Δευτέρα, 28 Φεβρουαρίου 2011

Λυρική Ποίηση


ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ-ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Η Λυρική ποίησις εμφανίζεται μετά την επική. Είναι δημιούργημα των Αρχαϊκών χρόνων. Μετά την περίοδο των λεγόμενων Σκοτεινών χρόνων ή άλλως τον Μεσαίωνα του Ελληνικού Πολιτισμού, που διήρκεσε από τον 11ο έως τον 8ο π.Χ, διαφαίνεται φως στην άκρη του τούνελ. Την περίοδο αυτή, κυρίως από τον 7ο αιώνα και μετά, παρατηρείται έντονη κινητικότητα στον ελληνικό κόσμο. Ξεκινά ο Β' εποικισμός που στρέφεται προς τη δύση, κυρίως σε κάτω Ιταλία και Σικελία με αποτέλεσμα τη δημιουργία της Magna Grecia (Μεγάλης Ελλάδος). Αναπτύσσεται το εμπόριο, η βιοτεχνία και οι κοινωνικές σχέσεις.

Μία νέα ανθούσα τάξη προβάλλει επιζητώντας μερίδιο στην διακυβέρνηση των Πόλεων-Κρατών, οι οποίες λαμβάνουν την τελική τους μορφή όπως τις γνωρίσαμε στους μετέπειτα κλασσικούς χρόνους. Το παλαιό Αριστοκρατικό περιβάλλον, τα κατορθώματα του οποίου προβάλλονταν με εγκωμιαστικό θα λέγαμε τρόπο, ιδιαίτερα στο ηρωικό έπος της Ιλιάδας δέχεται πιέσεις από τα άλλα κοινωνικά στρώματα. Ο άνθρωπος αποκτά συναίσθηση της ατομικότητός του και αρχίζει να ενδιαφέρεται για τις παρούσες κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές συνθήκες καθώς και την προοπτική βελτίωσής τους. Τα παρελθοντικά κατορθώματα των Ομηρικών Επών δεν τον αγγίζουν πλέον σε τόσο μεγάλο βαθμό. Ο ίδιος αισθάνεται να τον χωρίζει μία αρκετά μεγάλη χρονική απόσταση από εκείνα τα γεγονότα.

Κατά συνέπεια, η τέχνη, άρα και η ποίηση, εκαλείτο πλέον να εκφράσει τα αισθήματα και τις προσδοκίες των ανθρώπων της εποχής. Το έδαφος ήταν πρόσφορο για τη γέννηση της λυρικής ποίησης.

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

Το επίθετο Λυρικός έκανε για πρώτη φορά την εμφάνισή του στην ελληνιστική εποχή, όταν οι φιλόλογοι της Αλαξανδρείας συνέταξαν τον κατάλογο (τον αποκάλεσαν κανόνα) των εννέα λυρικών. Αυτοί ήσαν: ΑΛΚΑΙΟΣ, ΣΑΠΦΩ, ΑΝΑΚΡΕΟΝΤΑΣ, ΑΛΚΜΑΝΑΣ, ΣΤΗΣΙΧΟΡΟΣ, ΙΒΥΚΟΣ, ΣΙΜΩΝΙΔΗΣ, ΒΑΚΧΥΛΙΔΗΣ, ΠΙΝΔΑΡΟΣ. Είναι φανερό ότι οι Αλεξανδρινοί λέγοντας ΛΥΡΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ εννοούσαν ποίηση για την οποία προβλεπόνταν συνοδεία με λύρα. Άρα σε πρώτη φάση αποκλείονταν η ΕΛΕΓΕΙΑ και ο ΙΑΜΒΟΣ. Σήμερα, βεβαίως, εμείς συμπεριλαμβάνουμε τα παραπάνω είδη στη λυρική, της οποίας όλα τα είδη είναι: ΕΛΕΓΕΙΑ, ΙΑΜΒΟΣ, ΜΕΛΙΚΗ, ΧΟΡΙΚΗ.

Η Ελεγεία είναι ένα δίστιχο από έναν δακτυλικό πεντάμετρο και έναν δακτυλικό εξάμετρο, το οποίο έχει συνήθως θρηνητικό περιεχόμενο. Ελεγείες έγραψαν οι: ΚΑΛΛΙΝΟΣ, ΤΥΡΤΑΙΟΣ, ΜΙΜΝΕΡΜΟΣ,ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ, ΣΟΛΩΝ, ΘΕΟΓΝΙΣ, ΦΩΚΥΛΙΔΗΣ, ΔΗΜΟΔΟΚΟΣ, ΞΕΝΟΦΑΝΗΣ.

Ο Ίαμβος είχε αστείο, περιπαικτικό, σκωπτικό, συχνά και δηκτικό περιεχόμενο. Ο στίχος ήταν ο ιαμβικός τρίμετρος που αποτελείτο από τρεις ιάμβους. Ιάμβους έγραψαν οι: ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ, ΣΗΜΩΝΙΔΗΣ, ΙΠΠΩΝΑΚΤΑΣ, ΣΟΛΩΝ.

Η Μελική Ποίηση ήταν τραγούδια που τραγουδιώντο από ένα άτομο με συνοδεία λύρας. Μελική ποίηση έγραψαν οι: ΑΛΚΑΙΟΣ, ΣΑΠΦΩ, ΑΝΑΚΡΕΩΝ. Αν και ο τελευταίος ειδικευόνταν κυρίως στη συμποτική ποίηση.

Η Χορική Ποίηση υπήρξε, ασφαλώς, η πιο αξιόλογη και η πλέον περίτεχνη ποιητική δημιουργία των Ελλήνων στον 6ο και στις αρχές του 5ου π.Χ. Οι χορικοί ποιητές έγραφαν ποίηματα-τραγούδια που προορίζονταν να εκτελεστούν από μια ομάδα, από έναν χορό, όπως έλεγαν τότε, ανδρών ή αγοριών, γυναικών ή κοριτσιών. Οι ποιητές συνέθεταν, επίσης, και την μελωδία με την οποία έντυναν τον ποιητικό τους λόγο, κι ακόμη όριζαν τις χορευτικές κινήσεις με τις οποίες θα συνοδευόταν η εκτέλεση του τραγουδιού τους. Χορική ποίηση έγραψαν οι: ΑΛΚΜΑΝΑΣ, ΣΤΗΣΙΧΟΡΟΣ, ΙΒΥΚΟΣ, ΣΙΜΩΝΙΔΗΣ, ΠΙΝΔΑΡΟΣ, ΒΑΚΧΥΛΙΔΗΣ.

Τα Θεμέλια της Αγίας Σοφίας



Στις 23 Φεβρουάριου του 532 μ.Χ τίθενται τα θεμέλια της Αγίας Σοφίας από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό (527-565). Σε διάστημα πέντε μόλις ετών ανοικοδομήθηκε ο ναός καύχημα του Β’ Ελληνικού Πολιτισμού. Τα μάρμαρα του ναού μεταφέρθηκαν από διάφορα μέρη της γης. Ο Ιουστινιανός ανέθεσε τα σχέδια και την ανοικοδόμηση του επιβλητικού κτίσματος σε δύο Έλληνες Μικρασιάτες: τον Ανθέμιο από τις Τράλλεις και τον Ισίδωρο από τη Μίλητο. Ο Ανθέμιος ανήκε σε επιφανή οικογένεια μορφωμένων, όπου το περιβάλλον επέδρασε καταλυτικά τόσο στην μόρφωσή του όσο και στην όλη εν γένει παιδεία του.

Ο αυτοκράτωρ έδωσε στους δύο αρχιτέκτονες όλα τα μέσα και επιστατούσε ο ίδιος για την ταχύτερη περάτωση του έργου. Το ρυθμό της Αγίας Σοφίας χαρακτηρίζει αρμονία και ελαφρότητα, διαχέεται με άφθονο φως από τα πολλά παράθυρα (σε αντίθεση με τον γοτθικό ρυθμό της Notre Dame των Παρισίων). Επιπλέον, με τον κεντρικό θόλο ( ο οποίος κατέρρευσε το 562 εξαιτίας ενός ισχυρού σεισμού και στερεώθει εκ νέου), δεχόμενον τις προς τον παντοκράτορα δεήσεις, αποτελεί ιδιάζοντα τύπο ναού. Μοναδικός ήταν επίσης ο πλουσιώτατος διάκοσμος, όχι μόνον των ποικολοχρόων και σπανίων μαρμάρων, αλλά και των επί κυανού εδάφους χρυσών μωσαϊκών, των χρυσών και αργυρών σκευών με την άφθονη επιχρύσωση. Σε αντίθεση με την αρχαία ελληνική λιτότητα, ο χριστιανικός Ελληνισμός, υπό την επίδραση της Ανατολής, εισάγει στην Αγία Σοφία τον πλούσιο διάκοσμο ως καλλιτεχνικό στοιχείο.

Το τολμηρό καλλιτέχνημα των Ανθεμίου και Ισιδώρου ικανοποίησε στο έπακρο τις προσδοκίες του Ιουστινιανού, ο οποίος αφιέρωσε κτηματική περιουσία στην Αγία Σοφία για την καλλίτερη συντήρησή της. Ο ναός της Αγίας Σοφίας υμνήθηκε, είδε τις μεγάλες ημέρες της Βυζαντινής δόξης, αλλά και τις στιγμές της μεγάλης δυστυχίας. Οι ξένοι που επεσκέπτοντο κατά το Μεσαίωνα το ναό εθαμβώνοντο προ της λάμψεως και του μεγαλείου της και πολλοί εθνικοί προσήρχοντο στον χριστιανισμό αντικρύζοντες την επιβλητική θέα του.

Τέλος, ο ναός της Αγίας Σοφίας έτυχε μιμήσεως όχι μόνον από άλλους χριστιανικούς ανά την οικουμένη, αλλά και σε μερικά σημεία όπως ο θόλος, από τους Μουσουλμάνους.

Η διακήρυξη του Αλεξάνδρου Υψηλάντους



Περί τα μέσα του 1820 τα ηγετικά κλιμάκια της φιλικής εταιρείας έπρεπε να αποφασίσουν για το πότε και το που θα εκκινούσε η Ελληνική Επανάστασις. Στις 7 Οκτωβρίου του 1820 οι αρχηγοί της εταιρείας συναντήθηκαν στο Ισμαήλι της Βεσσαραβίας και αποφάσισαν την έναρξη της επαναστάσεως από την Πελοπόννησο.

Όμως, πολύ σύντομα, και με την καθοδήγηση του Αλεξάνδρου Υψηλάντους, άλλαξαν γνώμη. Στις 22 Φεβρουάριου του 1822 ο Αλέξανδρος Υψηλάντης διέβει τον ποταμό Προύθο και προχώρησε στο Ιάσιο που ήταν η πρωτεύουσα της Μολδαβίας. Στο Ιάσιο εξέδωσε την περίφημη προκήρυξή του «Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος». Η εν λόγω προκήρυξη αναφέρεται τόσο στους εσωτερικούς, όσο και στους εξωτερικούς προσανατολισμούς του επαναστατικού του κινήματος. Συγκεκριμένα, εκθέτει τη διαπίστωση υπάρξεως φιλελληνικού κλίματος, καθώς και την προϋπόθεση για την περαιτέρω προώθηση του στην δυτική Ευρώπη και τη Ρωσία.

Επιπρόσθετα κάνει λόγο για εξωτερική βοήθεια που θα συνδράμει τον δίκαιο αγώνα των επαναστατών: Κινηθήτε, και θέλετε ιδεί μίαν κραταιάν Δύναμιν να υπερασπισθή τα δίκαια μας, υπαινισσόμενος σαφέστατα τη Ρωσία. Ελπίζει με αυτή του την κίνηση στον απεγκλωβισμό του Τσάρου από την αντιδραστική Ιερά Συμμαχία. Με την προκήρυξή του, επίσης, κάνει λόγο για μια δημοκρατικά δομημένη πολιτεία που θα γεννηθεί μετά την επιτυχή έκβαση της επανάστασης.

Δυστυχώς, όμως, η ενέργεια αυτή του Υψηλάντη έφερε τα αντίθετα αποτελέσματα από αυτά που προσδοκούσε. Ο Τσάρος αποκήρυξε τον Υψηλάντη και τον καθαίρεσε από το αξίωμά του στον Ρωσικό στρατό. Ταυτόχρονα έδωσε το πράσινο φως στους Τούρκους ώστε να εισβάλλουν στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, με σκοπό να καταπνίξουν το κίνημά του. Να σημειώσουμε εδώ ό,τι, σύμφωνα με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου το 1812 δεν επιτρέπονταν στον Σουλτάνο να στείλει στρατό πέραν του ποταμού Δουνάβεως δίχως τη συγκατάθεση του Τσάρου.

