Τρίτη, 29 Μαρτίου 2011

H διάλυση της δυτικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας



Της Ελένης Λαγουδάκη

Η αρχή της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας εντοπίζεται τον 6ο αιώνα π.χ. στην Ιταλική χερσόνησο. Οι Λατίνοι εκτόπισαν του Ετρούσκους από τη Ρώμη και ξεκίνησαν μια επεκτατική πολιτική σε βάρος των γειτονικών τους λαών (Nicholas 1999: 25). Η ρωμαϊκή δημοκρατία, που υιοθέτησε το ελληνικό μοντέλο διακυβέρνησης, εφάρμοσε μιλιταριστική πολιτική. Με τον πόλεμο κέρδιζε εδάφη, δούλους και λάφυρα. Σ’ αυτά στηριζόταν η οικονομία της και της παρείχαν τη δυνατότητα να συνεχίζει τους επεκτατικούς της πολέμους. (Αnderson 2001: 61,71). Toν 2ο αιώνα ήταν στο απόγειό της και είχε επεκταθεί από τη Βρετανία μέχρι την Αίγυπτο και τη Μεσοποταμία και από τη Μαυριτανία μέχρι τον Καύκασο. Ο χώρος ανατολικά του Ρήνου, βόρεια του Δούναβη και του Εύξεινου Πόντου έμειναν εκτός συνόρων (Αρβελέρ, Αymard 2003: 86, Nicholas 1999: 25-27 και Brown 1998: 15). Στόχος της παρούσας μελέτης είναι να εξηγήσουμε πώς αυτό το απέραντο κράτος παρήκμασε, κατέρρευσε κάτω από την πίεση εισβολέων και μετεξελίχθηκε σε πολυάριθμα κράτη, τα οποία ίδρυσαν οι κατακτητές. Θα παραθέσουμε επίσης τις κοινωνικές συνθήκες που διαμορφώθηκαν, καθώς και τους νέους θεσμούς που επιβλήθηκαν και προέρχονταν ως ένα βαθμό από τη ρωμαϊκή κληρονομιά.

Aίτια της διάλυσης του δυτικού τμήματος της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας

Το αχανές αυτό κράτος, την παραμονή των εισβολών των «βαρβαρικών» φύλων, χαρακτηρίζεται από πολιτική διαφθορά. Έχει ολιγαρχική δομή με την αριστοκρατία να κυριαρχεί στην πολιτική και πολιτιστική ζωή (Αρβελέρ,Αymard 2003:91 και Brown 1998:27). Η Σύγκλητος αποτελείτο από πρώην αξιωματούχους και ήταν ισόβια. Τα ανώτατα αξιώματα εξασφάλιζαν τη διοίκηση του στρατού. Αυτές οι δύο τάξεις αναδείκνυαν τον αυτοκράτορα. (Αnderson 2001: 87). Ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός τον 4ο αιώνα μ.Χ. μοίρασε τη διοικητική εξουσία σε δύο Αύγουστους και διαίρεσε τις επαρχίες σε μικρότερα τμήματα τα οποία ήταν πλέον εξαρτημένα απευθείας από τον αυτοκράτορα αποφεύγοντας με αυτόν τον τρόπο τις επαναστάσεις. Πολλαπλασίασε τη δύναμη του στρατού και απομόνωσε τη στρατιωτική από την πολιτική εξουσία (Nicholas 1999: 34, Βασίλιεφ 1995: 90-92). Για να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες αυτές, αυξήθηκε η γραφειοκρατία και κατά συνέπεια η φορολογία. (Αρβελέρ, Αymard 2003:106 και Brown 1998: 30). Ο κρατικός μηχανισμός διαβρώθηκε από την διαφθορά των νέων αξιωματούχων που διατηρούσαν πελατειακές σχέσεις και εκμεταλλεύονταν τη θέση τους, για να κερδοσκοπήσουν (Αρβελέρ, Αymard 2003: 109 και Brown 1998: 32-33). Η πρωτοφανής φορολογία ήταν άνισα κατανεμημένη, ταλαιπωρώντας τις κατώτερες τάξεις και διευρύνοντας το χάσμα μεταξύ των πλούσιων και φτωχών. (Brown 1998: 39-41). Σε αυτά τα προβλήματα προστέθηκε και ο αρνητικός ρόλος της συγκλήτου και της εκκλησίας, οι οποίες υπέσκαπταν τις δυνάμεις του στρατού και της αυτοκρατορικής διοίκησης. Ιδιαίτερα ο τεράστιος κληρικός μηχανισμός εξάντλησε τη ρωμαϊκή οικονομία και με το γραφειοκρατικό του βάρος (Anderson 2001:151, Brown 1998:127-128 και Ράπτης 1999: 25). Τον 5ο αιώνα μ.Χ. πλέον η ρωμαϊκή διοίκηση ήταν διεφθαρμένη και ανεπαρκής και οι περισσότεροι αυτοκράτορες ήταν υποχείρια της αυλής τους (Nicholas 1999: 43).

Μια άλλη διάσταση στους λόγους της παρακμής του ρωμαϊκού κράτους δίνει ο Αnderson αποδεικνύοντας ότι η παρακμή του οφειλόταν, εκτός των άλλων, στη συστηματική δουλεία και στις εκτεταμένες αγροτικές εξεγέρσεις των εκμεταλλευομένων μαζών που συντάρασσαν διαρκώς την αυτοκρατορία, οδηγώντας σε διαβρωτική κατάρρευση την παραδοσιακή πολιτική τάξη πραγμάτων, παρόλα τα μέτρα που λάμβαναν κατά καιρούς οι αυτοκράτορες. Γράφει λοιπόν ο Αnderson : «Έτσι η κοινωνική πόλωση της Δύσης κατέληξε σ΄ ένα σκοτεινό διπλό τέλος, όπου η αυτοκρατορία σπαρασσόταν τόσο στην κορυφή, όσο και στη βάση της από εσωτερικές δυνάμεις προτού εξωτερικές δυνάμεις δώσουν τη χαριστική βολή» (Αnderson 1998: 95, 97,119).

Η διαίρεση της αυτοκρατορίας την εποχή του αυτοκράτορα Διοκλητιανού συνέτεινε στην ενίσχυση του ανατολικού τμήματός της.΄Oταν το πολίτευμα της ρωμαϊκή αυτοκρατορίας έγινε μοναρχικό, οι αυτοκράτορες αναζητούσαν νέα πρωτεύουσα ανατολικά, γιατί στη Ρώμη το δημοκρατικό πνεύμα παρέμενε ζωντανό (Βασίλιεφ 1995: 85). Όταν ανέλαβε τη διοίκησή της ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος, μετέφερε την πρωτεύουσα του κράτους ανατολικά, στη θέση της αρχαίας ελληνικής πόλης Βυζάντιο, ιδρύοντας την Κωνσταντινούπολη, τη «νέα Ρώμη» το 330 μ.Χ. (Nicholas 1999: 34, Ράπτης 1999: 23 και Βασίλιεφ 1995: 68). Το ανατολικό τμήμα, όπου άκμαζε ο ελληνορωμαϊκός πολιτισμός, είχε ιδιαίτερη οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη (Brown 1998: 48-50). Το ρωμαϊκό κράτος ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για τις πλούσιες ελληνόφωνες ανατολικές επαρχίες προς τις οποίες μετατόπισε σταδιακά το ενδιαφέρον του αναβαθμίζοντάς τις. Εδώ αναπτύχθηκε ένας διαφορετικός αστικοποιημένος πολιτισμός, επηρεασμένος από ανατολικές συνήθειες, με ελληνική γλώσσα και διαφορετική θρησκεία και κατοίκους διαφόρων εθνοτήτων που απομακρυνόταν από τη δύση. Έτσι το χάσμα ανάμεσα στο κέντρο και την περιφέρεια της αυτοκρατορίας διευρυνόταν όλο και περισσότερο. (Ράπτης 1999: 23,103 και Berstein, Milsa 1997: 23).

Ένα άλλο σημαντικό ζήτημα διαφοροποίησης και αντιπαράθεσης στο εσωτερικό της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ήταν η εξάπλωση του χριστιανισμού στον ειδωλολατρικό κόσμο (Ράπτης 1999:24, Βασίλιεφ 1995: 68). Η «νέα κοινωνία» και ο τύπος του «νέου ανθρώπου» που δίδασκε ο χριστιανισμός ήλθαν σε ρήξη με τον παλιό ειδωλολατρικό κόσμο με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν οξύτατες κρίσεις. Αυτός ο «νέος άνθρωπος» είναι ένα αύταρκες πνευματικά άτομο που θέλει να βρίσκεται κοντά στο Θεό (Αρβελέρ, Αymard 2003: 125). Ο Κωνσταντίνος διέβλεψε ότι αυτή η θρησκεία που διέδιδε την αγάπη, την ομόνοια και την αλληλεγγύη, θα μπορούσε να ενισχύσει την ενότητα των φυλών της αυτοκρατορίας και να αντισταθμίσει την κλονισμένη πίστη των Ρωμαίων προς τους παραδοσιακούς θεούς τους. Έτσι αναγνώρισε επίσημα το χριστιανισμό με αποτέλεσμα να διχαστεί και να διαιρεθεί ο πληθυσμός σε ειδωλολάτρες και χριστιανούς (Nicholas 1999: 60-61 και Βασίλιεφ 1995:74 ). Όταν τον 4ο αιώνα μ.Χ. η αυτοκρατορία γίνεται χριστιανική, πολλοί ανώτεροι αξιωματικοί, αυλικοί, αλλά και αυτοκράτορες έγιναν χριστιανοί. Ο χριστιανισμός λοιπόν κέρδισε και τον έλεγχο μέρους των ανώτερων τάξεων, γιατί αυτοί οι «νέοι» άνδρες δεν δυσκολεύτηκαν να εγκαταλείψουν τις συντηρητικές πεποιθήσεις τους προς όφελος της νέας πίστης (Brown 1998: 33). Επιπλέον ο χριστιανισμός ήταν αποδεκτός και από τους μειονεκτούντες πληθυσμούς, τους αγρότες, τους δούλους και τους βάρβαρους, γιατί εξέφραζε την τάση για ισότητα και ένωση με αποτέλεσμα να υπάρχουν έντονες αμφισβητήσεις, αντιδράσεις και εξεγέρσεις. (Αρβελέρ, Αymard 2003: 132).

