολιτεία. Στους αντίποδες αυτών βρίσκονται η Τυραννία, η Ολιγαρχία και η Δημοκρατία. Ο Αριστοτέλης παίρνει σαφέστατα αρνητική θέση απένατι στο δημοκρατικό πολίτευμα. Συμφωνεί, έτσι, με την άποψη του Πλάτωνος, και εστιάζει στην δυνατότητα που παρέχεται στους φτωχούς, στα πλαίσια του δημοκρατικού πολιτεύματος, να ασκούν οι ίδιοι την εξουσία. Κατά τον Αριστοτέλη, αυτό συμβαίνει, διότι με βάση την ισοδυναμία των ψήφων υπερισχύουν πάντα οι φτωχοί, απλούστατα επειδή είναι πολύ περισσότεροι των πλουσίων. Αυτή η δυσαναλογία εκπροσώπησης των κοινωνικών τάξεων, ως αποτέλεσμα της ισότητας μεταξύ των πολιτών στην Εκκλησία του Δήμου, σε συνδυασμό με τον υπαρκτό κίνδυνο να οδηγηθεί η πόλη στο χείλος της αβύσσου, λόγω εσφαλμένων αποφάσεων από ένα πλήθος φανατισμένο και συχνά καθοδηγούμενο από επιδέξιους, λαοπλάνους ρήτορες, ώθησε τον Αριστοτέλη στη γνωστή ρητορική του εναντίον της Δημοκρατίας.

Ο σταγειρίτης φιλόσοφος, όμως, εκτός της κριτικής που ήσκησε στο δημοκρατικό πολίτευμα, όπως και στις υπόλοιπες μορφές πολιτευμάτων άλλωστε, είχε ετοιμάσει με την σειρά του ένα σχέδιο για την ιδανική, κατά την άποψή του, πολιτεία. Θεμέλιος λίθος στην πολιτεία του Αριστοτέλη ήταν η αυτάρκεια. Αυτή συνίστατο σε ένα καθορισμένο αριθμό πολιτών. Ούτε λίγοι, ούτε υπερβολικά πολλοί. Θα υπήρχε κατανομή των εργασιών σύμφωνα με την τάξη, στην οποία θα ανήκε ο καθένας. Σε αυτή την πολιτεία η πολιτική και ο πόλεμος θα ήταν αποκλειστικό προνόμιο των ελευθέρων. Επίσης, τα ανώτερα πολιτειακά αξιώματα θα τα αναλάμβανε αποκλειστικά η αριστοκρατία. Η εκλογή, όμως, όπως και η λογοδοσία των ευγενών θα γίνονταν από τον ίδιο το λαό. Βλέπουμε, έτσι, ότι ο Αριστοτέλης ήταν υποστηρικτής ενός μεικτού πολιτεύματος, όπως και ο Θουκυδίδης. Ενδεχομένως, το πολίτευμα αυτό θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μετριοπαθές ολιγαρχικό με δημοκρατικά στοιχεία.

Συμπεράσματα
 
Ασχοληθήκαμε με τη σαφέστατα αρνητική θέση που πήραν οι θεωρητικοί στοχαστές της αρχαιότητας προς τη Δημοκρατία. Ο Ηρόδοτος αναφέρθηκε στον αδαή όχλο. Ο Θουκυδίδης, πάλι, κινούμενος από προσωπικά αίτια αντιτάχθηκε στη Δημοκρατία, ενώ παράλληλα δήλωσε υποστηρικτής του μεικτού πολιτεύματος. Ο Σωκράτης διαφώνησε με το σύστημα της εκλογής με κλήρο, ενώ τον ενδιέφερε πρώτιστα η ηθική που πρέπει να διέπει την πολιτική. Ο μαθητής του Σωκράτη, ο Πλάτων, χαρακτηρίζει τη Δημοκρατία ως μία ευχάριστη μορφή αναρχίας, παρομοιάζοντας την με παντοπωλείο πολιτικών ιδεολογημάτων. Τέλος, ο Αριστοτέλης κλείνει τον κύκλο σε αυτή την ελίτ της πολιτικής διανόησης, εστιάζοντας τον προβληματισμό του στο γεγονός της ουσιαστικής διακυβέρνησης στα δημοκρατικά καθεστώτα από τους φτωχούς, οι οποίοι εκμεταλλεύονται το αριθμητικό πλεονέκτημα προς όφελός τους. Την δική του ιδανική πολιτεία, όμως, την φαντάζεται ως μια ευνομούμενη πολιτεία με περιορισμένη δημοκρατία.

Βιβλιογραφία
  1. Α. Κουκουζέλη, Πολιτική και θεωρία της Πολιτικής, Τόμος Β’, Κεφάλαιο 2, Εκδόσεις Ε.Α.Π, Πάτρα 2000
  2. Claude Mosse, Ο πολίτης στην Αρχαία Ελλάδα, Εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα 1996

    Δεν υπάρχουν σχόλια:

    Δημοσίευση σχολίου