Το συμπέρασμα που βγαίνει από το στρατιωτικό εγχείρημα του Αλεξάνδρου Υψηλάντους είναι ότι: παρά την αποτυχία, προεκλήθη ισχυρός αντιπερισπασμός στην Τουρκία, η οποία κινητοποίησε ισχυρές δυνάμεις στα βόρεια, αφήνοντας ελάχιστο στρατό στο Νότο, εκεί που θα ξεσπούσε το Μάρτιο του 1821 η πολυπόθητη Ελληνική Επανάστασις με αφετηρία την Πελοπόννησο και τη Στερεά.


ΟΥ ΠΟΙΗΣΟΜΑΙ ΠΕΡΙ ΠΛΕΙΟΝΟΣ ΤΟ ΖΗΝ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

Η ανακήρυξη της αυτονομίας της Βορείου Ηπείρου στις 17/02/1914



Στις 17 Δεκεμβρίου 1913, σύμφωνα με το πρωτόκολλο της Φλωρεντίας, η Ελλάς υποχρεούτο να εκκενώσει τα εδάφη της Βορείου Ηπείρου που είχε καταλάβει το Δεκέμβριο του 1912, προκειμένου αυτά να συμπεριληφθούν στο υπό ίδρυση Αλβανικό κράτος. Η εκκένωση έπρεπε να ολοκληρωθεί έως τις 31 Μαρτίου του 1914. Οι ελληνικότατες περιοχές που παραχωρούντο στους μηδέποτε πολεμήσαντες εναντίον των Τούρκων Αλβανούς ήταν: Οι Άγιοι Σαράντα, η Πρεμετή, το Αργυρόκαστρο και η Κορυτσά. Επιπλέον οι Ευρωπαϊκές δυνάμεις επεδίκασαν στην Αλβανία τη νησίδα Σάσωνα, η οποία ανήκε από το 1864 στην Ελλάδα ως περιοχή των Ιονίων νήσων. Με αυτό τον τρόπο εξυπηρετούντο κατά τον καλλίτερο τρόπο τα Ιταλικά και αυστριακά συμφέροντα.

Όμως οι περήφανοι Βορειοηπειρώτες ηρνήθησαν να αποδεχτούν αυτή την απόφαση. Έτσι στις 17 Φεβρουαρίου του 1914 η Βόρειος Ήπειρος ανακηρύχθηκε αυτόνομη με προσωρινό πρόεδρο τον Γεώργιο Χρηστάκη Ζωγράφο. Ο αλβανικός στρατός που εστάλει για να καταπνίξει το Βορειοηπειρωτικό κίνημα συνετρίβει και υποχώρησε ατάκτως. Ήταν φανερό ότι η αντεπίθεσις των Βορειοηπειρωτών θα έθετε σε κίνδυνο την ίδια την ύπαρξη του νεοσυστάτου αλβανικού κράτους. 

Για αυτό το λόγο η συσταθείσα για τον καθορισμό των συνόρων του διεθνής επιτροπή ζήτησε εσπευσμένα τη σύναξιν ανακωχής. Ακολούθησε η συμφωνία της Κερκύρας στις 04 Μαϊου 1914, σύμφωνα με την οποία οι μεγάλες δυνάμεις ανεγνώρισαν τα θρησκευτικά και γλωσσικά προνόμια των Ελλήνων Βορειοηπειρωτών και έθεσαν τις βάσεις επιτοπίου διοικητικής οργανώσεως των επαρχιών Αργυροκάστρου και Κορυτσάς. 

Αλλά η κατάστασις ουδόλως είχε διευθετηθεί. Η Βόρειος Ήπειρος θα παρέμενε άλλη μία σκλάβα πατρίδα. Θα επακολουθήσει εκ νέου η είσοδος του ενδόξου ελληνικού στρατού τον Οκτώβριο του 1914 με την απόφαση του Βενιζέλου, αλλά μεσούντος του Α’ Παγκοσμίου πολέμου και λόγω του Εθνικού διχασμού του 1915-1917 θα αποσυρθεί για ακόμα μία φορά. Τέλος, στην εποποιϊα του 1940 θα απελευθερωθεί για τρίτη φορά. Και πάλι όμως η διπλωματία θα μας στερήσει αυτά που κερδίσαμε στα πεδία των μαχών.

ΕΥΔΑΙΜΟΝ ΤΟ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΤΟ ΕΥΨΥΧΟΝ

Σάββατο, 26 Φεβρουαρίου 2011

Ο ρόλος και η σημασία της μουσικής στην Αρχαία Ελλάδα, όπως αυτά αντλούται εκ των σχετικών πηγών




 

Ι. Εισαγωγή

Είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο ότι οι Αρχαίοι Έλληνες ανέπτυξαν μία ιδιαίτερη σοφία, τόσο στις σκέψεις όσο και στα έργα τους. Οι ίδιοι προσέφεραν τα μέγιστα στις επιστήμες, τις τέχνες, τα γράμματα, ακόμη και στην αποκωδικοποίηση των διαφόρων πολιτειακών συστημάτων. Όμως, τι γνωρίζουμε για την θέση της μουσικής στην αρχαία ελληνική κοινωνία; Ποιος ήταν ο ρόλος και η σημασία της στην ζωή εκείνων των ανθρώπων;

Με τον όρο μουσική στην αρχαία Ελλάδα εννοούσαν εκείνη την σύνθετη τέχνη η οποία συμπεριλάμβανε το Μέλος (μελωδία), την Όρχηση (κίνηση, χορός) και τον Λόγο (ποίηση). Βλέπουμε δηλαδή ότι της απέδιδαν μία τρισυπόστατη διάσταση. Οι απαρχές της μουσικής ανιχνεύονται στις θρησκευτικές τελετές όπου έδεναν ο ρυθμός με την μελωδία και το τραγούδι. Η μουσική ήταν παρούσα σε διάφορες πτυχές της καθημερινής ζωής. Ο ρόλος της ήταν σημαντικός στις θρησκευτικές εορτές, στους γάμους, στις κηδείες, στους αθλητικούς αγώνες, στους δραματικούς αγώνες, στα γυμναστήρια, στον πόλεμο και σε πλείστες άλλες καθημερινές ασχολίες. Ως στοιχείο του πολιτισμού δεν ήταν απλά μια μορφή τέχνης και αυτοέκφρασης αλλά και ένα δομικό στοιχείο στην εκπαίδευση, άρρηκτα συνυφασμένο με την αρετή και την φιλοσοφία. 
 
 Με το παρόν πόνημα θα επιχειρήσουμε να διερευνήσουμε τον ρόλο και την σημασία που απέδιδαν στην μουσική οι Αρχαίοι Έλληνες, σύμφωνα με τα όσα αντλούμε από τις αρχαίες πηγές. Συγκεκριμένα θα αναφερθούμε στις λογοτεχνικές πηγές, στις φιλολογικές, αλλά και στην μαρτυρία του εικαστικού υλικού. Επιπρόσθετα θα ασχοληθούμε με τις διάφορες διχογνωμίες και αντικρούσεις σε σχέση με το πως προσέγγιζαν την έννοια της μουσικής στην Αρχαία Ελλάδα.

ΙΙ. Λογοτεχνικές Πηγές

Οι πρώτες λογοτεχνικές μαρτυρίες ανάγονται στον Όμηρο ο οποίος τοποθετείται στην γεωμετρική εποχή. Είναι γεγονός ότι κατά την εποχή του (8ος π.Χ. αι.), συντελείται μια ταχύτατη άνοδος στον ελληνικό πολιτισμό που οδηγεί, γύρω στο 700 π.Χ. σε μια σημαντικότατη άνθιση. Η αρχαιότερη μορφή μουσικής είναι η κυρίαρχη ποίηση της εποχής αυτής, το Έπος, ένα μακροσκελές αφηγηματικό ηρωικό τραγούδι που έψαλλε στα συμπόσια ηγεμόνων ένας τεχνίτης τραγουδιστής, ο αοιδός, υμνώντας: «τα έργα των θεών και τις σπουδαίες πράξεις των ηρώων.» Τα Ομηρικά Έπη τα οποία απαρτίζονται από την «Ιλιάδα» και την «Οδύσσεια», λόγω περιεχομένου, ονομάζονται «Ηρωϊκά Έπη»1. Η μελωδική αφήγηση των αοιδών δηλώνεται στην αρχή και των δύο ηρωικών επών. Η Ιλιάδα ξεκινά με την παραγγελία προς την θεά να τραγουδήσει την οργή του Αχχιλέα: «Μήνιν άειδε, θεά, Πηληϊάδεω Αχιλήος…». Όπως και η Οδύσσεια επικαλείται την Μούσα για να διηγηθεί τις περιπέτειες του Οδυσσέα: «Άνδρα μοι έννεπε, Μούσα πολύτροπον, ος μάλα πολλά πλάγχθη…» Από την παράθεση των δύο προοιμίων είναι πρόδηλο το γεγονός ότι η μουσική αποτελεί θεία επινόηση. Επιπρόσθετα οι αοιδοί, ως πρόδρομοι των φιλοσόφων, είχαν ως κύρια δραστηριότητα τη δράση και τη θέαση, την πράξη και τη θεωρία, οι οποίες συμπλέκονται μεταξύ τους με έναν ξεχωριστό τρόπο. 
 
Στην Ιλιάδα, ως το καθαυτό πολεμικό έπος, η μουσική δεν απαντάται συχνά. Όποτε όμως συμβαίνει αυτό, την συναντάμε τόσο αναμεταξύ των θεών όσο και στη ζωή των ανθρώπων. Έτσι από την μία βλέπουμε τον Απόλλωνα να παίζει την φόρμιγγά του, ενώ από την άλλη ο Αχιλλέας πράττει ακριβώς το ίδιο, προκειμένου να διασκεδάσει την οργή του. Πολλές πληροφορίες για τα μουσικά δρώμενα της εποχής, επίσης, αντλούμε από την περιγραφή των παραστάσεων στην περίφημη ασπίδα του Μυρμιδόνα πολεμάρχου. 
 
Στην Οδύσσεια τώρα, ο Όμηρος επισημαίνει τον πρωτεύοντα ρόλο των Μουσών στην μουσική και το τραγούδι. Το επισημάναμε άλλωστε με την αναφορά μας στο προοίμιο της Οδύσσειας. Εδώ κυριαρχούν οι αοιδοί όπως ο Δημόδοκος, ο Φήμιος κι άλλοι, οι οποίοι καλούνται στις αυλές των βασιλιάδων να τραγουδήσουν από τη μία τις πράξεις των θεών και από την άλλη τα πολεμικά κατορθώματα των ηρώων, παίζοντας τη φόρμιγγα για συνοδεία. Επιπλέον, παρουσιάζονται οι μνηστήρες να τραγουδούν και να χορεύουν στο παλάτι του Οδυσσέα. Παράλληλα, το τραγούδι εμφανίζεται να μαγεύει, διά μέσου των σειρήνων, αλλά και να χρησιμοποιείται ως συνοδευτικό στον χώρο της εργασίας, όπως στις περιπτώσεις της Κίρκης και της Καλυψούς οι οποίες υφαίνουν τραγουδώντας, και μάλιστα με «ωραία φωνή»2.

Στην εποχή μετά τον Όμηρο, οι ραψωδοί κρατώντας τις χαρακτηριστικές τους ράβδους, ταξίδευαν ανά την Ελλάδα και απήγγειλαν κομμάτια των ομηρικών επών, καθώς και δικούς τους στίχους, δίχως την συνοδεία μουσικών οργάνων. Ταυτόχρονα, το προοίμιο εξελίσσεται σε αυτόνομο μουσικό κομμάτι.