Αυτή η κατάσταση επικρατούσε στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, όταν άρχισαν οι εισβολές των διαφόρων «βαρβαρικών» φύλων . Τα περισσότερα φύλα από αυτά ήταν «γερμανικά» και δεν ήταν εντελώς άγνωστα στους Ρωμαίους. Τα σύνορα του Ρήνου και του Δούναβη ήταν ζώνες επαφής ανάμεσα στους Ρωμαίους και τους άλλους λαούς, που έρχονταν σε επαφή, είτε με το εμπόριο είτε με την καλλιέργεια της γης, είτε με την παρουσία μεικτών στρατευμάτων που σκοπό είχαν τη φύλαξή τους. Επίσης η ρωμαϊκή διοίκηση είχε καθιερώσει το θεσμό του συμμάχου (ομόσπονδοι, φοιδεράτοι) τη στράτευση «βαρβάρων» και τη χρησιμοποίηση αξιωματικών και στρατηγών γερμανικής προέλευσης. Έτσι υπήρχε ένα γερμανικό υπόστρωμα μέσα στον ίδιο τον ρωμαϊκό κρατικό μηχανισμό και μία ανάμιξη γερμανικών και ρωμαϊκών στοιχείων (Ράπτης 1999: 27, Anderson 2001: 126-127 και Αρβελέρ, Αymard 2003: 113). Αίτιοι για τη μετανάστευση των βαρβαρικών φύλων στα εδάφη της αυτοκρατορίας, ήταν νομάδες της ευρασιατικής στέπας. Οι φυλές αυτές βρίσκονταν σε μία διαρκή κίνηση προς αναζήτηση καλύτερης γης. Οι λόγοι που τους ανάγκασαν να εγκαταλείψουν τη γη τους και να κινηθούν ανατολικά ήταν δημογραφικοί, οικονομικοί, ίσως και κλιματολογικοί. Η μετατόπισή τους προς τα ανατολικά και νότια στο τέλος του 4ου αιώνα μ.Χ., δημιούργησε αλυσιδωτές μετακινήσεις γερμανικών φύλων, τα οποία περνούσαν τα σύνορα της αυτοκρατορίας αναζητώντας προστασία και νέα εδάφη για εγκατάσταση (Ράπτης 1999: 26, Αρβελέρ, Aymard 2003: 138 και Berstein, Milsa 1997: 34 ).

Kοινωνικές συνθήκες και θεσμοί - η ίδρυση «βαρβαρικών» βασιλείων

Η ρωμαϊκή αυτοκρατορία δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει αυτές τις εισβολές. Οι ρωμαϊκές λεγεώνες ήταν επιφορτισμένες κυρίως με την αντιμετώπιση των αγροτικών εξεγέρσεων στην Γαλατία, την Ισπανία και την Ιταλία. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να εξασθενήσει η άμυνα των ρωμαϊκών συνόρων και το 406 μ.Χ. καταρρέει η μεθόριος του Ρήνου με τις εισβολές του πρώτου κύματος. Αλλά και η ρωμαϊκή κοινωνία δεν ήταν αρκετά ισχυρή, ώστε να κρατήσει σε απόσταση τους εισβολείς ούτε ευέλικτη, ώστε να τους ενσωματώσει στο ρωμαϊκό τρόπο ζωής. Η χριστιανική εκκλησία δεν είχε φροντίσει για τον εκχριστιανισμό τους. Ο χριστιανισμός είχε εξαπλωθεί, είχε ωθήσει τους ανθρώπους σ΄ ένα αστικό τρόπο ζωής και η ηθική του δεν ήταν φιλοπόλεμη. «Τι θέση θα είχε ο Θεός σε ένα βάρβαρο κόσμο» διερωτάται ο Brown. Οι βάρβαροι αντιμετωπίζονταν με αντιπάθεια και έχθρα. Αν και ολιγάριθμοι, δεν αφομοιώθηκαν με αποτέλεσμα το σχηματισμό βαρβαρικών βασιλείων στα εδάφη του δυτικού τμήματος της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (Αnderson 2001: 73 σημ.14, Ράπτης 1999: 28, Brown 1998: 119,130,132, Αρβελέρ, Αymard, 2003: 140).

Μπορούμε να διακρίνουμε δύο ειδών βαρβαρικά βασίλεια: α) Αυτά που δημιουργήθηκαν από φύλα που είχαν έλθει σε επαφή με το ρωμαϊκό πολιτισμό και ήταν προφανής η επιθυμία τους να ενσωματωθούν σ΄ αυτόν και β) αυτά που δεν είχαν προηγουμένως επαφή με το ρωμαϊκό πολιτισμό και αντιμετώπισαν εχθρικά το γηγενή πληθυσμό. Στα πρώτα η μετάβαση από τη μία κατάσταση στη νέα έγινε ομαλά. Οι βαρβαρικοί πληθυσμοί δεν προκάλεσαν ουσιαστικές καταστροφές, ασπάσθηκαν το χριστιανισμό και οι επίσκοποι και οι συγκλητικοί είχαν λιγότερες δυσκολίες να τους αποδεχθούν. Δεν προκλήθηκε έξοδος ρωμαϊκών πληθυσμών ούτε ιδιαίτερη απορύθμιση της οικονομικής ζωής και οι μεικτοί γάμοι ευνόησαν την προοδευτική συγχώνευση. Το ρωμαϊκό δίκαιο ίσχυε για τους Ρωμαίους, ενώ οι Βάρβαροι είχαν δικούς τους εθιμικούς κανόνες. Ο αρχαίος πολιτισμός μετασχηματίσθηκε σε μεσαιωνικό. Διατηρείται η αστική ζωή με τις βιοτεχνικές, εμπορικές και αγροτικές δραστηριότητες (Brown 1998: 145-147, Αρβελέρ, Αymard, 2003: 133). Σημαντική θέση κατέχει η εκκλησία, η οποία ανενόχλητη συνεχίζει το έργο της υπό την καθοδήγηση των επισκόπων της. Η πολιτική ζωή στηρίζεται στην απόλυτη δικαιοδοσία του βασιλιά – πολέμαρχου (Nicholas 1999: 40-41). Στη δεύτερη περίπτωση οι εισβολές ήταν βίαιες με αποτέλεσμα να σφαγιασθεί ή να φύγει η πλειοψηφία του τοπικού πληθυσμού. Αυτοί οι λαοί θεώρησαν τους ρωμαίους κατακτημένο πληθυσμό. Δεν αφομοιώθηκαν ποτέ και επέζησαν σαν ξένα σώματα ερχόμενοι σε ρήξη με την αρχαία πολιτιστική παράδοση (Brown 1998: 133 , Αρβελέρ, Αymard, 2003: 146).

Το μεγαλύτερο μέρος της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας στη Δύση εξελίχθηκε βαθμιαία σε Ευρώπη των γερμανικών διάδοχων βασιλείων (Nicholas 1999: 44). Άρχισε λοιπόν μια διαδικασία συγχώνευσης και ενσωμάτωσης γερμανικών και ρωμαϊκών στοιχείων σε μια καινούργια σύνθεση που παραγκώνισε και τα δύο (Anderson 2003:139). Πρώτα απ’ όλα δημιουργήθηκε ένα σύνθετο μείγμα πληθυσμών. Η ρωμαϊκή επίδραση φάνηκε καθαρά με τη διάδοση του χριστιανισμού. Η μετάβαση των γερμανικών φύλων από τη μία θρησκεία στην άλλη έγινε ομαλά, προσηλυτίζοντας πρώτα τον ηγεμόνα και στη συνέχεια τους υπηκόους. Οι επιγαμίες που ακολούθησαν μεταξύ Γερμανών αριστοκρατών και ρωμαϊκών συγκλητικών οικογενειών συνέτεινε στην αφομοίωσή των δύο τάξεων (Νicholas 1999:45,123, Anderson 2001:143 και Ράπτης 1999: 31,33). Γενικά η εκκλησία επιβεβαίωσε την ενότητά της και ισχυροποίησε τους τοπικούς δεσμούς με τη θρησκευτική αλληλεγγύη σε όλες τις επαρχίες (Brown 1998: 134,139). Οι Ρωμαίοι επίσκοποι ασκούσαν και κοσμική εξουσία στην περιοχή της δικαιοδοσίας τους και φρόντισαν για τη διατήρηση της πνευματικής κληρονομιάς στις επισκοπικές και μοναστικές σχολές που διατηρούσαν (Νicholas 1999: 127 και Ράπτης 1999:33 ).

Τα λατινικά και οι λατινογενείς γλώσσες επιβλήθηκαν σε πολλές περιοχές και είναι άλλο ένα σημαντικό κληροδότημα των Ρωμαίων (Νicholas 1999: 46, Ράπτης 1999: 35 και Berstein, Milsa 1997: 51). To ρωμαϊκό δίκαιο εξακολούθησε να επικρατεί στο ρωμαϊκό πληθυσμό, ενώ οι Γερμανοί συμμορφώνονταν με τους δικούς τους εθιμικούς κανόνες, ανεξάρτητα από την περιοχή που εκδικαζόταν η υπόθεση. Υπήρχαν διαβαθμίσεις ποινών ανάλογα με την κοινωνική θέση του θύτη και του θύματος. Αργότερα δημιουργήθηκε ένας καινούριος νομικός κώδικας στηριγμένος σε παραδοσιακούς γερμανικούς κανόνες αλλά συνταγμένος στα λατινικά που γρήγορα κυριάρχησε στις νομικές συνήθεις της Ευρώπης (Anderson 2001: 142, Aρβελέρ, Αymard 2003: 145, Nicholas 1999: 47-50 και 115).

Η θέση του βασιλιά στη γερμανική κοινωνία ήταν ανώτερη σε όλες τις φυλές και το δικαίωμά του απόλυτα κληρονομικό και πατρογονικό. Τα κοινωνικά αξιώματα παρέχονταν στους προστατευόμενούς του από τον ίδιο. Οι Γερμανοί βασιλείς, για να μπορέσουν να κυβερνήσουν στηρίχθηκαν στην τοπική αριστοκρατία, η οποία διέθετε πλούτο και μόρφωση και κατείχε τα αξιώματα του κόμη και του επισκόπου. Αργότερα αυτές οι τάξεις συγχωνεύθηκαν και απετέλεσαν μια νέα τάξη αξιωματούχων ευγενών (Berstein, Milsa 1997:47, Nicholas 1999:119 και Ράπτης 32). Στις περιοχές όπου κυριαρχούσε κάποιος άρχοντας αναπτύχθηκαν οργανωμένοι αγροτικοί οικισμοί. Οι αγρότες είχαν κλήρο σε κάθε αγρό. Οι μεταναστεύσεις όμως αναβίωσαν τη δουλεία σε ολόκληρη την Ευρώπη. Οι δούλοι ήταν αιχμάλωτοι πολέμων, τους οποίους κρατούσαν ως λάφυρα, κυρίως για αγροτικές εργασίες (Nicholas 1999:232,238-239, Anderson 2001:142 και Berstein, Milsa 1997:47). Γενικά φαίνεται ότι σ΄ αυτό το μεταβατικό στάδιο, υπήρξε μια οπισθοδρόμηση. Οι Γερμανοί δεν μπόρεσαν να συνεχίσουν το ρωμαϊκό σύστημα φορολογίας, το οποίο προοδευτικά καταργήθηκε στερώντας τα κράτη τους από φορολογικά έσοδα (Ράπτης 1999: 32, Anderson 2001: 142 και Nicholas 1999: 50). Το εμπόριο παρήκμασε σε περιοχές που επικρατεί ανασφάλεια εξ αιτίας των επιδρομών, στις περιοχές που έχουν αποκλειστικά αγροτική παραγωγή και όπου το οδικό δίκτυο είναι ανεπαρκές. Διατηρείται κυρίως σε παραποτάμιες περιοχές και σε λιμάνια της Βόρειας Θάλασσας (Ράπτης 1999: 32, Nicholas 1999:248-250 και Berstein ,Milsa 1997:46). H εξασθένηση του εμπορίου είχε σαν συνέπεια την παρακμή των πόλεων. Αλλού εξαφανίσθηκαν εντελώς, αλλού συρρικνώθηκαν και αλλού μειώθηκαν οι δραστηριότητές τους. Όσες όμως επιλέγονται ως πρωτεύουσες γερμανικών κρατών αναπτύσσονται και ακμάζουν (Ράπτης 1999: 32, Nicholas 1999: 246, Berstein ,Milsa 1997: 46).

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω οι Γερμανοί βασιλείς, για να κυβερνήσουν, στηρίχθηκαν, εκτός από την τοπική αριστοκρατία, και στα μέλη της βασιλικής συνοδείας τους (Καραγεώργος 1987: 48). Η υπηρεσία των ευγενών θεωρείτο υπηρεσία στο πρόσωπο του βασιλιά, ο οποίος, για να δηλώσει την ευχαρίστηση και τη γενναιοδωρία του, τους παραχωρούσε ως ανταμοιβή ένα “beneficium” (αργότερα ονομάσθηκε φέουδο) δηλαδή μία δωρεά που συνήθως ήταν μια έκταση γης με τους καλλιεργητές της, αξιώματα ή δικαιώματα (Καραγεώργος 1987: 49, Anderson 2001:158-159 και Ράπτης 1999 72) . Με τον ίδιο τρόπο έδειχναν τη γενναιοδωρία τους και στις εκκλησίες, ώστε να εξασφαλίζουν τη νομιμοφροσύνη τους (Nicholas 1999:220). Αργότερα οι δωρεές αυτές έγιναν εξαρτημένα τιμάρια με αντάλλαγμα την καταβολή φόρων, ορκωτές υπηρεσίες και κυρίως παροχή στρατιωτικής υπηρεσίας στο μονάρχη (Anderson 2001:159, Ράπτης 1999:72). Αυτός ο θεσμός της υποτέλειας επεκτάθηκε και πέρα από την άμεση πίστη στον άρχοντα και έφτασε μέχρι τη βάση της κοινωνικής πυραμίδας (Ράπτης 1999:72, Nicholas 1999:224, Καραγεώργος 1987: 51). Ευνοήθηκε δε από την αβεβαιότητα και την ανασφάλεια που επικρατούσε λόγω εχθρικών επιδρομών με αποτέλεσμα ο πληθυσμός να αναζητά προστασία κοντά σε ισχυρούς άρχοντες (Ράπτης 1999:80). Έτσι ο υποτελής προσφέρει υπηρεσίες, ενώ ο χωροδεσπότης τον προστατεύει τον συντηρεί ή του παραχωρεί ένα φέουδο (Berstein, Milsa 1997: 111). Το τελικό αποτέλεσμα είναι η εμφάνιση των φεουδαρχικών σχέσεων, ή «φεουδαρχία», όπως ονομάσθηκε αργότερα (Nicholas 1999:216-217). Ο θεσμός της υποτέλειας δεν ήταν υποτιμητικός, γιατί ο υποτελής παρέμενε ελεύθερος άνθρωπος (Ράπτης 1999:72, Nicholas 1999:217). Πόσο ελεύθερος όμως μπορεί να είναι ένας άνθρωπος που έχει συνάψει σχέση εξάρτησης; Όταν αργότερα ο θεσμός αυτός έγινε κληρονομικός, σχηματίσθηκαν διάφορες ομάδες ευγενών (κόμητες, ιππότες, δούκες κλπ) και η φεουδαρχική σχέση συσχετίστηκε με το σύστημα διακυβέρνησης, γιατί η φύση του φέουδου συνεπαγόταν και διοικητικές αρμοδιότητες (Nicholas 1999:223-225 , Anderson 2001:162).

Η φεουδαρχική πυραμίδα κορυφωνόταν στον βασιλιά (Καραγεώργος 1987: 51, Ράπτης 1999:72). Ήταν και ο ίδιος μεγάλος γαιοκτήμονας και φεουδάρχης και η εξουσία του στηριζόταν στους ευγενείς και στους αριστοκράτες. Συχνά όμως η εξουσία τους ήταν μεγαλύτερη από τη δική του και μπορούσαν να παρεμβαίνουν και να διαμορφώνουν την πολιτική του βασιλιά (Καραγεώργος 1987: 68 , Berstein, Milsa 1997:135 και 176 , Ράπτης 1999:80). Για να επιβληθούν οι βασιλείς, φροντίζουν να εκμεταλλευτούν κάποια πλεονεκτήματα: Tο κληρονομικό δικαίωμα της βασιλείας παραχωρείται από τον ίδιο τον βασιλιά στον πρωτότοκο γιο, προκειμένου να αποφευχθεί ο διαμοιρασμός των βασιλικών εδαφών καθώς και οι εμφύλιες συγκρούσεις και οι αδελφοκτονίες (Nicholas 1999: 268, Καραγεώργος 1987: 91, Ράπτης 1999:65). Περιβάλλουν το θεσμό της βασιλείας με την ιερότητα που παρέχει η τελετή στέψης από αρχιεπισκόπους και υπάρχει η πεποίθηση ότι ο βασιλιάς είναι ο εκπρόσωπος του Θεού στη γη (Καραγεώργος 1987: 76-87 , Ράπτης 1999:81, Nicholas 1999: 273). Φροντίζουν για το διαχωρισμό της προσωπικής τους περιουσίας από την κρατική και μεριμνούν για την αύξηση της δεύτερης, διευρύνοντας την έκταση των βασιλικών εδαφών, ώστε στη συνέχεια να τα παραχωρούν στους δικούς τους ανθρώπους (Nicholas 1999: 267και273). Δημιουργούν σώματα ικανών και πιστών μόνιμων υπαλλήλων που επιφορτίζονται με την είσπραξη των φόρων και την απόδοση δικαιοσύνης (Berstein, Milsa 1997:139 και 173 , Ράπτης 1999:83). Έτσι διαμορφώθηκαν θεσμοί διακυβέρνησης που απετέλεσαν τα θεσμικά θεμέλια του κράτους όπως το γνωρίζουμε σήμερα (Nicholas 1999: 265).

Επίλογος
Παρατηρούμε λοιπόν ότι ο δημογραφικός και ο πολιτικός χάρτης της Ευρώπης άλλαξε ριζικά μετά την κάθοδο των «βαρβαρικών» φύλων. Η ρωμαϊκή αυτοκρατορία κληροδότησε δομές, θεσμούς, στοιχεία και παραδόσεις που επέδρασαν καθοριστικά στη διαμόρφωση του νέου κόσμου. Τα «βαρβαρικά» βασίλεια που εγκαθιδρύθηκαν συνδέθηκαν με μια οπισθοχώρηση και μια συρρίκνωση των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτισμικών συνθηκών. Τέλος, εκτός από τα προαναφερθέντα, όπως παρατηρεί και ο Anderson «…ένας μονάχα θεσμός διήνυσε ολόκληρη τη μετάβαση από την αρχαιότητα στο Μεσαίωνα σε ουσιαστική συνέχεια: η χριστιανική εκκλησία» (Anderson 2001:150). Αυτή απετέλεσε το συνδετικό κρίκο και τη γέφυρα όλων των ιστορικών γεγονότων. Oι συνέπειες και οι εξελίξεις θα ήταν εντελώς διαφορετικές για το μέλλον της Ευρώπης χωρίς την παρουσία της.
Βιβλιογραφία

Anderson Perry, Aπό την Αρχαιότητα στον Φεουδαλισμό, Oδυσσέας, Αθήνα 2001.
Αρβελέρ Ελένη - Aymard Maurice, Οι Ευρωπαίοι: Αρχαιότητα , Μεσαίωνας, Αναγέννηση , Σαββάλας , Αθήνα 2003.
Βασίλιεφ Α.Α. , Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (324 -1453), Τόμος 1ος, Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος , Αθήνα 1995.
Berstein S., Milza P., Ιστορία της Ευρώπης , Τόμος 1ος , Από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στα ευρωπαϊκά κράτη , 5ος – 18ος αιώνας , Αλεξάνδρεια , Αθήνα, 1997.
Brown Peter, O Κόσμος της Ύστερης Αρχαιότητας, 150 – 750 μ.Χ., Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1998.
Καραγεώργος Στυλ. Βασίλειος, Η Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία , Τόμος 1ος, Ιστορικές Εκδόσεις Στέφανος Βασιλόπουλος, Αθήνα, 1987.
Nicholas David, Η Εξέλιξη του Μεσαιωνικού Κόσμου: Κοινωνία, Διακυβέρνηση και Σκέψη στην Ευρώπη, 312 – 1500, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1999.
Ράπτης Κώστας, Γενική Ιστορία της Ευρώπης , Τόμος 1ος , ΕΑΠ , Πάτρα 1999.

http://www.archive.gr

Κυριακή, 27 Μαρτίου 2011

Η μάχη στο Μυριοκέφαλο το 1176

 

Όταν ο Μανουήλ παραιτήθηκε από τις μεγαλεπήβολες βλέψεις του στη Δύση, ανακάλυψε ότι ή ισορροπία δυνάμεων με τους Σελτζούκους είχε ανατραπεί και επί πλέον, ότι οι νομάδες είχαν και πάλι διεισδύσει βαθιά στα αυτοκρατορικά εδάφη. Το 1175-1176 βρήκε μια πολύ σημαντική τουρκομανικη εγκατάσταση στο Δορύλαιο, πόλη που ήλεγχε τις προσβάσεις ανάμεσα στο μικρασιατικό υψίπεδο, στα ανατολικά, και στις αυτοκρατορικές κτήσεις, στα δυτικά. 