Ο Ησίοδος με τα Διδακτικά Έπη του, την «Θεογονία» και το «Έργα και Ημέραι», λίγο μετά τον Όμηρο, αποτελεί άλλη μία λογοτεχνική πηγή πληροφοριών για την σημασία που είχε η μουσική στην Αρχαία Ελλάδα. Η μουσική, ως η ανώτερη εκδήλωση του αφηρημένου στον κόσμο της νοητής πραγματικότητας, αποτέλεσε την βασική πηγή αποκάλυψης συμβολικών δυνάμεων του θείου. Στα έργα του Ησιόδου οι Μούσες τραγουδούν το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, τη γένεση των θεών και επομένως, τη γένεση του ζωντανού και έλλογου κόσμου. Παρατηρούμε επομένως ότι ο ποιητής τονίζει περισσότερο τη θεϊκή προέλευση του μουσικού φαινομένου. Η θεία πηγή της μουσικής φαίνεται έντονα στο προοίμιο της Θεογονίας: «Μουσάων Ελικωνιάδων αρχώμεθ’ αείδειν…». Οι Μούσες οι Ελικωνιάδες ξεκινούν το τραγούδι. Στην πραγματικότητα, όπως αναφέρει παρακάτω ο ίδιος, είναι εκείνες που του δίνουν την έμπνευση. Το ίδιο άλλωστε κάνουν με κάθε θνητό στον οποίο δίδουν το θείο χάρισμα της μελωδικής απαγγελίας. Αλλά και στο «Έργα και Ημέραι» ξεκινά το ποίημα με την επίκλησή του στις Μούσες από την Πιερία: «Μούσαι Πιερίηθεν αοιδήσιν κλείουσαι δεύτε, δι’ εννέπετε, σφέτερον πατέρ’ υμνείουσαι…»

Περίπου την ίδια περίοδο με τα έπη, εμφανίστηκε ένα είδος μουσικών συνθέσεων οι οποίες ονομάστηκαν Νόμοι3. Τα τραγούδια των Νόμων, ανάλογα με την θεότητα που υμνούσαν, διακρινόντουσαν σε νόμους του Δία, νόμους του Απόλλωνα, νόμους της Αθηνάς, νόμους του Διονύσου κ.τ.λ. Η ονομασία Νόμοι δόθηκε επειδή η σύνθεσή τους έπρεπε να βασίζεται σε έναν εκ των προτέρων δεσμευτικό μουσικό τύπο. Δεν παρείχαν δηλαδή ελευθερία απομάκρυνσης από τις αρχές τους. Υπήρχαν τέσσερις κατηγορίες νόμων με βάση τα όργανα: 
 
α) οι κιθαρωδικοί που επινοήθηκαν από τον Τέρπανδρο
β) οι αυλωδικοί των οποίων επινοητής ήταν ο Πολύμνηστος
γ) οι αυλητικοί 
δ) οι κιθαριστικοί. Επιπλέον, με βάση τον τόπο ή τον συνθέτη χωρίζονταν σε: 
1. Βοιωτικό νόμο
2.  Αιολικό νόμο 
3. Πυθικό 
4. Πολυμνήστειο 
5. Τερπάνδριο και διαφόρους άλλους.

Μετά την Γεωμετρική περίοδο ακολουθεί η Αρχαϊκή που διαρκεί από τον 7ο έως τον 5ο αιώνα π.Χ. Την εποχή αυτή εμφανίζεται ένα διαφορετικό είδος ποίησης από το έπος. Πρόκειται για την Λυρική4 ποίηση. Η ονομασία «Λυρική» δόθηκε από τους λογίους των ελληνιστικών χρόνων γιατί ακριβώς οι ποιητές-συνθέτες τραγουδούσαν τις δημιουργίες τους με την συνοδεία λύρας, είτε μόνης, είτε σε συνδυασμό με τον αυλό. Κατά συνέπεια, οι ποιητές λειτουργούσαν παράλληλα και ως μουσικοί. Το ποιητικό αυτό είδος άκμασε στην Λέσβο με πρώτο τον Τέρπανδρο ο οποίος, όπως είδαμε παραπάνω, είναι ο επινοητής του κιθαρωδικού νόμου. Άλλοι εκπρόσωποι της λυρικής ποίησης ήταν ο Αρχίλοχος ο Πάριος, η Σαπφώ από την Λέσβο, ο επίσης Λέσβιος Αλκαίος, ο Μίμνερμος, ο Ανακρέων, ο Στησίχορος, ο Πίνδαρος και άλλοι. Στα λυρικά ποιήματα ο στίχος σχηματίζει μια ενότητα μουσικής και λόγου. Οι ρυθμοί των στίχων βασίζονται σε ποσοτική εναλλαγή βραχείων και μακρών συλλαβών, οι οποίες αντιστοιχούν με την άρση και τη θέση του ποδιού στην χορευτική κίνηση.

Η Λυρική ποίηση έχει τις ρίζες της στη θρησκευτική λατρεία (Παιάνες), σε κοινωνικές εκδηλώσεις όπως ο γάμος ή οι νεκρώσιμες τελετές (Υμέναιοι, Θρήνοι, Ελεγείες) και σε τραγούδια που συνδέονται με έθιμα. Διακρινόταν σε δύο διαφορετικά είδη: Την Μονωδία ή μονωδιακή λυρική και τη Χορική λυρική. Στις αρχές του 6ου π.Χ αιώνα, προστίθεται στους Δελφικούς αγώνες οι αυλητικοί οι οποίοι συνίσταντο σε μουσική με την συνοδεία αυλού δίχως τραγούδι. Λίγο μετά εντάσσονται και οι κιθαριστικοί με την συνοδεία Λύρας.

Ο πρώτος χορικός ποιητής είναι ο Αλκμάν που έζησε τον 7ο π.Χ αιώνα. Ο Αλκμάν θεωρείται ο πατέρας της σπαρτιατικής κλασικής χορικής μουσικής. Έγραψε πολλούς ύμνους, παρθένια, υπορχήματα, παιάνες και σκόλια. Αντιλαμβανόταν τα λόγια του ποιήματος, την μουσική και το χορό ως μία άρρηκτη ενότητα. Έχουν σωθεί αρκετοί στίχοι των ποιημάτων του.

Με τον Σιμωνίδη καθιερώνονται τα επινίκια, ενώ ο τελευταίος μεγάλος λυρικός ποιητής είναι ο Πίνδαρος. Ο Πίνδαρος, ο οποίος γεννήθηκε στην Θήβα, θεωρείται ως ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές της αρχαίας Ελλάδας. Συνέθεσε επινίκια, -όπως ο Πυθιόνικος που είναι το αρχαιότερο το οποίο σώζεται-, παιάνες, ύμνους, διθυράμβους, προσόδια, παρθένια, θρήνους και άλλα. Ως προς τον χαρακτήρα των έργων του, έμεινε πιστός στην παράδοση και με το απλό, σεμνό και συνάμα μεγαλόπρεπο ύφος του κέρδισε τον πανελλήνιο σεβασμό.

Ένα είδος σύντομου λυρικού άσματος, το οποίο έπαιξε σημαντικό ρόλο στην μετέπειτα διαμόρφωση της Αρχαίας Ελληνικής μουσικής ήταν το Σκόλιον5. Το είδος αυτό ξεκίνησε ως ένα αυτοσχέδιο ποίημα που τραγουδιόταν στα συμπόσια. Ο καθένας από τους συνδαιτυμόνες του συμποσίου, όταν τελείωνε το τραγούδι του έδινε την σειρά του στον επόμενο, προσφέροντας του ταυτόχρονα τη λύρα ή ένα κλωνάρι μυρτιάς. Με τον καιρό το σκόλιον, από αυτοσχέδιο ποίημα, διαμορφώθηκε σε πραγματική καλλιτεχνική δημιουργία και οδήγησε γύρω στον 6ο π.Χ αιώνα στην περαιτέρω ανάπτυξη της λυρικής ποίησης. 
 
Μετά το Σκόλιον θα εξετάσουμε τον Διθύραμβο6 ο οποίος ήταν ένα χορικό τραγούδι προς τιμήν του Διονύσου. Η εκτέλεση του γινόταν από μια ομάδα ανδρών με τη συνοδεία αυλού. Οι διθύραμβοι μιλούσαν για την γέννηση του Διονύσου, τους άθλους του, τους πολεμικούς θριάμβους του, καθώς και για τις χαρές της ανέμελης ζωής του. Στην Αττική, στις περιοχές των Μεσογείων, οι αμπελουργοί την εποχή του τρύγου τιμούσαν τον θεό Διόνυσο με συγκεκριμένες γιορτές και πανηγύρια που σιγά σιγά έλαβαν έναν πάνδημο χαρακτήρα. Η ομάδα των τραγουδιστών και χορευτών οι οποίοι συμμετείχαν, ονομαζόταν θίασος. Με την πάροδο των χρόνων, ο προεξάρχων του διθυράμβου σταδιακά αποσχίστηκε από τον χορό και άρχισε να συνομιλεί μαζί του ενσαρκώνοντας πρόσωπα του μύθου. Με αυτόν τον τρόπο θεωρήθηκε ο πρόδρομος του υποκριτή. Καθώς ο διάλογος αυτός συνοδευόταν από μιμητικές αναπαραστάσεις, ο διθύραμβος έπαψε σταδιακά να αποτελεί αφήγηση πράξεων και μετατράπηκε σε αναπαράσταση πράξεων. Έτσι φθάνουμε στην γέννηση του θεάτρου. Έξοχους διθυράμβους συνέθεσε ο Αρίων για τον τύραννο της Κορίνθου Περίανδρο.

Το Δράμα7 εισάγεται με πρώτο τον Θέσπι, ο οποίος εισήγαγε τον πρώτο υποκριτή. Με τον όρο δραματική ποίηση, βεβαίως, συμπεριλαμβάνεται τόσο η τραγωδία όσο και το σατυρικό δράμα, καθώς και η κωμωδία. Να σημειώσουμε ότι το δράμα αποτελεί αποκλειστικά ελληνική επινόηση και δεν απαντάται σε άλλους αρχαίους πολιτισμούς. Μετά τον Θέσπι εμφανίζονται και άλλοι δραματουργοί όπως ο Χοιρίλος, ο Πρατίνας, ο Φρύνιχος και οι τρεις μεγάλοι τραγικοί: Ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής και ο Ευριπίδης. Στην κωμωδία έχουμε τον κορυφαίο της Αττικής κωμωδίας τον Αριστοφάνη. Όλοι τους συντελούν στην εξέλιξη και διαμόρφωση του δράματος. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονίσουμε πως όταν μιλάμε για το αρχαιοελληνικό δράμα θα πρέπει να έχουμε υπ’ όψιν μας ότι επρόκειτο για μια τελετουργία όπου η μουσική έπαιζε θεμελιακό ρόλο. Από την μουσική απαγγελία περνάμε στα στάσιμα, τους κομμούς, τα εμβόλιμα χορικά που έψαλλαν ο χορός και οι υποκριτές με την συνοδεία αυλού. Το τραγούδι του χορού συνοδευόταν με αρμονικές κινήσεις, ένα είδος εκφραστικού ή μιμικού χορού. Να τονίσουμε επίσης την ιδιαίτερη αρχιτεκτονική διαρρύθμιση του θεάτρου η οποία δημιουργούσε μια αρμονική ακουστική θέση και σχέση με το περιβάλλον. Μπορούμε να πούμε ότι η μουσική κατά τον 5ο αιώνα π.Χ κορυφώνεται, στοχεύοντας στην υποκειμενική έκφραση. Μετά τα μέσα του 5ου η μουσική αρχίζει αργά αλλά σταθερά να παρακμάζει. Από εκεί που αποτελούσε κοινό κτήμα κάθε πολίτη, μετατρέπεται σε δραστηριότητα λίγων δεξιοτεχνών. Στους αλεξανδρινούς χρόνους, το κέντρο βάρους της μουσικής δραστηριότητας μεταφέρεται εκτός Ελλάδος, στην Αντιόχεια και την Αλεξάνδρεια όπου αποτελεί, κατά κύριο λόγο, αντικείμενο διατριβών.

ΙΙΙ. Φιλολογικές Πηγές

Εκτός των λογοτεχνικών πηγών, υπάρχουν πολλές φιλολογικές μαρτυρίες για την μουσική από τους Αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους. Θα ξεκινήσουμε με τις απόψεις των Πυθαγορείων, τις οποίες γνωρίζουμε από αναφορές άλλων συγγραφέων. Είναι αλήθεια ότι ο Πυθαγόρας και οι μαθητές του έθεσαν τις βάσεις της μουσικής θεωρίας και της μουσικής ακουστικής, προβαίνοντες στην πρώτη θεωρητική τεκμηρίωση των ηχητικών σχέσεων μέσα από την ανάπτυξη της έννοιας του αρμονικού κοσμοειδώλου. Οι Πυθαγόρειοι θεωρούσαν ότι η αρμονία, ως ανεξάντλητη και άφθαρτη, αποτελούσε το ιδεατό εκείνο σημείο, γύρω από το οποίο συσπειρώνεται η κοσμική ύλη. Η νομοτέλεια αυτή της αρμονίας της φύσης έχει τις αρχές της στους αριθμούς. Το αρχικό κοσμικό συστατικό υλικό ταυτίζεται με τους αριθμούς. Η σύνθεση της ίδιας της φύσης ακολουθεί το μαθηματικό μοντέλο των αριθμών. Έτσι διατύπωσαν την γενικότερη θεωρία τους, σύμφωνα με την οποία τα στοιχεία του υλικού σύμπαντος είναι στην ουσία αριθμοί ή απομιμήσεις αυτών. Κατά τον ίδιο τρόπο, εφαρμόζοντας τις αντίστοιχες μαθηματικές αναλογίες, δημιουργούνται οι μουσικές αναλογίες. Επομένως, η μουσική ανάγεται σε ένα είδος μαθηματικής επιστήμης. Μάλιστα οι Πυθαγόρειοι την κατατάσσουν στην δεύτερη θέση, κατά σειρά σπουδαιότητας. Στην πρώτη θέση τοποθετούν την Αριθμητική, στην τρίτη την Γεωμετρία και στην τέταρτη την Αστρονομία.