Ό Ιωάννης Κίνναμος περιγράφει την εικόνα που αντίκρισε ο αυτοκράτωρ ως εξής:
«Κάποτε το Δορύλαιο ήταν μια από τις μεγάλες και πιο αξιόλογες πόλεις της Ασίας. Μια ευχάριστη αύρα φυσά στην περιοχή, που είναι γεμάτη από πεδιάδες πάνω σε οροπέδια μεγάλης ομορφιάς και πολύ πλούσια και γόνιμα, που παράγουν παχύ χορτάρι και μεστά δημητριακά. Ένα ωραίο ποτάμι διατρέχει την περιοχή και το νερό του είναι πολύ γλυκό. Τα ποταμόψαρα είναι τόσο άφθονα, ώστε παρά την εντατική αλιεύσει δεν λείπουν ποτέ. Παλιά είχε κτισθεί εδώ μια λαμπρή κατοικία του Καίσαρος Μελισσηνου, τα χωριά ήταν πολυάνθρωπα και υπήρχαν φυσικές θερμές πηγές με στοές και λουτρά και όλα τα αλλά αγαθά που προσφέρουν ευχαρίστηση στους ανθρώπους και που τα παρήγαγε η γη με αφθονία. Οι Πέρσες (Τούρκοι), όμως, όταν ή εισβολή τους στη χώρα των Ρωμαίων έφθασε στο αποκορύφωμά της κατέστρεψαν την πόλη εκ θεμελίων και την μετέβαλλαν σε ακατοίκητη περιοχή, εξαλείφοντας τα πάντα, ακόμα και το μικρότερο ίχνος του παλαιού της μεγαλείου... Κατόπιν 2.000 περίπου Πέρσες (Τούρκοι) νομάδες εγκαταστάθηκαν γύρω από την πόλη μέσα σε σκηνές, όπως συνηθίζουν».
Νοτιότερα ο Μανουήλ ανοικοδόμησε τον εγκαταλειμμένο οχυρωμένο οικισμό του Χόματος-Σουβλαίου (Κeςίbοrlu) στο μέσο περιοχής με πυκνές εγκαταστάσεις νομάδων με τα ποίμνια τους, για να του χρησιμεύσει ως προκεχωρημένη βάση για τις επιχειρήσεις του. Ή επανοχύρωση του Δορυλαίου και του Σουβλαίου στις ζωτικές αυτές περιοχές ήταν αναγκαία γιατί ο Μανουήλ σκόπευε να αναλάβει αποφασιστική εκστρατεία εναντίον του Κιλιτζ Άρσλάν. Στις δύο αυτές θέσεις τα βυζαντινά στρατεύματα θα έβρισκαν τα απαραίτητα εφόδια κατά την πορεία τους και, επί πλέον, θα εξασφάλιζαν τα νώτα τους. Το 1176 ο Μανουήλ αποφάσισε να θέσει τέρμα στη δύναμη των Σελτζούκων, καταλαμβάνοντας το Ικόνιο και αιχμαλωτίζοντας τον σουλτάνο. Έστειλε τον ανεψιό του Άνδρόνικο Βατάτζη να καταλάβει τη Νεοκαισάρεια ενώ ό ίδιος προχώρησε προς το Ικόνιο ακολουθώντας την πορεία χωναιΛάμπη και Χόμα-Σούβλαιον.
Τελικά έφθασε στον εγκαταλειμμένο οικισμό του Μυριοκεφάλου (cardak) όπου έμελλε να διεξαχθεί η κρίσιμη μάχη. Τα βυζαντινά στρατεύματα είχαν εξαναγκασθεί να ακολουθήσουν εξαιρετικά αργό ρυθμό κατά την προέλασή τους επειδή είχαν μαζί τους πολλά εφόδια και μεγάλο αριθμό αμάχων. Ή πορεία τους καθυστέρησε και από την αντίσταση των Τουρκομάνων νομάδων, οι όποιοι υπερασπίζονταν τις κατοικίες τους και τα ποίμνιά τους, που τα απειλούσε η παρουσία ενός τόσο ισχυρού βυζαντινού στρατού. Οι νομάδες, σε ομάδες 5.000 ως 10.000 ανδρών, παρενοχλούσαν τους Βυζαντινούς και την προηγούμενη της μάχης 50.000 από αυτούς λεηλάτησαν το αυτοκρατορικό στρατόπεδο.
Ό Κιλιτζ Άρσλαν με σύντονες προσπάθειες είχε προετοιμασθεί για να αντιμετωπίσει την εισβολή, στρατολογώντας πολυάριθμους Τούρκους της Μεσοποταμίας και ακολουθώντας την τακτική της «καμένης γης» κατά την υποχώρηση του στρατού του μπροστά στη βυζαντινή προέλαση. Τα χωριά και τα λιβάδια είχαν καεί και τα πηγάδια είχαν μολυνθεί από πτώματα όνων και σκύλων. Έτσι, πριν ακόμη αρχίσει η μάχη, ο βυζαντινός στρατός είχε αποδεκατισθεί από τη δυσεντερία.
Παρ' όλη την ευνοϊκή γι' αυτόν κατάσταση ο σουλτάνος έστειλε πρεσβεία προς τον αυτοκράτορα προτείνοντας τη σύναψη ειρήνης. Ό Μανουήλ αγνόησε τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε ο στρατός του και τις έντονες αντιρρήσεις των πιο έμπειρων στρατηγών του και απέρριψε τις προτάσεις αυτές.

Μετά την απάντηση του αυτοκράτορα ο σουλτάνος κατέλαβε την κλεισούρα Τζυβρίτζη, από την όποία θα περνούσαν οι Έλληνες μετά το Μυριοκέφαλο.
Ή μάχη που έγινε σ' αυτό το δύσβατο ορεινό πέρασμα υπήρξε σχεδόν εξ ίσου καταστρεπτική με τη μάχη του Μαντζικέρτ. Αποκομμένοι και περικυκλωμένοι μέσα στις στενές διαβάσεις οι Βυζαντινοί υπέστησαν φοβερή σφαγή. Επί πλέον, σφοδρή αμμοθύελλα είχε τόσο πολύ ελαττώσει την ορατότητα, ώστε να μην είναι δυνατό οι πολεμιστές να διακρίνουν τους αντιπάλους τους και να φονεύονται μεταξύ τους. Το απόγευμα, όταν κόπασε ή θύελλα, φαινόταν ότι οι Τούρκοι νικούσαν. Αξίζει επίσης να αναφερθεί ότι το ηθικό του βυζαντινού στρατού έπεσε ακόμη περισσότερο κατά τη διάρκεια της νύχτας με τις εκκλήσεις των Τούρκων, που πλησίαζαν το στρατόπεδο, προς τους χριστιανούς ομοεθνείς τους να εγκαταλείψουν τους Βυζαντινούς, όσο ήταν ακόμη καιρός. Ή καταπόνηση του στρατού ήταν τόσο μεγάλη, ώστε ο Μανουήλ σκέφθηκε σοβαρά να φύγει κρυφά και να εγκαταλείψει τον στρατό του στο έλεος των αντιπάλων.
Το περίεργο πάντως είναι ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, ο Κιλίτζ Αρσλαν σταμάτησε τις εχθροπραξίες και έστειλε έναν αξιωματούχο του, τον Γαβρα, να προτείνει όρους ειρήνης στον αυτοκράτορα. Οι κυριότεροι από τους όρους αυτούς περιλάμβαναν την απαίτησή του για την κατεδάφιση των οχυρώσεων του Δορυλαίου και του Χόματος-Σουβλαίου. Ή απροθυμία του σουλτάνου να εκμεταλλευθεί τη νίκη του οφειλόταν στο γεγονός ότι οι σύμβουλοι του ή είχαν δωροδοκηθεί από τον αυτοκράτορα ή πίστευαν ειλικρινά στην ειρήνη. Επί πλέον, όπως οι Βυζαντινοί διαπίστωσαν μετά την υπογραφή της ειρήνης και κατά τη διάρκεια της συμπτύξεώς τους, οι απώλειες των Τούρκων υπήρξαν πολύ μεγαλύτερες από ό,τι αρχικά νόμιζαν. Οι Τούρκοι είχαν ακρωτηριάσει τα πρόσώπα και τα μέλη των πτωμάτων ώστε να μην μπορούν να διαπιστώσουν οι Έλληνες την ακριβή έκταση των τουρκικών απωλειών. Ό Νικήτας Χωνιάτης δίνει αποτροπιαστικές σχετικές λεπτομέρειες.
Ή μάχη αυτή αποτέλεσε το σημαντικότερο γεγονός που διαδραματίσθηκε στη Μικρά Ασία από την εποχή της μάχης του Μαντζικέρτ (1071) και σημείωσε το τέλος κάθε βυζαντινού σχεδίου για την ανακατάληψη της Μικράς Ασίας. Ή αυτοκρατορία υπέστη ισχυρό κτύπημα και σοβαρές απώλειες σε στιγμή κατά την όποία βρισκόταν στο χείλος της καταστροφής.
Τα γεγονότα του 1176 οπωσδήποτε θα πρέπει να είχαν δυσμενείς επιπτώσεις στο ηθικό όχι μόνο του αυτοκράτορος, αλλά κυρίως των ελληνικών πληθυσμών των περιοχών της Μικράς Ασίας που βρίσκονταν ακόμη υπό βυζαντινή κυριαρχία. Αξίζει να σημειωθεί ότι ή μάχη του Μυριοκεφάλου έγινε σε απόσταση αρκετών εκατοντάδων μιλίων δυτικά από το πεδίο της μάχης του Μαντζικέρτ το γεγονός αυτό αποτελεί σαφή ένδειξη της μεγάλης εξαπλώσεως των Τούρκων στη Μικρά Ασία στο διάστημα των τελευταίων εκατό ετών.


Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (Εκδοτικής Αθηνών)


http://mathainoumeellinikiistoria.blogspot.com

Σάββατο, 26 Μαρτίου 2011

Πλωτίνου: "Περί Αιώνος και Χρόνου"

 
 
Το θαυμάσιο βιβλίο του Πλωτίνου με τίτλο: "ΠΕΡΙ ΑΙΩΝΟΣ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΥ" εστιάζει στο φαινόμενο του χρόνου. Πρόκειται για μία από τις δύο σωζόμενες μαρτυρίες που σχετίζονται με τον χρόνο, μαζί με αυτή του Αριστοτέλους στα "Φυσικά".

Ο Πλωτίνος υπήρξε ο σπουδαιότερος νεοπλατωνικός φιλόσοφος, ο οποίος έδωσε μιαν άλλη ώθηση στην πλατωνική διδασκαλία, τόσο με την εγκόλπωση στοιχείων από άλλα φιλοσοφικά ρεύματα όσο και με την δημιουργία ενός ιδιόμορφου φιλοσοφικού συστήματος το οποίο, εν πολλοίς, δάνεισε αρκετά στοιχεία στον διαμορφούμενο χριστιανισμό των πρώτων αιώνων.

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΔΙΟ ΚΑΙ ΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ

Γεννήθηκε το 204 μ.Χ στην Αίγυπτο. Ήταν μαθητής του Αμμωνίου Σακκά, μαζί με τον Ωριγένη, τον χριστιανό πλατωνικό. Στην φιλοσοφία του δεσπόζει η Τριαδολογία των Τριών Υποστάσεων – Απορροών. Σύμφωνα με τον Πλωτίνο το υλικό σύμπαν (ο αισθητός κόσμος) είναι μία σκεπτομορφή η οποία προβάλλεται από την «νοητή φύση». Η νοητή φύση, με την σειρά της, ακτινοβολείται από την καθολική Ψυχή του Κόσμου. Αλλά και η ίδια εκπορεύεται από τον Νου,  ο οποίος ακτινοβολείται από το Εν Αγαθό , το οποίο αποτελεί την κορωνίδα της Πλωτινικής μεταφυσικής ιεραρχίας. 

Οι Τρεις Υποστάσεις, Εν Αγαθό – Νους – Ψυχή, δημιουργούν τις κατώτερες πραγματικότητες σε μια διαρκή δημιουργία. Το ανώτερο ακτινοβολεί στο κατώτερο ως μία απόλυτα φυσική συνέπεια της ίδιας του της ύπαρξης. Αυτή η Τριαδικότητα υπήρξε ο πυρήνας της νεοπλατωνικής φιλοσοφίας.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ

Είναι αλήθεια ότι οι έννοιες του Χρόνου και της αιωνιότητος, λόγωι της αινιγματικότητος των, ασκούσαν, ασκούν και θα ασκούν τη γοητεία τους στον άνθρωπο. Ενσαρκούται με διάφορες μορφές στα λατρευτικά έθιμα όλων σχεδόν των λαών. Οι Αρχαίοι Έλληνες ταύτιζαν τον Χρόνο με τον Κρόνο που έτρωγε τα παιδιά του. Βρίσκουμε αναφορές του Χρόνου τόσο στα Έπη του Ομήρου, όσο και στις  περιγραφές των Άθλων του Ηρακλέους, καθώς και στην  ιστορία του Προμηθέως. Στα ορφικά δηλούται ως κοσμική οντότητα όπου η εκδήλωσή του αποτελεί έκφραση της γέννησης του Σύμπαντος. Αργότερα, ο Φερεκύδης κατά τον 6ο αιώνα επιχειρεί να ερμηνεύσει αποσπασματικά τη φύση του χρόνου. Ο Ζήνων θέτει το γνωστό "παράδοξό" του, ο Πλάτων τον ορίζει ως την: "κινητή εικόνα της ακινήτου αιωνιότητος", ενώ ο Αριστοτέλης είναι προσανοτολισμένος στη γραμμική θεώρησή του. Ο Πλωτίνος, έχοντας υπ΄ όψιν του όλες τις παραπάνω θεωρήσεις, επιλέγει να βρεθεί πιο κοντά στην Πλατωνική, βάζοντας ταυτόχρονα τη δική του πνευματική σφραγίδα.

"Επομένως, θα πρέπει να αναγάγουμε το κινούμενο σώμα σε ωρισμένο χρόνο στην κίνηση της ίδιας ωρισμένης εκτάσεως -γιατί αυτή είναι ο αιτιατός λόγος της σωματικής κίνησης- και της χρονικής διάρκειας, και αυτήν με την σειρά της πρέπει να την αναγάγουμε στην κίνηση της Ψυχής που διαρκεί εξίσου. Την κίνηση, όμως, της ψυχής σε τι θα την αναγάγουμε; Όπου και να θελήσουμε να την αναγάγουμε θα είναι ήδη αδιάστατο. Με αυτόν τον τρόπο η κίνηση της Ψυχής είναι πρωταρχική και μέσα της υπάρχουν όλα τα άλλα, χωρίς η ίδια να περιέχεται πουθενά. Το ίδιο ισχύει και με την Ψυχή του σύμπαντος. Άρα είναι και μέσα μας ο χρόνος; Είναι σε κάθε ατομική ψυχή, και ομοειδώς σε όλες, και όλες είναι μία. Με αυτόν τον τρόπο δεν πρόκειται ο χρόνος να διασπασθή, όπως δεν διασπάται η αιωνιότητα, η οποία ενυπάρχει σε όλα τα ομοειδή της."

(Σε ερμηνευτική απόδοση μετά σχολίων του Ιωάννη Σταματέλλου από τις εκδόσεις Γεωργιάδη)

Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2011

Το ιστορικό υπόβαθρο της 25ης Μαρτίου





Αποτελεί πικρή διαπίστωση το γεγονός ότι στη χώρα μας σπανίζει η άρτια κι απροκατάληπτη επιστημονική έρευνα βασικών πτυχών της Επανάστασης του 1821.Ιστοριογράφοι, πανεπιστημιακοί κι εκλεκτοί των μ. μ. ε. που εκπροσωπούν συγκεκριμένες τάσεις στην ιστοριογραφία, έχουν στο θέμα αυτό υιοθετήσει ως πάγια τακτική να υποβάλλουν τις πρωτογενείς πληροφορίες στο διωγμό της ηθελημένης αγνόησης, της επιλεκτικής μεταχείρισης και της στρέβλωσης.

Την κατάσταση αυτή, φαίνεται, είχε υπ’ όψιν του ο ιστορικός Σπύρος Ασδραχάς, όταν προσφάτως μιλούσε για «παράδοξη απουσία του 1821» στις ημέρες μας. Επεξηγούσε ότι με τον όρο αυτό δεν εννοεί την ανυπαρξία σύγχρονης συγγραφικής παραγωγής γύρω απ’ το 21, αλλά αναφέρεται στην παραγόμενη ιστοριογραφία, που είναι κατώτερη των περιστάσεων και «δεν αντιστοιχεί και στις τεκμηριωτικές απαιτήσεις».[1]
Η παρατήρηση αυτή, βεβαίως, δεν αφορά τα κορυφαία σύγχρονα ιστοριογραφικά έργα υψηλής επιστημονικής στάθμης, που επιφυλάσσουν στο ’21 μια καθ’ όλα επάξια διαπραγμάτευση.[2]

Η ιδεολογικά κατευθυνόμενη, όμως, ιστοριογραφία εμποτίζει εδώ και δεκαετίες την ελληνική κοινωνία με στρεβλές απεικονίσεις της βιωμένης ιστορίας, προσδίδοντάς τους, μάλιστα, το επίπλαστο πρόσημο της προοδευτικότητας.

«Εφαρμόζοντας τέτοιες μονόπλευρες θεωρήσεις –έγραφε προ ετών ο Κωνσταντίνος Τσάτσος- και δένοντας έτσι σε κλίνη του Προκρούστη την ιστορία του 21, μερικοί ισχυρίζονται ότι την ’’απομυθοποιούν’’, ότι την απαλλάσσουν από την ωραιοποίηση και αποκαλύπτουν την πικρή της αλήθεια (…) Υποτιμώντας ή σπιλώνοντας μεγάλα ονόματα ή εξαιρετικά γεγονότα δεν απομυθοποιούμε το 21. το σπιλώνουμε (…) Γι’ αυτό, θολώνουν την αλήθεια και βλάπτουν την Πατρίδα εκείνοι που, αποσιωπώντας είτε ανομήματα είτε κατορθώματα και συνθλίβοντας πρόσωπα και πράξεις κάτω από την καλύπτρα μιας μονόπλευρης έρευνας, επιχειρούν να δώσουν στα γεγονότα του παρελθόντος ερμηνείες, που προσαρμόζονται σε αμφισβητήσιμες πολιτικές επιδιώξεις του παρόντος».[3]

25η Μαρτίου: Η ορισθείσα από τη Φιλική Εταιρία ημέρα έναρξης της Επανάστασης

Παρ’ όσα λέγουν ή σκεπάζουν με τη σιωπή τους οι ποικιλώνυμοι ‘’απομυθοποιητές’’, η ιστορικότητα της 25ης Μαρτίου είναι αναμφισβήτητη κι ιδιαιτέρως βαρύνουσα: Εδράζεται πρωτίστως στο γεγονός ότι η ανώτατη Αρχή της Φιλικής Εταιρίας υπό τον Αλέξανδρο Υψηλάντη καθόρισε την ημέρα αυτή της εορτής του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου ως ημέρα έναρξης της Επανάστασης.

Πανθομολογείται αυτό από τους αγωνιστές της Επανάστασης και τους ιστορικούς της τότε εποχής.