Οι Πυθαγόρειοι, επίσης, ήταν της άποψης ότι η ζωή αποτελεί η ίδια βάσανο και τιμωρία για παλαιότερα αμαρτήματα. Μόνο μια ζωή αγνότητας, στέρησης και διαρκούς άσκησης μπορεί να σώσει την ψυχή από το μίασμα της σάρκας και να της εξασφαλίσει καλύτερη τύχη μετά θάνατον. Κατά συνέπεια, η μουσική αποτελεί τεχνική, που σε συνδυασμό με ορισμένους αυστηρούς κανόνες διαβίωσης, βοηθάει στην κάθαρση της ψυχής. Στο πλαίσιο αυτό ακολουθούσαν καθημερινό πρόγραμμα θεραπείας μέσω της μουσικής. Έτσι η μουσική πριν από την κατάκλισή τους τούς βοηθούσε να απαλλαγούν από τις ταραχές και τους θορύβους της ημέρας και να έχουν ελαφρύ ύπνο. Ακόμη, κατά την έγερση εκτελούσαν ειδικά άσματα με την συνοδεία λύρας, τα οποία αποσκοπούσαν στην απομάκρυνση της νυχτερινής νωχέλειας και την παράλληλη προετοιμασία των απαιτήσεων της ημέρας. Οι πειραματικές αποδείξεις του Πυθαγόρα μέσα από την χρήση του μονόχορδου, καθώς και ο συσχετισμός της σωστής επιλογής με τον επιτυχή συνδυασμό τρόπων και ρυθμών κατέστησε δυνατό τον συνδυασμό της εγκοσμιότητας με την υπερβατικότητα.

Ο Πλάτωνας, από την μεριά του, θεωρούσε ότι η μουσική συμβάλλει στη διαμόρφωση του ανθρώπινου χαρακτήρα (κάτι που άλλωστε πίστευαν και οι Πυθαγόρειοι). Για τον λόγο αυτό, η μουσική παιδεία έπρεπε να αποτελεί απαραίτητο στοιχείο στην εκπαίδευση των παιδιών. Για τον ίδιο ο ρυθμός και η αρμονία εισδύουν βαθιά στα μύχια της ψυχής και της ασκούν ισχυρότατη επίδραση, φέρνοντας μαζί τους και προσφέροντας ομορφιά.8 Σύμφωνα με την πλατωνική θεωρία οι αιτίες των διαταραχών της ψυχής οφείλονται στις δυσαρμονικές κινήσεις της. Συνεπώς η θεραπεία τους επιτυγχάνεται εξισορροπώντας ρυθμικά την ανταγωνιστική κίνηση σώματος και ψυχής. Στον Τίμαιο9 ο Πλάτωνας αναφέρεται στην συγγένεια αρμονίας και ψυχικής κατάστασης και θεωρεί ότι η πρώτη μας δόθηκε από τις Μούσες ως σύμμαχος ενάντια στην δυσαρμονική φορά της ψυχής. Με αυτόν τον τρόπο θα οδηγήσει την ψυχή σε τάξη και συμφωνία με τον εαυτό της. Τον ίδιο σκοπό εξυπηρετεί και ο ρυθμός. Μας βοηθάει να παλέψουμε την εσωτερική τάση που έχουμε για απουσία μέτρου και έλλειψη χάρης. Από την άλλη, στους Νόμους, δίνει μία ακόμη εξήγηση για τις αιτίες του δυσαρμονικού τρόπου κίνησης της ψυχής που ενδέχεται να οδηγήσουν ακόμη και στην διανοητική ταραχή. Συγκεκριμένα προβάλλει τον φόβο ο οποίος προέρχεται από κάποια ταπεινή συνήθεια της ψυχής. Ισχυρίζεται λοιπόν ο φιλόσοφος ότι στη θεραπεία μιας τέτοιας διαταραχής η μουσική και ο χορός, ειδικά ο έντονος χορός, μπορούν να έχουν ευεργετικό ρόλο. Η εξήγηση που δίνει είναι ότι ένα δυνατό εξωτερικό ερέθισμα χαρίζει ψυχική γαλήνη και ηρεμία. 
 
Ο Αριστοτέλης, μαθητής του Πλάτωνα, συμφωνεί και εκείνος για την παιδαγωγική σημασία της μουσικής. Προβάλλει ως επιχειρήματα το γεγονός ότι, αφενός μεν η μουσική διασκεδάζει και ξεκουράζει αφετέρου δε επιδρά στην ηθική διαμόρφωση του χαρακτήρα. Επιπρόσθετα, προσφέρει διανοητική και αισθητική απόλαυση και συμβάλλει στην κάθαρση.10 Πιστεύει ακράδαντα ότι οι μελωδίες γεννούν αναμφίβολα ηθικά συναισθήματα. Το ίδιο θεωρεί ότι συμβαίνει και με τους ρυθμούς. Άλλοι από αυτούς φέρνουν ηρεμία, ενώ άλλοι συνταράσσουν την ψυχή. Επομένως, θεωρεί ότι με βάση τα παραπάνω γίνεται αντιληπτό ότι η μουσική έχει την δύναμη να διαμορφώνει το ήθος11 της ψυχής. Ο Σταγειρίτης φιλόσοφος, θέτοντας έναν ορισμό για την Μουσική στο έργο του «Περί Ποιητικής»12 τονίζει ότι οι μουσικές τέχνες (ποίηση, μουσική, όρχηση), οι οποίες ενεργούν διά μέσου της ακοής, μιμούνται τα ψυχικά συναισθήματα και τις πράξεις μέσω του ρυθμού, του λόγου και των μελωδικών διαδοχών. Για τον ίδιο, ο ρόλος της μουσικής έγκειται στο γεγονός ότι εξεγείρει την ψυχή του ακροατή, το αίσθημα και τις ιδέες με στόχο να διευκολύνουν την πλήρη κατανόηση του ποιητικού έργου.

Μετά την εξέταση των απόψεων για τον ρόλο και την σημασία της μουσικής, των δύο κορυφαίων διανοητών της αρχαιότητας θα σταθούμε στον Αριστόξενο. Μαθητής του Αριστοτέλη, ο Αριστόξενος διαφώνησε με την έως τότε επικρατούσα πυθαγόρεια αντίληψη περί της μουσικής. Η αντικειμενικότητα και η επιστημονική επιχειρηματολογία του Σταγειρίτη φιλοσόφου είχε τον αντίκτυπο της στην εξέλιξη της μουσικής θεωρίας από τον Αριστόξενο. Στα δύο του έργα «Ρυθμικά στοιχεία» και «Αρμονικά»13 άρχισε να δίνει βασική σημασία, όχι στις μαθηματικές αναζητήσεις, αλλά στην πραγματική ακουστική σχέση ανάμεσα στους ήχους. Με κατηγορηματικό τρόπο αποκρούει την οικοδόμηση της μουσικής αποκλειστικά πάνω σε μαθηματικούς υπολογισμούς. Η διαφοροποίηση του Αριστόξενου είχε να κάνει με το γεγονός ότι ανήγαγε ως αποφασιστικό στοιχείο την αισθητική αντίληψη, αφού σε πρώτη φάση εκτιμηθεί και ταξινομηθεί από τον νου. Κατά συνέπεια θέτει σε δεύτερη μοίρα το ιδεατό και προκρίνει το υπαρκτό και επιστητό. Εν ολίγοις, το αριστοξενικό δόγμα πρεσβεύει την άποψη ότι η μουσική ανήκει αποκλειστικά στους μουσικούς δημιουργούς, το αυτί (ους)14 των οποίων αποτελεί τον ύπατο και τελικό κριτή. Ωστόσο, θα πρέπει να επισημάνουμε το γεγονός ότι ως γνήσιος μαθητής του Αριστοτέλη, οι κανόνες που θέσπισε ο Αριστόξενος αφορούν την πράξη ως μεθοδική περιγραφή της και δεν συνιστούν καθαρή θεωρία.

Με τη διαμετρικά αντίθετη αντίληψη του Αριστόξενου περί μουσικής, από εκείνη των Πυθαγορείων, δημιουργήθηκε μία νέα σχολή σκέψης σε σχέση με την μουσική. Όσοι ακολουθούσαν την μέχρι τότε Πυθαγόρεια προσέγγιση ονομάζονταν «κανονικοί» ή «μαθηματικοί»15. Αντιστοίχως εκείνοι οι οποίοι συντάσσονταν με την Αριστοξένεια οπτική πήραν την ονομασία «ακουστικοί» ή «ακουσματικοί» και «αρμονικοί»16. Στην ουσία η αντίθεση μεταξύ των δύο αντικατοπτρίζει την ευρύτερη αντίθεση ανάμεσα σε ιδεαλιστές και ρεαλιστές. Επιπρόσθετα, ανάλογα με τις εκάστοτε πολιτειακές αλλαγές στις ελληνικές πόλεις, πλειοψηφούσε πότε η μία προσέγγιση πότε η άλλη.

IV. Εικαστικό Υλικό

Εκτός των λογοτεχνικών και φιλολογικών πηγών, μπορούμε να αντλήσουμε πληροφορίες από τις μαρτυρίες εικαστικού υλικού που βρέθηκε στις ανασκαφές. Τέτοιο υλικό αποτελούν τα αγγεία, τα γλυπτά, τα αγάλματα, οι στήλες, τα ειδώλια, τα νομίσματα, οι επιγραφές, τα χειρόγραφα και άλλα αντικείμενα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον βρίσκουμε στο επίνητρο17 το οποίο βρίσκεται στο μουσείο της Ελευσίνας. Πρόκειται για ένα κομμάτι ξύλου ή δέρματος το οποίο τοποθετούσαν οι γυναίκες στο γόνατό τους ώστε να στηρίξουν το αδράκτι. Το συγκεκριμένο αποτελεί ένα θραύσμα στο οποίο παριστάνεται η φιγούρα μιας αμαζόνας η οποία σαλπίζει προς τις συντρόφους της. Οι συλλαβές που είναι γραμμένες γύρω της αποτελούν ένα δείγμα μουσικής σημειογραφίας.

Στις λίγες ανάγλυφες επιγραφές που έχουν σωθεί περιέχονται ποιητικά κείμενα, με συνοδεία μουσικών συμβόλων. Πρόκειται για τους δύο μεγάλους Δελφικούς ύμνους18, την επιγραφή στα Μύλασα της Καρίας, στην Επίδαυρο και την στήλη του Σεικίλου19. Οι δύο μεγάλοι δελφικοί ύμνοι είναι το σημαντικότερο σωζόμενο κατάλοιπο από την αρχαία παράδοση. Χαραγμένοι σε στήλες που βρίσκονταν στον Θησαυρό των Αθηναίων στους Δελφούς, οι επιγραφές αυτές μας διασώζουν σημαντικά αποσπάσματα της Αρχαίας Μουσικής. Αναφορικά με την στήλη του Σεικίλου, πρόκειται για το μοναδικό πλήρως σωζόμενο μουσικό κείμενο της αρχαιότητας. Αποτελείται από έναν μικρό κίονα με εγχάρακτο κάποιο ποίημα με το οποίο σχολιάζεται το νόημα της ζωής, εγκωμιάζοντας ειδικότερα την ευζωία. Πρόκειται για μια ενδεικτική σύνθεση της Αρχαίας Ελληνικής μουσικής, η οποία την καθιστά πολύτιμη. 
 
Εκτός των επιγραφών συναντάμε και κάποια χειρόγραφα που έχουν βρεθεί στην Οξύρρυγχο της Αιγύπτου. Ο συνολικός τους αριθμός είναι 54 και έχουν καταστεί αντικείμενο μελέτης. Επίσης, έχουν σωθεί κάποιοι πάπυροι με αποσπάσματα από αρχαίες τραγωδίες και κωμωδίες. Πρόκειται για αποσπάσματα από τραγωδίες του Ευριπίδη και κάποιοι στίχοι από τις «Νεφέλες» του Αριστοφάνη.