Παραθέτουμε ακολούθως αναφορές ιστορικών που μετείχαν της Επανάστασης, όπως ο Αμβρόσιος Φραντζής, ο Τζόρτζ Φίνλεϋ κ.α. καθώς και τις προσωπικές μαρτυρίες του Κολοκοτρώνη και του Φωτάκου.

Αμβρόσιος Φραντζής: «Ο Γρηγόριος Δικαίος κατετάραττε συνεχώς τον εγκέφαλον των πάντων, παρουσιαζόμενος ως αντιπρόσωπος προσωρινός του Α. Υψηλάντου, και παριστάνων θετικώς ότι η ημέρα της ενάρξεως είναι διωρισμένη πανταχού η 25 Μαρτίου, ότι την αυτήν ημέραν πυρπολείται ο Σουλτανικός στόλος, ότι δίδεται πυρ εις όλην την Κωνσταντινούπολιν, ότι φονεύεται ο Σουλτάνος (…) Αυτά ταύτα διεφημίζοντο και από μέρους του Θ. Κολοκοτρώνη, του Νικηταρά, και Αναγνωσταρά».[4]

Τζορτζ Φίνλεϋ: «Οι πράκτορες της υπάτης διευθύνσεως (σ.σ. της Φιλικής Εταιρίας) είχον ορίσει ήδη την 25 Μαρτίου, ως ημέραν καθ’ ήν η Επανάστασις έμελλε να εκραγή ταυτοχρόνως εις πάσαν επαρχίαν και πόλιν της Οθωμανικής αυτοκρατορίας πλήθουσαν Ελλήνων».[5]

Φωτάκος: «Εξέλεξαν τον Φωτάκον, όστις απεστάλη δαπάνη του Ι. Αμβροσίου μεγαλεμπόρου εν Οδησσώ, έχων και ούτος την εντολήν να είπη προς τον Κανέλον Δεληγιάννην, ότι η ορισθείσα ημέρα της επαναστάσεως ήτο η 25 Μαρτίου του επιόντος έτους 1821, όπως ετοιμάζεται και αυτός και οι άλλοι». [6]

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης: «Εις τα ’20 με ήλθον γράμματα από τον Υψηλάντη δια να είμαι έτοιμος, καθώς και όλοι οι εδικοί μας. 25 Μαρτίου ήτον η ημέρα της γενικής επαναστάσεως (…) Έστειλα και εις τας επαρχίας της Μεσσηνίας, Μιστρός, Καρύταινας, Φαναριού, Λεονταριού, Αρκαδίας, της Τριπολιτσάς, και ήλθον εκεί οπού ευρισκόμουν, και τους έλεγα, ότι την ημέρα του Ευαγγελισμού να είναι έτοιμοι, και κάθε επαρχία να κινηθή εναντίον των Τούρκων των τοπικών».[7]

Οι μαρτυρίες αυτές τεκμηριώνουν αδιάσειστα την κεφαλαιώδη για το νέο ελληνισμό σημασία της 25ης Μαρτίου.

Η εσκεμμένη αποσιώπηση

Στην αντίπερα όχθη ορισμένοι σύγχρονοι ή λιγότερο σύγχρονοι ιστοριογράφοι έχουν επιδοθεί σε αγώνα αθέμιτο για απόκρυψη της αλήθειας, καλύπτοντας τούτο το σημαντικό ορόσημο της νεοελληνικής ιστορίας κάτω από πλήθος σελίδων σιωπής και παραπλανητικών αναφορών.

Το δρόμο άνοιξε πριν μισό και πλέον αιώνα ο Γ. Κορδάτος, για ν’ ακολουθήσουν ο Δ. Φωτιάδης, ο Τ. Σταματόπουλος, ο Τ. Βουρνάς, ο Κρεμμυδάς κ.α.. Πρόκειται για ιστοριογράφους που τα βιβλία τους είχαν κι έχουν μεγάλη διάδοση κι εξέθρεψαν την ιστορική συνείδηση γενεών νεοελλήνων.

Ας δούμε εν συντομία με πιο τρόπο αντιμετώπισαν την 25η Μαρτίου οι εν λόγω ιστοριογράφοι:

α) Ο Γ. Κορδάτος στο βιβλίο του Η Κοινωνική Σημασία της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821 γράφει: «Η επανάστασις θα ήρχιζε κατά τας αρχάς του 1821 και θα ήτο γενική».[8]

Περιοριζόμενος σε αυτή τη αόριστη χρονική προσέγγιση προσπερνά κάθε συγκεκριμένη αναφορά στην ημερομηνία έναρξης του Αγώνα.

Το ίδιο κάνει και όταν αναφέρεται στην αποστολή του Παπαφλέσσα στην Πελοπόννησο, ο οποίος, καθώς λέει, «ενεργούσε σύμφωνα με τας εντολάς που του έδωσεν η Φιλική Εταιρία και ήτο αποφασισμένος να τα παίξει όλα για όλα δια να μείνει πιστός και να εκτελέσει τας εντολάς που έλαβε».[9]

Δεν αναφέρει, όμως, ότι στον κεντρικό πυρήνα αυτών των εντολών βρίσκονταν το επαναστατικό σάλπισμα της 25ης Μαρτίου.

Την ίδια τακτική της εσκεμμένης αποσιώπησης ακολουθεί και στη Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, όπου γράφει: «Η Αρχή (σ.σ. της Φιλικής Εταιρίας) έγραψε και στον Κανέλλο Ντεληγιάννη, που ήταν από τους πρώτους του Μοριά και τον καλούσε μαζί με τ’ αδέρφια του να συντρέξουν και πρωτοστατήσουν στον Ιερό Αγώνα».[10]

Αποκρύπτει όμως αυτό που καταμαρτυρά ο Φωτάκος, ο άνθρωπος που κόμισε στον Δεληγιάννη το εν λόγω μήνυμα: Ότι, δηλαδή, η Φιλική Εταιρία διασάλπιζε πως «η ορισθείσα ημέρα της επαναστάσεως ήτο η 25 Μαρτίου του επιόντος έτους 1821».[11]

Αναφορικά με τα διατρέξαντα στη σύσκεψη της Βοστίτσας ο Κορδάτος γράφει ότι στους εκεί συνελθόντες ο Παπαφλέσσας «εκθέτει την εντολή που έχει (από την Αρχή της Φ. Ε.) και πώς διαγράφεται η κατάσταση. Τους βρίσκει σύμφωνους στο ζήτημα ότι αναβολή θα φέρει μεγάλο κακό».[12] Περισσότερες πληροφορίες δεν δίνει επ’ αυτού, μα παραπέμπει τον αναγνώστη στα έργα του Φωτάκου, στα Απομνημονεύματα του Σπηλιάδη και στη βιογραφία του Παπαφλέσσα, που έγραψε ο Αργυρόπουλος.

Παραθέσαμε ήδη τη μαρτυρία του Φωτάκου. Ας δούμε τι λένε οι λοιποί δύο:

Ο Σπηλιάδης στον Α΄ τόμο των Απομνημονεύματων του καταγράφει ρητά «την 25η Μαρτίου, ως ημέραν προσδιωρισμένην να λάβωσι τα όπλα πανταχού οι Έλληνες».[13]

Ο Αργυρόπουλος αναφερόμενος στον Παπαφλέσσα γράφει: «Ούτος, όθεν διήρχετο διέσπειρε τας επαναστατικάς του ιδέας προσθέτων συνάμα ότι η 25 Μαρτίου ήτο υπό της Εταιρείας προσδιωρισμένη ημέρα προς έναρξιν τη Επαναστάσεως».

Είναι εμφανές ότι η παραπομπή του Κορδάτου στα έργα τούτα έγινε για να αποφύγει να καταγράψει ο ίδιος την ανεπιθύμητη, γι’ αυτόν, αλήθεια!

Σε άλλο σημείο ο Κορδάτος αναφερόμενος στον Ηλία Φωτεινό λέει πως «είναι η πιο σπουδαία πηγή για την εισβολή του Υψηλάντη στη Μολδοβλαχία».[14] Παραθέτει δε και εκτενές απόσπασμα από το βιβλίο του Φωτεινού. Προσπερνά, όμως, ακροποδητί την ακόλουθη πολύ σημαντική πληροφορία που εκείνος μας δίνει:

«Η ημέρα της ενάρξεως, είναι πασίγνωστον, ότι ήτο εκείνη των 25 Μαρτίου, αποφασισμένην δι’ όλα τα μέρη της Επαναστάσεως, επί ταύτης έπετο και ο Υψηλαντης να πράξη εν τη Μολδοβλαχία την έφοδόν του, άλλ’ ο προκαταλαβών θάνατος τον της Βλαχίας Ηγεμόνα, ως ειρέθη, συνήργησεν, ως εις καλήν επιτυχίαν, την άμεσον κίνησιν του Θεοδώρου (σ.σ. Βλαδιμηρέσκου), και επομένως επετάχυνε την ως επί τω μικρώ εν αυταίς ταις επαρχίαις άωρον έξοδον του Υψηλάντου».[15]

Η πληροφορία του Φωτεινού είναι πολύ σημαντική, διότι μάς εξηγεί και τους λόγους, για τους οποίους το κίνημα του Υψηλάντη άρχισε ένα μήνα περίπου νωρίτερα από την ταχθείσα ημερομηνία της 25ης Μαρτίου. Πρόκειται για ζήτημα που χρήζει ειδικής διερεύνησης, μα οι εν λόγω ιστοριογράφοι αποφεύγουν ακόμη και να το θίξουν.[16]

Αυτό που προκύπτει εν προκειμένω είναι ότι ο Γιάννης Κορδάτος κάνει ό,τι μπορεί, όχι για να φέρει στο φως την ιστορική αλήθεια, μα για να ρίξει στο σκοτάδι την 25η Μαρτίου.

β) Ο Δ. Φωτιάδης στα οικεία κεφάλαια της Ιστορίας του ουδεμία αναφορά κάνει στον καθορισμό της 25ης Μαρτίου από τη Φιλική Εταιρία ως ημέρας έναρξης του Αγώνα. Κι ας γνωρίζει άριστα πως αυτό ήταν το βασικό μήνυμα που κόμιζε ο Παπαφλέσσας, όταν έφτασε στην Πελοπόννησο, κι ότι υπέρ αυτού του επαναστατικού ορόσημου αγωνίστηκε στη σύσκεψη της Βοστίτσας.