V. Συμπεράσματα

Από την μελέτη των διαφόρων λογοτεχνικών, φιλολογικών και εικαστικών πηγών, αντλήσαμε χρήσιμα συμπεράσματα για τον ρόλο και τη σημασία της μουσικής στην Αρχαία Ελλάδα. Η χρήση της ήταν πολυδιάστατη και είχε άμεση σχέση με την ποίηση και το χορό. Ήδη από τα Ομηρικά Έπη μαθαίνουμε ότι οι αοιδοί απάγγελλαν τα έπη συνοδεία μουσικής, ενώ η λυρική ποίηση πήρε αυτό το προσωνύμιο επειδή η απαγγελία της γινόταν με συνοδεία λύρας. Η μουσική συνδέθηκε στενά με την θρησκεία, καθότι οι απαρχές της ανάγονται στον ρυθμό και τη μελωδία με τραγούδι και κίνηση από τις θρησκευτικές τελετές.. Εξάλλου στις τέσσερις μεγάλες Πανελλήνιες εορτές, δηλαδή τα Ολύμπια, τα Πύθια, τα Νέμεα και τα Ίσθμια διεξάγονταν, παράλληλα με τους αθλητικούς, μουσικοί αγώνες. Αναπόφευκτα οι πιο διαδεδομένοι τύποι τραγουδιών ήταν τα θρησκευτικά άσματα όπως ο διθύραμβος, προς τιμήν του θεού Διονύσου και ο παιάνας, το ιερό άσμα του Απόλλωνα. Από τον διθύραμβο, άλλωστε, γεννήθηκε το Αττικό Δράμα το οποίο δέσποσε τον 5ο π.Χ αιώνα και μέσω του οποίου κορυφώθηκε η Αρχαιοελληνική Μουσική. Επιπλέον, η μουσική συνόδευε και πολλές άλλες κοινωνικές δραστηριότητες, όπως οι πολεμικές συνθέσεις εμψύχωναν για τον πόλεμο, την εργασία, τα συμπόσια, τους γάμους, τις κηδείες. Αλλά και στην ιδιωτική ζωή το συναίσθημα του Έρωτος εκδηλωνόταν με τραγούδια. Τα παιδιά επίσης άκουγαν νανουρίσματα από την βρεφική τους ηλικία είτε από την μητέρα τους είτε από την τροφό τους.

Η μουσική όμως κατέστη αντικείμενο φιλοσοφικής διερεύνησης από τους κορυφαίους Αρχαίους Έλληνες διανοητές. Από τον Πυθαγόρα και τους μαθητές του μέχρι τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, επιχειρήθηκε μια διεξοδική ανάλυση του μουσικού φαινομένου. Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η έντονη διαφοροποίηση του αριστοτελικού Αριστόξενου, ο οποίος έθεσε σε νέες βάσεις την θεώρηση της μουσικής. Ο ίδιος απέρριψε την μαθηματική της δομή και έθεσε σε πρώτο πλάνο, προκειμένου να κατανοηθεί, την πρωτοκαθεδρία των αισθήσεων με κυρίαρχη εκείνη της ακοής.

Τέλος είδαμε ότι πολύτιμες μαρτυρίες μας προσφέρει το εικαστικό υλικό από τις διάφορες ανασκαφές στην προσπάθειά μας να ανασυνθέσουμε το αρχαιοελληνικό μουσικό παρελθόν.

1 Κ. Παπαοικονόμου-Κηπουργού, «Συμπληρωματικά στοιχεία αρχαίας ελληνικής μουσικής», στο Λ. Αγγελόπουλος κ.ά, Ελληνική Μουσική Πράξη: Αρχαίοι και Μέσοι Χρόνοι, (Πάτρα 2003): 142
2 Annemarie Jeanette Neubecker, Η Μουσική στην Αρχαία Ελλάδα, Μετάφραση: Μιρέλλα Σιμώτα-Φίδετζη, (Αθήνα 1986): 18
3 Κ. Παπαοικονόμου-Κηπουργού, ό.π: 73
4 Στο ίδιο: 143
5 Β.Βερτουδάκης, «Λαϊκή Λογοτεχνία – Ανώνυμη Ποίηση», στο Ε. Αλεξίου κ.ά, Γράμματα Ι: Αρχαϊκή και Κλασική Περίοδος, (Πάτρα 2001): 167
6 Κ. Παπαοικονόμου-Κηπουργού, ό.π: 144
7 Κ. Παπαοικονόμου-Κηπουργού, ό.π: 144
8 Πλάτων, Πολιτεία, Μετάφραση: Ν. Μ Σκουτερόπουλος, (Αθήνα 2002): 217
9 Πλάτων, Τίμαιος, Μετάφραση: Φιλολογική Ομάδα Κάκτου, (Αθήνα 1993): 109
10 Δ. Λέκκας, Κ. Παπαοικονόμου-Κηπουργού, «Θεωρία της Ελληνικής Μουσικής κατά τους Αρχαίους Χρόνους», στο Στ. Βιρβιδάκης κ.ά, Διαλεκτικοί Συσχετισμοί – Θεωρία της Ελληνικής Μουσικής, (Πάτρα 2003): 293
11 Στο ίδιο: 294
12 Αριστοτέλης, Περί Ποιητικής, Μετάφραση: Σπ. Μαγγίνας, (Αθήνα 2005): 83
13 Δ. Λέκκας, «Αρχαία Ελληνικά Μουσικά θεωρητικά», στο Λ. Αγγελόπουλος κ.ά, Ελληνική Μουσική Πράξη: Αρχαίοι και Μέσοι Χρόνοι, (Πάτρα 2003): 36
14 Στο ίδιο: 37
15 Στο ίδιο: 41
16 Στο ίδιο: 41
17 Κ. Παπαοικονόμου-Κηπουργού, ό.π: 93
18 Στο ίδιο: 94
19 Στο ίδιο: 95

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Λ. Αγγελόπουλος κ.ά, Ελληνική Μουσική Πράξη: Αρχαίοι και Μέσοι Χρόνοι, Εκδόσεις Ε.Α.Π, Πάτρα 2003.
  2. Στ. Βιρβιδάκης κ.ά, Διαλεκτικοί Συσχετισμοί – Θεωρία της Ελληνικής Μουσικής, Εκδόσεις Ε.Α.Π, Πάτρα 2003.
  3. Ε. Αλεξίου κ.ά, Γράμματα Ι: Αρχαϊκή και Κλασική Περίοδος, Εκδόσεις Ε.Α.Π, Πάτρα 2001.
  4. Annemarie Jeanette Neubecker, Η Μουσική στην Αρχαία Ελλάδα, Μετάφραση: Μιρέλλα Σιμώτα-Φίδετζη, Εκδόσεις ΟΔΥΣΣΕΑΣ, 1986
  5. Πλάτων, Πολιτεία, Μετάφραση: Ν. Μ Σκουτερόπουλος, Εκδόσεις ΠΟΛΙΣ, 2002
  6. Πλάτων, Τίμαιος, Μετάφραση: Φιλολογική Ομάδα Κάκτου, Εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ, 1993
  7. Αριστοτέλης, Περί Ποιητικής, Μετάφραση: Σπ. Μαγγίνας, Εκδόσεις ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ, 2005

Παρασκευή, 25 Φεβρουαρίου 2011

Ο Βυζαντινός Αυτοκράτωρ



I. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας ήταν η υπέρτατη πηγή κάθε εξουσίας στη Βυζαντινή αυτοκρατορία. Η ζωή του σχηματικά παρουσιάζει τρεις όψεις: α) οφείλει να υλοποιεί την αυτοκρατορική μεγαλοπρέπεια, πηγή και έκφραση της δύναμης και της αυθεντίας, β) είναι ο στρατιωτικός αρχηγός, ο πολέμαρχος και γ) είναι ο αρχηγός της Εκκλησίας. Έτσι, εντεταλμένος από το Θεό να βασιλεύσει ως «ελέω Θεού» ηγεμόνας, επαγρυπνεί πάνω από τα συμφέροντα του Κράτους υπηρετώντας τη Θεία Πρόνοια. Επιπλέον, οι κρατικές υπηρεσίες, οργανωμένες σε ένα αυστηρά ιεραρχικό σύστημα, ήταν δομημένες πάνω στην έννοια της τάξεως, θεμελιώδη αρχή της αυτοκρατορικής πολιτικής, που αντικατόπτριζε την αρμονία του σύμπαντος. Στα πλαίσια αυτά θα εξετάσουμε σε δύο ενότητες τον αυτοκρατορικό βίο, μέσα από τις βασικότερες τελετές ή εκδηλώσεις που τον χαρακτηρίζουν. Στην πρώτη θα ασχοληθούμε με τις αυτοκρατορικές τελετές δημοσίου χαρακτήρα, ενώ στη δεύτερη με εκείνες που άπτονται του ιδιωτικής του ζωής. Τέλος, σε μια τρίτη ενότητα θα σχολιάσουμε το ιδεολογικό υπόβαθρό στο οποίο στηρίζονται.

II. ΤΕΛΕΤΕΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ

Το τελετουργικό της βυζαντινής αυλής δεν μπορεί παρά να προσαρμόζεται στην ιερή εικόνα του αυτοκράτορα. Πληροφορίες για το τελετουργικό αυτό αντλούμε κυρίως από την Έκθεσιν περί βασιλείου τάξεως, του Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου. Η τάξη που επικρατεί στην ουράνια κοινωνία, αποτυπώνεται στην προσπάθεια για την τήρηση της τάξης της ζωής στο παλάτι, η οποία επιτυγχάνεται μέσω μια παγιωμένης εθιμοτυπίας και την ύπαρξη πολλαπλών τελετών για κάθε σημαντική ή μη στιγμή.

Η κορωνίδα των βυζαντινών αυτοκρατορικών τελετών ήταν η στέψη του αυτοκράτορα. Με το πέρασμα των αιώνων υπήρξαν αρκετές αλλαγές που αφορούσαν το τελετουργικό της, οι οποίες απηχούσαν το χαρακτήρα που σταδιακά προσλάμβανε το βυζαντινό κράτος. Έτσι, τα πρώτα χρόνια του Βυζαντίου η στέψη είχε έντονο το στρατιωτικό στοιχείο. Είναι η εποχή όπου ο στρατός λειτουργεί ως το αποκλειστικό εκλεκτορικό σώμα, το οποίο διατηρεί την παράδοση του «στρατιώτη αυτοκράτορα». Κατά τον 5ο αιώνα η αναγόρευση και η στέψη του αυτοκράτορα γίνεται παρουσία της Συγκλήτου και των δήμων, με την ενεργό σύμπραξη του Πατριάρχη, ο οποίος τοποθετεί το διάδημα στο κεφάλι του εκλεγμένου. Κατά τον 6ο αιώνα η τελετή αναγόρευσης και στέψης μεταφέρεται από το "Έβδομον", που ήταν στρατιωτικός καταυλισμός, στο ναό της Αγίας Σοφίας. Έναν αιώνα αργότερα η στέψη αποτελεί ξεχωριστή τελετή, η οποία λαμβάνει χώρα στον άμβωνα της Αγίας Σοφίας, με ουσιαστική πλέον συμμετοχή του Πατριάρχη σε αυτήν, προσδιορίζοντας έτσι τον θρησκευτικό χαρακτήρα της. Την ίδια εποχή ορίζεται να συμπίπτουν οι στέψεις των συμβασιλέων με τις μεγάλες εορτές της Χριστιανοσύνης (Χριστούγεννα-Πάσχα). Κατά τον 10ο αιώνα η στέψη του αυτοκράτορα περιλαμβάνει επίσημη πομπή προς την εκκλησία της Αγίας Σοφίας, παράδοση των συμβόλων εξουσίας από τον Πατριάρχη και Θεία λειτουργία, την οποία ο μονάρχης παρακολουθούσε κρατώντας σταυρό. Κατά τη διάρκεια της λειτουργίας ο αυτοκράτορας έμπαινε επικεφαλής της πομπής των διακόνων, που κρατούσαν τα Άγια των Αγίων, και κατέληγε στο βήμα του ιερού όπου ο Πατριάρχης τον ευλογούσε, τον όρκιζε να περιφρουρεί το αμετάβλητο της ορθοδοξίας καθώς και τα δικαιώματα της αυτοκρατορίας και του υπενθύμιζε ότι πρέπει να φοβάται τον Θεό και να μην λησμονεί τον θάνατο. Τον 13ο αιώνα οι αυτοκράτορες της Νίκαιας πρόσθεσαν στο παλιό τελετουργικό και το μυστήριο του Χρίσματος, επηρεασμένοι από το δυτικό τελετουργικό τυπικό. Επίσης, κατά την Παλαιολόγεια περίοδο ο αυτοκράτορας κατέθετε έγγραφη ομολογία πίστης στην Ορθοδοξία και η τελετή στέψης αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της Θείας λειτουργίας.

Η αυτοκρατορική ακρόαση, τώρα, αφορούσε άλλη μία προκαθορισμένη τελετή, που αποτελούσε την υψίστη τιμή τόσο για τους υπηκόους όσο και για τους κρατικούς αξιωματούχους. Στις περιπτώσεις δε των ξένων απεσταλμένων προσλάμβανε έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα, με σκοπό τον εντυπωσιασμό τους. Ο αυτοκράτορας, μεγαλοπρεπέστατα ενδεδυμένος, ανυψώνεται με μηχανικά μέσα για να τονιστεί η υπεροχή του έναντι των ξένων ηγεμόνων. Η ακρόαση λάμβανε χώρα από τον 7ο αιώνα και μετά στην αίθουσα της Μαγναύρας.

Ξεχωριστή τελετή έχουμε, επίσης, κατά την αναχώρηση του αυτοκράτορα από την πρωτεύουσα για ειρηνικό σκοπό. Συνοδευόταν –μεταξύ άλλων- από θεία λειτουργία. Κατά την επιστροφή τον προϋπαντούσε μια αντιπροσωπεία κρατώντας θυμιάματα και αναμμένα κεριά και τον οδηγούσε σε μια εκκλησία, κυρίως στην Αγία Σοφία, πριν καταλήξει σε εορταστικό συμπόσιο.

Εντυπωσιακές τελετές έχουμε, όμως, μετά την επιστροφή του βυζαντινού ηγεμόνα από νικηφόρες εκστρατείες. Τον υποδέχονταν έξω από την πόλη οι Συγκλητικοί, αντιπροσωπεία της Εκκλησίας και ο Έπαρχος της Κωνσταντινουπόλεως προσφέροντάς του χρυσό στεφάνι. Οι δρόμοι στολίζονταν για να υποδεχτούν εκείνον που κατατρόπωσε τους εχθρούς του κράτους. Πρόκειται για τον "Θρίαμβο", μια ρωμαϊκή συνήθεια που αποτελούσε κατάλοιπο παλαιοτέρων εποχών.

Στις μεγάλες γιορτές της Χριστιανοσύνης ο αυτοκράτορας συμμετείχε ενεργά. Παρακολουθούσε τη θεία λειτουργία, ήταν πάντα παρών στις τελετές υποδοχής αγίων λειψάνων, προσκυνούσε τα λείψανα των εορταζόντων αγίων και έπαιρνε μέρος στις εορτές και τις πανηγύρεις που γίνονταν στη μνήμη τους. Κατά τη διάρκεια των εορτών του Πάσχα το τελετουργικό περιελάμβανε επισκέψεις σε πτωχοκομεία και γηροκομεία, λήψη της Θείας κοινωνίας, συμμετοχή σε λειτουργίες, ελεημοσύνες, υποδοχή εκκλησιαστικών παραγόντων και του Πατριάρχη, επίσκεψη σε εικονοστάσια και άναμμα κεριών, καθώς επίσης και αναπαράσταση του τελετουργικού του Νιπτήρος, όπου τη θέση του Ιησού έπαιρνε ο ίδιος ο αυτοκράτορας και τη θέση των μαθητών του δώδεκα πένητες. Περιλάμβανε ακόμη, στρώσιμο της Αγίας Τράπεζας, λιβάνισμα, απαγγελία προσευχών και κατάθεση δωρεών στο ναό της Αγίας Σοφίας. Ενεργή συμμετοχή είχε επίσης σε εορταστικές εκδηλώσεις και λιτανείες, που γίνονταν με αφορμή την γιορτή διαφόρων αγίων.

Στο πλαίσιο του μοναρχικού πολιτεύματος, ο αυτοκράτορας είναι η κεφαλή της κεντρικής διοίκησης και από αυτόν επιλέγονται όλοι οι δημόσιοι λειτουργοί και καθορίζεται ο κώδικας της υπαλληλικής δεοντολογίας. Όταν λοιπόν κάθε ενέργεια του βασιλέα χρωματίζεται από μια έντονη θρησκευτική χροιά, είναι λογικό η θρησκευτικότητα αυτή να είναι έκδηλη και στο διοικητικό μηχανισμό. Κάθε δημόσιος λειτουργός, ανώτερος ή κατώτερος, που διοριζόταν από τον αυτοκράτορα με μια απλή προφορική του εντολή (αξίαι δια λόγου, οφφίκια, αρχαί ή ζώναι), δεσμευόταν από όρκο υπαλληλικής αξιοπιστίας, ο οποίος έμενε κατατεθειμένος στα αρχεία του παλατιού και μεταγραφόταν σε ειδικό μητρώο. Ο όρκος για αξιοπιστία, τιμιότητα, προθυμία και ανιδιοτέλεια δινόταν στο όνομα της Αγίας Τριάδας, της Θεοτόκου, των ιερών κειμένων και των αρχαγγέλων και κατέληγε στην τιμωρία που θα επέφερε οποιαδήποτε παραβίασή του. Τιμωρία που δεν εξαντλούνταν στον επίγειο κόσμο, αλλά επεκτεινόταν και στον επουράνιο. Η αλήθεια είναι ότι η παραβίαση του όρκου τιμωρούταν σκληρά, πολλές φορές ακόμη και με θάνατο. Στο πλαίσιο της έντονης θρησκευτικότητας του δημοσιοϋπαλληλικού όρκου, δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι οι επίσκοποι ορίστηκαν να εποπτεύουν την τήρηση των καθηκόντων των επαρχιακών αρχόντων.

Οι αξίαι δια βραβείου, αποτελούσαν τιμητικά αξιώματα που απονέμονταν από τον αυτοκράτορα κατά τη διάρκεια επίσημης τελετής, που συνέπιπτε πάντοτε με τις εορτές της χριστιανοσύνης, την ημέρα της Κυριακής ή τον εορτασμό κάποιου επίσημου και χαρμόσυνου γεγονότος. Η απονομή αυτή συνοδευόταν από συνοπτικό λόγο, μέσω του οποίου επικαλούταν τον όνομα της Αγίας Τριάδας, χάρη της οποίας γινόταν η εκλογή του προσώπου, στο οποίο δινόταν το αξίωμα. Για το λόγο αυτό, το τιμώμενο πρόσωπο, μετά την τελετή, αφού προσκυνούσε τον αυτοκράτορα σε ένδειξη σεβασμού και ευγνωμοσύνης, πήγαινε στην εκκλησία, όπου άφηνε την τιμητική διάκριση για να λάβει την ευλογία του ιερέα σε ένδειξη επικύρωσης της αυτοκρατορικής απόφασης από τις Θείες δυνάμεις.

III. ΤΕΛΕΤΕΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ

Οι κυριότερες τελετές ιδιωτικού χαρακτήρα του αυτοκράτορα ήταν ο γάμος, η γέννηση των παιδιών του, η βάφτιση, τα γενέθλια του και η ταφή του. Ο αυτοκρατορικός γάμος απαιτούσε ιδιαίτερες διαδικασίες. Το βασικότερο μέλημα του αυτοκράτορα και της αυλής του ήταν η εξεύρεση της μέλλουσας συζύγου και αυτοκράτειρας. Για το σκοπό αυτό διοργάνωναν ένα είδος ιδιότυπων καλλιστείων. Οι υποψήφιες απαιτούνταν να έχουν συγκεκριμένα προσόντα όπως: η ευγενική καταγωγή, η παρθενία, καθώς και η φυσική ομορφιά. Η τελευταία κάποιες φορές επισκίαζε όλα τα άλλα, όπως η περίπτωση της Θεοδώρας, συζύγου του Ιουστινιανού, η οποία, καίτοι προερχόταν από την κατώτερη κοινωνικά τάξη, έθελξε με το φυσικό της κάλλος τον νεαρό αυτοκράτορα.

Όταν η μέλλουσα νύφη έφθανε στην Κωνσταντινούπολη ετύγχανε της υποδοχής στα περίχωρα της πόλεως από τον ίδιο τον αυτοκράτορα. Κατόπιν, συνοδεύονταν στα ανάκτορα όπου πριν το γάμο λάμβανε χώρα η "σπόνζα" που ήταν στην ουσία ο αρραβώνας. Εάν δε, ήταν ετερόθρησκη, μεσολαβούσε το βάπτισμα και η αλλαγή ονόματος. Η γαμήλια τελετή γινόταν συνήθως στην Αγία Σοφία, δίχως να αποκλειστεί το ενδεχόμενο τέλεσης του μυστηρίου σε κάποιον άλλο ναό. Μετά την τελετή οι νεόνυμφοι κατευθύνονταν στα ανάκτορα για να παραθέσουν το γαμήλιο συμπόσιο, με καλεσμένους τους όλους τους ανώτατους αξιωματούχους και τον Πατριάρχη. Ακολουθούσαν τα δώρα που πρόσφερε ο αυτοκράτορας στους υπηκόους του, όπως η φιλοτιμία για να τονίσει την γενναιοδωρία και τη μεγαλοψυχία του.

Εδώ να σημειώσουμε ότι ορισμένες φορές υπήρξαν γάμοι αυτοκρατόρων, οι οποίοι προσέκρουαν στους εκκλησιαστικούς κανόνες. Ένα τέτοιο παράδειγμα αποτέλεσε η τετραγαμία του Λέοντος του ΣΤ’. Ο Λέοντας, στερούμενος διαδόχου, αποφάσισε να νυμφευθεί για τέταρτη φορά τη Ζωή Καρβουνοψίνα, η οποία του είχε χαρίσει λίγο πριν τον Κωνσταντίνο τον Ζ’ τον Πορφυρογέννητο. Ο τότε Πατριάρχης Νικόλαος ο Μυστικός αρνήθηκε να επικυρώσει αυτή τη σχέση και παραιτήθηκε. Ο νέος Πατριάρχης Ευθύμιος δέχτηκε «κατ’οικονομίαν» αυτόν τον γάμο.

Να αναφερθούμε επίσης στο γεγονός ότι οι κόρες του αυτοκράτορα παντρεύονταν κατά κανόνα ευγενείς, ανωτάτους στρατιωτικούς ή αξιωματούχους, στους οποίους δίνονταν διάφοροι βαρύγδουποι τίτλοι. Πολλοί γάμοι, επίσης, των αυτοκρατορικών γόνων με ξένους βασιλιάδες ή πριγκίπισσες, συνδέονταν με την προσπάθεια τόνωσης της εξωτερικής πολιτικής του Βυζαντίου. Αναφερόμαστε στους "επιγαμικούς δεσμούς".

Για τη γέννηση, τώρα, των αυτοκρατορικών γόνων υπήρχε ένα ειδικά διαμορφωμένο ανακτορικό διαμέρισμα που ονομάζονταν "πορφύρα". Κατά συνέπεια, τα τέκνα των αυτοκρατόρων που είχαν γεννηθεί στο συγκεκριμένο διαμέρισμα ονομάσθηκαν πορφυρογέννητοι. Ειδικά ο ερχομός στη ζωή αρσενικού παιδιού γέμιζε μεγάλη χαρά το αυτοκρατορικό ζεύγος, διότι πρακτικά, αυτό σήμαινε τη συνέχιση της δυναστείας. Να τονίσουμε εδώ, βεβαίως, το γεγονός ότι η διαδοχή δεν ήταν νομικά κατοχυρωμένη, λόγω του ότι η πεποίθηση για τη Θεϊκή εκλογή του αυτοκράτορα την απέκλειε. Εντούτοις, ο εκάστοτε αυτοκράτορας επιθυμούσε να υποδείξει τον γόνο του ως τον κατάλληλο, ως τον άριστο, βασισμένος στην βυζαντινή αντίληψη για την κληρονομικότητα των καλών ιδιοτήτων.

Αμέσως μετά τη γέννηση έστελναν αγγελιαφόρους για να αναγγείλουν σε όλη την επικράτεια της αυτοκρατορίας το σημαντικό αυτό γεγονός. Κατά την πρώτη ημέρα ο Πατριάρχης έδινε την ευχή του στο νεογέννητο. Την τέταρτη μέρα διοργανώνονταν ιππικοί αγώνες, ενώ την επόμενη συγκεντρώνονταν αντιπρόσωποι από την ανακτορική φρουρά, από τους δήμους και από τους πολίτες για να επευφημήσουν και να γνωρίσουν την ονομασία του νεογέννητου. Την όγδοη ημέρα το πήγαιναν στην εκκλησία για να διαβαστεί και πάλι. Έπειτα, λάμβανε χώρα στα ανάκτορα εθιμοτυπική επίσκεψη των κυριών επί της τιμής με ανταλλαγή δώρων και ευχών. Το ίδιο συνέβαινε και με τους ανώτατους αξιωματούχους, όπως οι συγκλητικοί.