Αναφερόμενος στη σύσκεψη αυτή ο Φωτιάδης γράφει κάτι που ελέγχεται ως ανακριβές: Ότι δηλαδή εκεί αποφασίστηκε η αναβολή της επανάστασης.[17] Αναβολή, όμως, σε σχέση με ποια ημερομηνία; Αυτό δεν το λέει.

Όμως, όσα αποσιωπά ο Φωτιάδης, τα φέρνει στο φως ο Φωτάκος, που γράφει:

«Κατά πρότασιν του Φλέσα απεφάσισαν να κοινοποιήσουν τον σκοπόν της συνελεύσεως εις όλους τους αδελφούς της εταιρίας και εις τους αρχιερείς, και να παίξουν τα πράγματα όπως δυνηθούν με την εξουσίαν, ώστε να μακρύνουν τον καιρόν, αλλ’ η ετοιμασία να εξακολουθή δραστηρίως δια την επανάστασιν, επειδή είχον έλθει πολλοί απ’ έξω Πελοποννήσιοι προς τον σκοπόν τούτον, και η επανάστασις ήτον αδύνατον να βραδύνη περισσότερον της ορισθείσης ημέρας, ήτοι της 25 Μαρτίου».[18]

Ένας απ’ ατούς που είχαν έρθει απ’ έξω, για να μετάσχουν της Επανάστασης, ήταν κι ο Κολοκοτρώνης. Ο Φωτιάδης μιλώντας γι’ αυτόν αναφέρεται στο «γράμμα που πήρε από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη να ετοιμαστεί για το σηκωμό».[19] Δε βρίσκει, όμως, να πει μια λέξη για την 25η Μαρτίου!

Τα βροντόφωνα λόγια του Γέρου του Μοριά αντηχούν, όμως, μεσ’ απ’ το χρόνο κι αποκαλύπτουν αυτό που κρύβει ο Φωτιάδης:

«Εις τα ’20 με ήλθον γράμματα από τον Υψηλάντη δια να είμαι έτοιμος, καθώς και όλοι οι εδικοί μας. 25 Μαρτίου ήτον η ημέρα της γενικής επαναστάσεως».

γ) Ο Τάκης Σταματόπουλος στο τετράτομο έργο του ‘’Ο Εσωτερικός Αγώνας’’ αναφέρεται στη σύσκεψη της Βοστίτσας. Παραθέτει τα ονόματα των συμμετασχόντων και γράφει ότι ο Παπαφλέσσας μίλησε εκεί πρώτος, και «για να γίνει πιο πιστευτός, τους έδειξε στο τέλος τις οδηγίες του Α. Υψηλάντη για την Επανάσταση στο Μοριά».[20] Ούτε λόγος, όμως, για το ποιες ήταν αυτές οι οδηγίες και τι πρόβλεπαν για την 25ης Μαρτίου.

Ο Σταματόπουλος, που συχνά παραπέμπει στο Φωτάκο, καμώνεται ότι δεν είδε αυτό που ο υπασπιστής του Κολοκοτρώνη γράφει ξανά και ξανά χωρίς περιστροφές: «Εις αυτούς εφανέρωσε τον ερχομόν του, τον τίτλον του ως απεσταλμένου παρά της Γενικής αρχής (σ.σ. της Φ. Ε.), και ότι η 25 Μαρτίου είναι η πρώτη ημέρα της επαναστάσεως».[21]

Ο Σταματόπουλος αντλεί πληροφορίες και παραπέμπει συχνά και στον Μέντελσον Βαρθόλδη.

Ωστόσο, όλως τυχαίως, δεν είδε την πληροφορία που εκείνος μας δίνει: Ότι, δηλαδή, ο Παπαφλέσσας «διεκήρυξεν εξ ονόματος των ριζοσπαστών, ότι 6 Απριλίου (δηλ. 25 Μαρτίου) ήτο η εσχάτη προς κήρυξιν προθεσμία, και ότι πάσα βραδύτης ήθελεν είσθαι ολεθρία».[22]

δ) Ο Τάσος Βουρνάς ακολουθεί κι αυτός με συνέπεια την ίδια γραμμή αποσιώπησης. Και δε διστάζει να το κάνει ακόμη και στο σημείο εκείνο που μας πληροφορεί ότι ο Κολοκοτρώνης στις αρχές Ιανουαρίου πέρασε από τη Ζάκυνθο στο Μοριά «ειδοποιημένος από τον παράνομο μηχανισμό των Φιλικών (…) Ο Κολοκοτρώνης πραγματώνει συγκεντρώσεις καπεταναίων από τη Μεσσηνία, το Μιστρά, το Λιοντάρι, την Καρύταινα, την Τριπολιτζά και τους ενημερώνει για τον επικείμενο αγώνα, ζητώντας τους να ’ναι έτοιμοι ‘‘στο φτερό’’ και να πάρουν τα όπλα μόλις τους δοθεί το σύνθημα».[23]

Ο Βουρνάς απηχεί εδώ τα λόγια του Κολοκοτρώνη, που παραθέσαμε ανωτέρω. Μα ενώ ο Γέρος του Μοριά στην παράγραφο εκείνη αναφέρεται δυο φορές στο ορόσημο της 25ης Μαρτίου, ο Βουρνάς με πάσα επιμέλεια το αποκρύπτει ‘‘στο φτερό’’!

ε) Η Ιστορία του Νέου Ελληνισμού των εκδόσεων Ελληνικά Γράμματα μετέχει κατά τον ίδιο ανάξιο τρόπο στη συμπαιγνία της σιωπής. Αναμενόμενο, ίσως, αν λάβουμε υπ’ όψιν ότι ο διευθυντής έκδοσης ιστορικός Βασίλης Παναγιωτόπουλος και ο συντάκτης του αρμόδιου κεφαλαίου Στέφανος Παπαγεωργίου πρόσφεραν δημόσια στήριξη στο ανεκδιήγητο βιβλίο ιστορίας της κ. Ρεπούση.[24]

Ο κ. Παπαγεωργίου στο σχετικό κεφάλαιο του 3ου τόμου γράφει ότι «η Επανάσταση, εκδηλώθηκε το Μάρτιο του 1821, στην Πελοπόννησο (…) Η σωστή οργάνωση και η προσεκτική προετοιμασία της Φιλικής Εταιρίας βοήθησε στην περίπου ταυτόχρονη εκδήλωση της Επανάστασης σε πολλές περιοχές. Οι μικρές χρονικές αποκλίσεις οφείλονταν είτε σε αντικειμενικές αδυναμίες συνεννόησης είτε σε τοπικές ιδιαιτερότητες και συγκυρίες».[25]

Κι ενώ καθείς περιμένει ότι ο συγγραφέας θα εξηγούσε ποια συγκεκριμένη μέριμνα επέδειξε η Φιλική Εταιρία για την ταυτόχρονη εκδήλωση της Επανάστασης, αυτός καλύπτει με άκρα σιωπή το επαναστατικό ορόσημο της 25ης Μαρτίου.

στ) Ο Βασίλης Κρεμμυδάς στον εισαγωγικό του τόμο στην Ιστορία του Σ. Τρικούπη, που εξέδωσε το Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, αποφεύγει επιμελώς οιαδήποτε αναφορά στην ιστορική αυτή ημέρα, παρ’ όλο που η ανάπτυξη του θέματός του επέβαλλε, για λόγους στοιχειώδους πληρότητας, να αναφερθεί στην 25η Μαρτίου, για να εξηγήσει αυτό που γράφει: Πώς, δηλαδή, συνέβη και «η Επανάσταση στη νότια Ελλάδα άρχισε σχεδόν ταυτόχρονα και από πολλά σημεία (πράγμα που) αποδεικνύει την άρτια προετοιμασία και οργάνωση που είχε κάνει η Φιλική Εταιρία».

Το πώς συνέβη αυτό, το προσπερνά χωρίς εξήγηση.

«Είδαμε –γράφει ο Κρεμμυδάς- ότι η Φιλική Εταιρία είχε σχεδιάσει την έναρξη της Επανάστασης από την Πελοπόννησο (…) Είναι εντυπωσιακός ο συντονισμός των επαναστατικών ενεργειών με τις οποίες κατέληξε να ξεσηκωθούν μέσα στην πρώτη μόνο εβδομάδα η Πελοπόννησος και η Στερεά και να ετοιμάζονται και άλλες περιοχές».[26]

Πώς, αλήθεια, έγινε αυτό; Ήταν τυχαίο; Ως επτασφράγιστο μυστικό κρατά ο Κρεμμυδάς ότι αυτά συνέβησαν, επειδή η Φιλική Εταιρία είχε ορίσει την 25η Μαρτίου ως ημέρα του γενικού ξεσηκωμού!

Η απόκρυψη της αλήθειας αυτής καθίσταται πιο καταδικαστέα επειδή το βιβλίο του Κρεμμυδά[27] αφ’ ενός μεν είναι έκδοση της Βουλής των Ελλήνων, και αφ’ ετέρου επειδή ο Τρικούπης – στο έργο του οποίου μάς εισάγει το σύγγραμμα του Κρεμμυδά - αναφέρεται ξεκάθαρα στην ιστορική σημασία της 25ης Μαρτίου.[28]

Συγκεκριμένα, αναφερόμενος στον Κολοκοτρώνη ο Τρικούπης γράφει:

"Δεν έπαυε ανταποκρινόμενος μετά των εν Πελοποννήσω οικείων του, και προδιαθέτων αυτούς εις το να δράξωσι τα όπλα την 25ην Μαρτίου, ως προεσχεδιάσθη". [29]

Περιττό να πούμε ότι την ίδια τακτική αποσιώπησης είχε ακολουθήσει ο Κρεμμυδάς και στο βιβλίο του Νεότερη Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή.[30]

ζ) Μάταια αναζητήσαμε κάποια αναφορά στην ιστορική υπόσταση της 25ης Μαρτίου ξεφυλλίζοντας τις 406 σελίδες του πρόσφατα εκδοθέντος συλλογικού τόμου που επιμελήθηκε ο Πέτρος Πιζάνιας «Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 Ένα Ευρωπαϊκό Γεγονός».[31]

Η γραμμή της αποσιώπησης τηρείται κι εδώ πιστά.

Συνέπειες της απόκρυψης της αλήθειας

Στο Ριζοσπάστη το Μάρτιο του 2009 κάποια επίτιμη σχολική σύμβουλος που υπογράφει με τα αρχικά Λ. Χ., δημοσίευσε σε τρεις συνέχειες κείμενό της με τίτλο «Ο θρύλος της Αγίας Λαύρας και η ιστορική αλήθεια».