Όσο για τη βάπτιση του πορφυρογέννητου δεν υπήρχε συγκεκριμένη ημερομηνία. Την ημέρα της βάπτισης του παιδιού του αυτοκράτορα οι δρόμοι στολίζονταν με άφθονα λουλούδια και γενικά η Κωνσταντινούπολη ήταν ντυμένη για μία ακόμα φορά στα γιορτινά. Το μυστήριο λάμβανε χώρα συνήθως στην Αγία Σοφία, εκεί που βρίσκονταν το μεγάλο βαπτιστήριο. Στον χώρο αυτό επιτρεπόταν να παραβρεθούν μόνο το αυτοκρατορικό ζεύγος και οι ανάδοχοι. Οι τελευταίοι προέρχονταν από τις τάξεις των ανωτάτων κρατικών ή εκκλησιαστικών λειτουργών. Μετά το πέρας του μυστηρίου το βαπτισμένο παιδί επέστρεφε με συνοδεία πομπής στο ανάκτορο μέσα από τη Χαλκή, όπου κατά τη διάρκεια της διαδρομής ο λαός ζητωκραύγαζε.

Να αναφερθούμε επίσης στην επέτειο των αυτοκρατορικών γενεθλίων. Το παλάτι φορούσε πάλι τα γιορτινά του. Ο αυτοκράτορας παρέθετε επίσημο δείπνο στη μεγάλη αίθουσα υποδοχής που έχτισε ο Ιουστινιανός, γνωστή ως η Τρίκλινος του Ιουστινιανού. Εκεί, οι διάφοροι υπάλληλοι της αυλής, καθώς και οι υπόλοιποι άρχοντες γύριζαν τρεις φορές το τραπέζι του δείπνου και υμνούσαν τον βυζαντινό ηγεμόνα τραγουδώντας τα "βασιλίκια".

Τέλος, το θάνατο ενός αυτοκράτορα ακολουθούσε ένα συγκεκριμένο τυπικό κηδείας και ταφής της σορού του. Η ετοιμασία του νεκρού που περιλάμβανε το πλύσιμο της σορού, το σαβάνωμα και τους πένθιμους θρήνους γινόταν όπως τα συνήθη ταφικά έθιμα. Η υπόλοιπη τελετή, όμως, κυλούσε σύμφωνα με το αυτοκρατορικό εθιμοτυπικό. Ο νεκρός στολίζονταν με πολύτιμα ενδύματα, ενώ το φέρετρο ήταν χρυσό και διακοσμημένο με πολύτιμους λίθους. Τη στιγμή της εξόδου του φέρετρου ο Πατριάρχης διάβαζε τη νεκρώσιμη ευχή. Η σορός μεταφέρονταν στη Χαλκή για τον τελευταίο ασπασμό από τους συγγενείς και τους ανώτατους άρχοντες. Να σημειωθεί ότι δεν επιτρεπόταν η είσοδος του απλού κόσμου στο παλάτι. Στη συνέχεια, οι πρωτοσπαθάριοι εναπόθεταν την κλίνη του νεκρού στους ώμους τους και εξέρχονταν του ανακτόρου με προορισμό τον ναό των Αγίων Αποστόλων, ο οποίος ήταν κατά κανόνα ο τόπος ταφής των αυτοκρατόρων μέχρι τον 10ο αιώνα. Ο απλός λαός, εκτός από το να παρακολουθεί τη νεκρώσιμη πομπή, έραινε με άνθη το αυτοκρατορικό φέρετρο. Με την άφιξη της πομπής στο ναό των Αγίων Αποστόλων άρχιζε η νεκρώσιμος ακολουθία. Μετά το πέρας αυτής αφαιρούσαν το στέμμα από το κεφάλι του θανόντος. Σε αντικατάσταση του στέμματος τοποθετούσαν μια πορφυρή μεταξωτή ταινία. Η τελετή ολοκληρώνονταν με την τοποθέτηση της σορού στην ειδική λάρνακα.

IV. ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ ΤΩΝ ΤΕΛΕΤΩΝ

Η αυτοκρατορική λατρεία, που εδραιώθηκε στη Ρώμη, η οποία την παρέλαβε με τη σειρά της από τα ελληνιστικά βασίλεια, έλκει την καταγωγή της από την περσική αντίληψη περί ασκήσεως της εξουσίας. Η τελευταία πρέσβευε το αξίωμα ότι ο ρόλος της εξουσίας συνίστατο στην καταπολέμηση του κακού. Επιπρόσθετα, αποσκοπούσε, μέσω της αφοσίωσης του πληθυσμού στον αυτοκράτορα, στην πολιτική και πνευματική συνοχή της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Με δεδομένο αυτό και με απώτερο στόχο την ασφάλεια του κράτους, μέσω της ενιαίας χριστιανικής θρησκείας πλέον, θα προβληθεί ο Θείος και υπερβατικός χαρακτήρας του Βυζαντινού ηγεμόνα, κυρίως μέσω διαφόρων τελετών είτε δημοσίου είτε ιδιωτικού χαρακτήρα. Η συνολική τελετουργική μυσταγωγία του παλατιού αποσκοπεί τόσο στην καθιέρωση όσο και στην τήρηση της τάξεως που απηχούσε τη βυζαντινή κοσμοθέαση. Ο αυτοκράτορας δεν θεοποιείται πλέον, αφού ο Θεός είναι ένας και μοναδικός, αλλά κυβερνά «ελέω Θεού». Είναι ο απεσταλμένος Του στη γη και αυτός που ορίστηκε από Αυτόν για να κυβερνήσει τη γη ως «έμψυχος Νόμος», όπως ακριβώς Εκείνος κυβερνά τον ουρανό. Έχει το προνόμιο να εξουσιάζει ολόκληρο το χριστιανικό κόσμο, γι’αυτό κάθε προσχώρηση αλλοθρήσκων σε αυτό τον κόσμο συνεπάγεται την αναγνώριση, από αυτούς, της εξουσίας του Βυζαντινού μονάρχη.

Κάτω από αυτό το πρίσμα η εκλογή του αποκαλύπτει τη θεία βούληση, που εκδηλώνεται κυρίως με την παρεμβολή του Αγίου Πνεύματος στην ανθρώπινη θέληση και συνεπώς στην «εκλογική» διαδικασία. Σύμφωνα λοιπόν με την κυρίαρχη αυτή χριστιανική ιδεολογία, ο βασιλέας, στην προσπάθειά του να μιμηθεί τον ίδιο τον Θεό που τον επέλεξε γι’αυτό το αξίωμα, αποτελεί το πρότυπο του ιδανικού ηγεμόνα. Θεωρείται ευσεβής, δίκαιος, φιλάνθρωπος, γενναιόδωρος, αγνός, φιλαλήθης, φιλόχριστος. Δεν είναι τυχαίο ότι οι αυτοκράτορες απεικονίζονται πλέον στη βυζαντινή θρησκευτική εικονογραφία κρατώντας χριστιανικά σύμβολα, απόδειξη της θείας χάρης στην άσκηση του λειτουργήματός τους. Πολλές φορές συναντάμε απεικονίσεις αυτοκρατόρων να προσκυνούν τον ένθρονο Ιησού, σε ένδειξη του σεβασμού και της υπακοής, που και οι υπόλοιποι άρχοντες αλλά και ο λαός έπρεπε να δείχνουν προς τον εκπρόσωπο της κοσμικής εξουσίας. Η θεϊκή παρέμβαση στην εξουσία, αποδεικνύεται επίσης με την αποτύπωση των μορφών της Παναγίας ή του Χριστού και του αυτοκράτορα στις δύο όψεις αντίστοιχα των βυζαντινών νομισμάτων.

V. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Όπως διαπιστώνουμε, βασικός καταλύτης στην ιστορική πορεία του Βυζαντίου υπήρξε ο αυτοκρατορικός θεσμός. Η δημόσια και ιδιωτική ζωή του βυζαντινού αυτοκράτορα χαρακτηρίζονταν από ένα πλήθος τελετών και εκδηλώσεων είτε δημοσίου είτε ιδιωτικού χαρακτήρα, οι οποίες λάμβαναν χώρα μέσα από μία υποδειγματική τάξη, που είχε σκοπό να υπενθυμίσει την ουράνια τάξη και αρμονία. Η εκλογή του από το στρατό κατά τους πρώτους αιώνες έχει τις καταβολές της στο ρωμαϊκό παρελθόν. Αργότερα, στην εκλογική διαδικασία θα παίξει ενεργό ρόλο η σύγκλητος ή και ο λαός. Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, η εκλογή εκλαμβάνονταν ως αποτέλεσμα της Θείας επιφοίτησης. Ο ίδιος, βέβαια, επιθυμούσε την κληρονομική διαδοχή στα πλαίσια της δυναστικής σταθερότητας που εξασφάλιζε. Όπως και να έχει, όμως, η ουσία παραμένει η ίδια. Ο αυτοκράτορας αποτελεί την αντανάκλαση της Θεϊκής εξουσίας στη γη. Με την παρουσία της Θείας Χάρης ασκεί την εξουσία του. Λειτουργεί ως ο εκλεκτός του Θεού και αποτελεί τον ύπατο αντιπρόσωπό του σε αυτόν τον κόσμο.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  1. Σ. Ευθυμιάδης, Β. Πέννα κ.ά, Δημόσιος και Ιδιωτικός Βίος στον Βυζαντινό και Μεταβυζαντινό Κόσμο, Εκδόσεις ΕΑΠ, Πάτρα 2001
  2. H.-G. Beck, Η Βυζαντινή Χιλιετία, Εκδόσεις Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1990
  3. A. Guillou, O Βυζαντινός Πολιτισμός, Μετάφραση Paolo Odorico, Σμαράγδα Τσοχανταρίδου, Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1996

Audaces fortuna juvat - Η τύχη βοηθά τους τολμηρούς



Η συγκεκριμένη λατινική ρήσις τονίζει ότι τα μεγάλα κατορθούνται, ουχί διά των δισταγμών και υπολογισμών, αλλά με τόλμη. Η τύχη ευνοεί πάντοτε τους τολμηρούς και όχι εκείνους που θα δειλιάσουν. Ο Ανδρέας Κάλβος έγραφε στις Ωδές του: "Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία", αποδεικνύοντας το διαχρονικόν του Ελληνισμού, αφού τα ίδια έγραφε και ο μεγάλος Έλλην Ιστορικός Θουκυδίδης: "Εύδαιμον το Ελεύθερον, το δ' Ελεύθερον το Εύψυχον."

Ο Άγγλος φιλόσοφος Σπένσερ έγραψε επίσης το αξιομνημόνευτον εκείνο: "έσο τολμηρός και παντού έσο τολμηρός", υποννοώντας σαφώς ότι ο τολμηρός άνθρωπος παρασύρει και αυτή την τύχη προς το μέρος του ως σύμμαχο.

Άλλωστε, άνευ τόλμης, ουδέν επιτυγχάνεται εξ εκείνων, τα οποία χαρακτηρίζουμε ως ανώτερα πράγματα` διότι τα μεγάλα έργα δεν φυτρώνουν μόνα των, ούτε πραγματοποιούνται υπό ανθρώπων στους οποίους κυριαρχούν οι δισταγμοί και οι υπολογισμοί. Οι μεγάλοι σταθμοί στην Ιστορία του κόσμου αποτελούν δημιουργήματα θαραλλέων Ανδρών. Μία ματιά στα μεγάλα τεχνολογικά επιτεύγματα, στις εξερευνήσεις, στις ανακαλύψεις, αρκεί ίνα καταδείξει την πρωτοπορία αυτών των Ανδρών.

Εκείνοι οι οποίοι στερούνται της τόλμης και φοβούνται να εκτεθούν  σε περιπέτειες, ακόμη και να σταθούν απέναντι σε επικρίσεις του περιβάλλοντός των, είναι ανίκανοι να ανέλθουν υπεράνω του επιπέδου των κοινών ανθρώπων. Ήτοι να ξεχωρίσουν. Είναι αδύνατον να επιτύχουν ανώτερα πράγματα, εάν δεν τολμήσουν με γρανιτώδη θέληση και επιμονή να κυριεύσουν αυτά.

Εις, σύγχρονός μας έγραψε ό,τι "η αθανασία, ουδέν άλλον είναι, ει μη μόνον ζήτημα αποφάσεως προς γενναίαν τόλμην". Το ηρωικόν τρόπαιον, αποτέλεσμα αποφασιστικής τόλμης, είναι εκείνο που οδηγεί εις την αθανασίαν. Επομένως, ο ηρωισμός είναι τόλμη, και η νίκη, είτε εν ειρήνηι είτε εν πολέμωι, είναι το στεφάνωμα της τόλμης και ο καρπός αυτής. Ο Λεωνίδας, ο Αλέξανδρος, ο Παλαιολόγος, ο Κολοκοτρώνης και πολλοί άλλοι αποτελούν άριστα παραδείγματα πολεμικής ανδρείας, αυταπάρνησης και ηρωισμού.

Ορισμένες φορές, λαμβάνοντας μία τολμηρή απόφαση, είναι δυνατόν να μην αντικρίσουμε τη νίκη, διότι έτυχε να σφάλουμε` αλλά είναι προτιμότερον να διαπράξουμε σφάλματα, τολμώντες, παρά να απολεσθούμε εις τον κύκλο του φόβου προς τις ευθύνες και να συγκρατηθούμε εξ αυτού τούτου εις την ατολμίαν. Εξάλλου, τα σφάλματα μάς παρέχουν την πείρα προς την τελική επιτυχία (μαθαίνουμε μέσα από αυτά). Αρκεί να διατηρήσουμε το θάρρος και να σφυρηλατήσουμε έναν ισχυρό χαρακτήρα ο οποίος δύναται να τολμά και άπαξ και δις και πολλάκις, ώστε κάποια στιγμή να φέρουμε εις πέρας τα σχέδιά μας.

Όπου τολμούν οι Αετοί

Τοις τολμώσιν η τύχη ξύμφορος  (Θουκυδίδης)

Τους πόνους γαρ οι αγαθοί τολμώσιν, δειλοί δε εισίν ουδέν ουδαμού  (Ευριπίδης)

 Alea jacta est - Ο κύβος ερρίφθη  (Ιούλιος Καίσαρ)

Η ανεξέλεγκτη εξουσία της Εκκλησίας του Δήμου στην Αθηναϊκή Δημοκρατία



Στέκομαι κριτικά προς το δημοκρατικό πολίτευμα διότι διαφωνώ με εκείνους που το θεωρούν ως το καλλίτερο. Ειδικά για τους τους Έλληνες, πιστεύω ότι δεν ενδείκνυται η Δημοκρατία, καίτοι την επινόησαν. Γενικά, εις την ανθρώπινην φύσιν ο όχλος είναι κακός σύμβουλος, έτι περαιτέρωι στους Έλληνας. Ως λαός έχουμε την τάσιν να παθιαζόμεθα εύκολα από την εύκολη και ανέξοδη ρητορεία. Στη σημερινή εποχή, το ρόλο αυτό τον έχει αναλάβει η αριστερά` Στην αρχαία Αθηναϊκή Δημοκρατία οι Δημαγωγοί. Τα όσα εγκωμιαστικά έχουν γραφτεί, κατά καιρούς, για το μεγαλειώδες επίτευγμα της κατακτήσεως της Δημοκρατίας, στην οποία άρχουν οι πολλοί, προσωπικά τα θεωρώ ως τους απαραίτητους αστικούς μύθους που οδηγούν στον αποπροσανατολισμό από την πραγματικότητα, η οποία δείχνει άλλα πράγματα.

Κατά τον 5ο π.Χ αιώνα, αι Αθήναι ευτύχησαν να κυβερνηθούν από μία σειρά προσωπικοτήτων, που όμοιά της δεν υπήρξε ποτέ -με τέτοια συχνότητα- στην ανθρώπινη ιστορία. Αρχής γενομένης του Μιλτιάδους, ο οποίος ωδήγησε στον Θρίαμβο του Μαραθώνος, έπειτα του οξυδερκούς Θεμιστοκλή που διέγνωσε ορθώς ότι όστις κατέχει τις θάλασσες κατισχύει των αντιπάλων του "Μέγα το της Θαλάσσης Κράτος". Έπειτα του Κίμωνος, και, τέλος, του Περικλέους (ενός ανδρός αρχή). Αν εξαιρεθεί ο εξαιρετικών δυνατοτήτων Αλκιβιάδης, ο οποίος, όμως, ήτο δέσμιος των παθών του, πέραν των παραπάνω εκπληκτικών ανδρών, ουδείς υπήρξε. Μετά το θάνατο του Περικλέους παρατήρουμε μία ατέρμονη προσπάθεια δημαγωγών τε και δημοσίων συκοφαντών που κυριαρχούν στον Αθηναϊκό Δήμο.

Η Δημοκρατία αποτέλεσε πράγματι ένα μοναδικό φαινόμενο στον αρχαίο κόσμο. Ως προϊόν της ανθρωπίνου νοήσεως ασφαλώς και δεν ήτο τέλειο. Παρουσίαζε ορισμένα ελαττώματα. Ειδικά η ανεξέλεγκτη εξουσία η οποία παρείχετο στην Εκκλησία του Δήμου επέφερε πολλά δεινά στην πόλη των Αθηνών.

Ο Γκυστάβ Λε Μπον στο θαυμάσιο πόνημά του: "Ψυχολογία των Μαζών" έχει εντοπίσει επακριβώς την παθολογία της "Μάζας", η οποία δύναται να καθοδηγηθεί ακόμη και από άτομα των οποίων το μοναδικό προσόν είναι μια επιδέξια -λαϊκίστικη θα λέγαμε- ρητορεία. Ο Λε Μπον απέδειξε ότι η μάζα δεν αποτελείται απλά από το επί μέρους σύνολο ξεχωριστών οντοτήτων. Τουναντίον, τα άτομα εντός μιας οποιασδήποτε πληθυσμιακής Μάζης συγχωνεύονται σε μία ενιαία οντότητα από πλευράς σκέψης και συναισθήματος. Κατά συνέπεια, αυτός ο εξισωτισμός οδηγεί σε εξαφάνιση της αντιληπτικής ικανότητας και της κριτικής σκέψης, οδηγώντας τα άλλοτε ανεξάρτητα άτομα προς τα κάτω.

Το ίδιο συνέβη και με τη συσσώρευση υπερβολικών εξουσιών στην Εκκλησία του Δήμου των Αθηναίων πολιτών. Υπήρχε μεγάλος κίνδυνος να οδηγηθεί το υπέρτατο Αθηναϊκό πολιτειακό όργανο σε λάθος αποφάσεις. Όπερ και εγένετο. Στην Αθήνα του 5ου π.Χ αιώνος το πλήθος έδειξε ανωριμότητα και ευκολοπιστία στην επίδραση της ολοένα και πιο επιτηδευμένης, άρα και επικίνδυνης ρητορείας ορισμένων επιδεξίων αγορευτών. Οι τελευταίοι αποσκοπούσαν, κατά βάσιν, στην προσωπική τους ανάδειξη και προβολή. Δυστυχώς, είχαν και τα κατάληλλα λεκτικά εχέγγυα ώστε να πείσουν ένα κυριολεκτικά υπνωτισμένο πλήθος.

Τέτοια ολέθρια παραδείγματα είναι η καταδίκη των Αθηναίων στρατηγών μετά τη νικηφόρα για την πόλη των Αθηνών ναυμαχία των Αργινουσών κατόπιν των καταγγελιών ανευθύνων δημαγωγών (Θηραμένης), καθώς και του Κλέωνος του Δημαγωγού, καίτοι λοιδωρήθηκε τα μάλλα από τον Αριστοφάνη. Ο Κλέων είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, λαϊκιστή θα λέγαμε τη σήμερον, πολιτικού αν και όχι το σπουδαιότερο. Τα σκήπτρα σε αυτόν τον τομέα τα κρατά ο Αλκιβιάδης ο οποίος έπεισε τους Αθηναίους -ερχόμενος σε αντίθεση με την τακτική του Περικλέους στο να μην αναλώνονται σε μακρινές εκστρατείες αι Αθήναι- να αναλάβουν να φέρουν εις πέρας την παρακινδυνευμένη, και καταστροφική (εκ του αποτελέσματος) Σικελική εκστρατεία.

Βεβαίως, η περίπτωση του Αλκιβιάδους δεν είναι τόσο απλή, όσο και αν φαίνεται έτσι επιφανειακά. Πρόκειται για μία ικανότατη και πολυτάλαντη προσωπικότητα, την οποία εάν είχαν μυαλό οι Αθηναίοι θα μπορούσαν να εκμεταλλευθούν στο έπακρο ώστε να κερδίσουν ακόμη και τον πόλεμο. Αλλά, ας όψονται αι άφροναι και άνοαι βουλαί της αθηναϊκής Μάζης ή αλλοιώς όπως η ίδια παρουσιάζεται με τη χαρακτηριστική φράση του Θουκυδίδου: "όπως ο όχλος αγαπά να κάμνει", ο οποίος δεν είχε και την καλλίτερη άποψη για τις αντιδράσεις του πλήθους. Αλλά ο Αλκιβιάδης χρήζει ιδιαιτέρου εξετάσεως η οποία θα λάβει χώρα σε επόμενη δημοσίευση.

Εκτός των άλλων, η ανεύθυνη, δημαγωγικού τύπου ρητορική, ωδήγησε στην κατάχρηση του θεσμού του οστρακισμού. Μεγάλα ονόματα, θεμελιωτές της Αθηναϊκής ισχύος, όπως ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης ή ο Κίμων, έπεσαν θύματα των πολιτικών παιχνιδιών μεταξύ των δύο αντιμαχομένων παρατάξεων, των δημοκρατικών από την μία και των ολιγαρχικών από την άλλη. Η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι ήταν ο εξοστρακισμός του Υπερβόλου το 417 π.χ, κατόπιν μυστικής συμφωνίας -συμπαιγνίας θα λέγαμε- μεταξύ του Αλκιβιάδους και του Νικία. Από το έτος αυτό, λοιπόν, παύει να ισχύει. Αι πολιτικαί διαμάχαι από εδώ και πέρα, θα βρουν πρόσφορο έδαφος στας αίθουσας των δικαστηρίων. Μέσω των κατηγοριών της "Εισαγγελίας" και της "Γραφής Παρανόμων" θα επιχειρηθεί η πολιτική εξόντωση των αντιπάλων. Η κατάσταση αυτή, βέβαια, θα ευνοηθεί και από το γεγονός ότι, αι ποιναί προς τους ίδιους οι οποίοι κίνησαν τους δικαστικούς αγώνας, στην περίπτωση που οι ισχυρισμοί των αποδεικνύονταν αστήρικτοι και αβάσιμοι, ήταν πολύ μικραί. Εκείνη την εποχή είναι που θα αναδειχθούν οι περίφημοι ρήτορες του 4ου π.χ αιώνος, όπως ο Δημοσθένης και ο Αισχίνης.

Ένας άλλος τομεύς, τώρα, στον οποίο το αθηναϊκό πλήθος της Εκκλησίας του Δήμου επίσης δεν τα πήγε καλά ήταν η εξωτερική πολιτική. Ο χειρισμός των εξωτερικών ζητημάτων γίνονταν με περισσή επιπολαιότητα. Αποτέλεσμα αυτής ήταν η αλαζονική συμπεριφορά προς τους συμμάχους, την οποία οι Αθηναίοι πλήρωσαν τελικά ακριβά. Όμως, το αποκορύφωμα, ή, αν θέλετε, το επιστέγασμα των λανθασμένων αξιολογήσεων από την χαμηλή ποιοτική στάθμη της Μάζας του αθηναϊκού λαού, ήταν η Σικελική εκστρατεία. Η απερίσκεπτη και εντελώς ανόητη ανάκληση του Αλκιβιάδους εν πλωι (έπειτα από την προβοκατόρικη ενέργεια των πολιτικών του αντιπάλων να βανδαλίσουν τις κεφαλές του Ερμού), είχε ως αποτέλεσμα την συντριβή του Αθηναϊκού Στόλου και Στρατού στη Σικελία.

Εν κατακλείδι ο Δήμος, εκ της ιδιοσυστάσεώς του, κατάφερε πολλάκις να οδηγήσει τας Αθήνας σε μειονεκτική θέση. Αι καταστροφικαί αποφάσεις του ήταν εκείναι που στέρησαν τη νίκη στον Πελοποννησιακό Πόλεμο και επέφεραν την πολιτικοστρατιωτική παρακμή μια ώρα αρχύτερα. Η υπερβολική εκμετάλλευσις, των ίδιων των όπλων που παρείχε το πολίτευμα για την ασφάλειά του, όπως ο οστρακισμός και αργότερα οι δίκες από διάφορους τυχοδιώκτες, συκοφάντες, δημαγωγούς, ωδήγησε στα πρόθυρα της εξάντλησης το ίδιο το σύστημα διακυβερνήσεως. Αυτό το εγνώριζε άριστα, τόσο ο Πλάτων όσο και ο Ισοκράτης. Τόσο η "Πολιτεία" και οι "Νόμοι", όσο και ο "Αρεοπαγιτκός" αποτελούν προτάσεις για τον επαναπροσδιορισμό της Αθηναίων Πολιτείας. Ειδικά ο Ισοκράτης ανέλυσε καίρια την ψυχοπαθολογία της Αθηναϊκής Δημοκρατίας και πρότεινε μέσα από τους Λόγους του την επιστροφή εις την "Πάτριον Πολιτείαν" ως τη μοναδική διέξοδο από το οχλοκρατικό αδιέξοδο του 4ου π.Χ αιώνος.