Η κ. Λ. Χ. εκεί δε δίστασε να ρίξει το σύνθημα:

«Καταργείται η 25η Μάρτη, ως εθνική γιορτή, που αυθαίρετα ορίστηκε»!

Βασικός λόγος αυτής της εξωφρενικής απαίτησης είναι, μεταξύ άλλων, ότι «δεν υπάρχει ιστορική πηγή στην οποία να έχει καταγραφεί επαναστατική πράξη του ελληνικού λαού στις 25 Μάρτη».[32]

Δε θα σταθούμε στη σωρεία λαθών, των ανακολουθιών, την απουσία ιστορικής αίσθησης και στο έλλειμμα γνώσης που παρατηρούνται στο εκτενές κείμενό της. Θα σημειώσουμε μόνο ότι ο τελευταίος ισχυρισμός της καταρρίπτεται από τον Β. Κρεμμυδά, που στο εισαγωγικό του βιβλίο στην ιστορία του Τρικούπη γράφει: «Στις 25 Μαρτίου καταλήφθηκαν η Πάτρα, όπου μικροσυμπλοκές είχαν αρχίσει από τις προηγούμενες μέρες, η Μεθώνη και το Νεόκαστρο».[33]

Τη διαψεύδει, επίσης, ο Φωτιάδης, που αναφέρει ότι στις «25 Μαρτίου 1821 το ‘Επαναστατικό Διευθυντήριο των Πατρών, συγκροτημένο από τους Παλαιών Πατρών Γερμανό, Κερνίκης Προκόπιο, Ανδρέα Ζαΐμη, Ανδρέα Λόντο, Μπενιζέλο Ρούφο, Σωτήρη Θεοχαρόπουλο και Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλο, εκδίδει διακήρυξη προς τις ευρωπαϊκές Δυνάμεις, που την επόμενη, 26 Μαρτίου, τη δίνει στους πρόξενους της Πάτρας».[34]

Άξιο ιδιαίτερης μνείας είναι ότι η κ. Λ. Χ. εμφανίζεται να αγνοεί παντελώς ότι η 25η Μαρτίου ήταν η ημέρα που όρισε η Φιλική Εταιρία ως ημέρα έναρξης της Επανάστασης! Και το αγνοεί, προφανώς, διότι οι μόνοι ιστορικοί στους οποίους βασίζεται και παραπέμπει, είναι ο Κορδάτος και ο Δ. Φωτιάδης.

Θύμα των έντεχνων αποσιωπήσεων των δύο αυτών ιστορικών η κ. Λ. Χ. αποτελεί τρανή απόδειξη σε ποιο βαθμό αυτές οδηγούν στη διαμόρφωση στρεβλών ιστορικών συνειδήσεων μα και σε άγονες κι επικίνδυνες στάσεις, όπως αυτή της κ. Λ. Χ., η οποία ούτε λίγο ούτε πολύ καλεί σε ανένδοτο αγώνα για την κατάργηση της 25ης Μαρτίου!

Παρεπόμενο της τακτικής παραγνώρισης κι απαξίωσης τούτου του σημαντικού για τη νεοελληνική ιστορία ορόσημου, θα πρέπει να θεωρήσουμε πως είναι και το γεγονός ότι η εξέχουσα τούτη ημέρα δεν αναφέρεται στο βιβλίο ιστορίας της Γ΄ Λυκείου Γενικής Παιδείας, παρά μόνο στα ψιλά γράμματα ενός δισέλιδου πίνακα, ως η ημέρα που ο Π. Π. Γερμανός όρκισε τους αγωνιστές στην Πάτρα.[35]

Όσον αφορά το βιβλίο της Γ΄ Γυμνασίου, οι συγγραφείς του μνημονεύουν την 25η Μαρτίου, μόνο και μόνο για να δηλώσουν, εμμέσως πλην σαφώς, ότι αυτή στερείται πραγματικής ιστορικής βάσης και ότι επίπλαστα ορίσθηκε ως ημέρα εθνικής εορτής![36]

"25η Μαρτίου εξαπλώνεται η Επανάσταση σ’ όλη την Πελοπόννησο και διακηρύσσεται επίσημα."

Το γεγονός ότι όλες οι επαναστατικές διεργασίες είχαν ως φωτεινό ορόσημο την 25η Μαρτίου μάς βοηθά να κατανοήσουμε για ποιο λόγο τη ημέρα αυτή γενικεύτηκε ο ξεσηκωμός κι εξαπλώθηκε σ’ ολόκληρη την Πελοπόννησο.

Οι κατά τόπους εξεγέρσεις και οι ένοπλες συγκρούσεις, που είτε προηγήθηκαν[37] της 25ης Μαρτίου είτε βρίσκονταν σε πλήρη εξέλιξη, έκαναν το Μοριά να μοιάζει την ημέρα εκείνη με επαναστατικό ηφαίστειο. Η διαπίστωση προέρχεται από τους σημαντικότερους ιστοριογράφους του Αγώνα, οι οποίοι είχαν προσωπική συμμετοχή στα επαναστατικά δρώμενα.

Ας δούμε τι καταμαρτυρούν:

Μ. Οικονόμου: «Την ημέραν ταύτην της 25 Μαρτίου 1821 ακριβώς ευρέθησαν άπαντες εις τας επαρχίας, εις τας οποίας έκαστος ανήκεν, η σημαία του σταυρού υψώθη συγχρόνως πανταχού, και η επανάστασις αρχήσασα, ελάμβανε διαστάσεις εν Πελοποννήσω κατά ταύτην την κλητήν και ευλογημένην ημέραν».[38]

Ν. Σπηλιάδης: «Και τοιουτοτρόπως την 25 μαρτίου του 1821 επανέστη η Πελοπόννησος μετά την 24 φεβρουαρίου, καθ’ ην ο Υψηλάντης διεκήρυξεν εις την Μολδαυίαν την επανάστασιν».[39]

Αμβρόσιος Φραντζής: «Οι Πελοποννήσιοι καθ’ όλας τας επαρχίας της Πελοποννήσου άδραξαν τα όπλα κατά των Οθωμανών (τω 1821 μαρτίου 25), υψώσαντες τας της ελευθερίας σημαίας…».[40]

Ι Φιλήμων: «Αληθινόν είναι, ότι η Επανάστασις έλαβε χαρακτήρα γενικώτερον από της 25».[41]

Κανέλλος Δεληγιάννης: «Εγενικεύθη ο αγών εις όλας τας τάξεις των Πελοποννησίων μέχρι 25 των Μαρτίου, ώστε καθιερώθη αυτή η εθνοσωτήριος ημέρα του Ευαγγελισμού, ως ημέρα της παλιγγενεσίας».[42]

Ιδιαιτέρως σημαίνοντα είναι και τα ακόλουθα γεγονότα, που συγκροτούν το ιστορικό οικοδόμημα της 25ης Μαρτίου:

α) Την ημέρα αυτή του Ευαγγελισμού εξεδόθη η πρώτη προκήρυξη προς τας ευρωπαϊκάς αυλάς, εκ μέρους του Αρχιστρατήγου των Σπαρτιατικών στρατευμάτων Πέτρου Μαυρομιχάλη και της Μεσσηνιακής Γερουσίας της εν Καλαμάτα, στο όνομα του ελληνικού γένους.[43]

β) Στις 25 Μαρτίου ο Π. Π. Γερμανός, ο Α. Ζαΐμης και τα λοιπά μέλη του Αχαϊκού Διευθυντηρίου συνέταξαν στην Πάτρα Επαναστατική Διακήρυξη, την οποία επέδωσαν την επόμενη ημέρα στους προξένους των ευρωπαϊκών κρατών.[44]

Από την 25η Μαρτίου και μετά, λοιπόν, δεν μιλάμε για εξέγερση της μιας ή της άλλης επαρχίας, αλλά για επανάσταση ολόκληρης της Πελοποννήσου, επισήμως διακηρυχθείσα προς τα ευρωπαϊκά κράτη.

Στο εξής καθίστατο ξεκάθαρο προς όλους – καθώς βρίσκονταν σε πλήρη εξέλιξη και το κίνημα του Αλέξανδρου Υψηλάντη στη Μολδοβλαχία- πως επρόκειτο για γενική Επανάσταση ενός υπόδουλου λαού εναντίον των δυναστών του. Επρόκειτο για Επανάσταση ενός έθνους, που επιζητούσε την ελεύθερη και ανεξάρτητη πολιτική του υπόσταση.

Γι’ αυτούς ακριβώς τους λόγους και υπ’ αυτή τη συγκεκριμένη έννοια το Βασιλικό Διάταγμα του 1838 -που καθιέρωσε την 25η Μαρτίου ως ημέρα εθνικής επετείου- αναφέρει ότι την ημέρα αυτή το Ελληνικό Έθνος προέβη στην «έναρξιν του περί Ανεξαρτησίας Αγώνος».[45]

Έναρξη υπό την έννοια βεβαίως ότι το επαναστατικό κίνημα του Υψηλάντη στη Μολδοβλαχία[46] εκλαμβάνεται, ως πρόλογος, κατά κάποιο τρόπον, στην Επανάσταση που ξέσπασε στην κυρίως Ελλάδα, και ότι τα τοπικά κινήματα του Μοριά αξιολογούνται ως εισαγωγή στην Επανάσταση, η οποία απέκτησε αντιπροσωπευτική ευρύτητα κι επίσημη έκφραση την 25η Μαρτίου.

Δύο επιπλέον σημαίνοντες λόγοι επέδρασαν, ώστε η ημέρα αυτή του Ευαγγελισμού να οριστεί ως ημέρα εθνικής εορτής:

α) Η ξεχωριστή για τη χριστιανοσύνη ημέρα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου συμβολίζει άριστα και διασαλπίζει το γεγονός ότι ο Αγώνας έγινε ομού υπέρ πίστεως και υπέρ πατρίδος. Έγινε «για του Χριστού την Πίστη την Αγία και για την Ελευθερία»! Όπως είπε χαρακτηριστικά ο Κολοκοτρώνης «Όταν επιάσαμε τα άρματα, είπαμε πρώτα υπέρ Πίστεως και έπειτα υπέρ Πατρίδος».[47]

β) Η 25η Μαρτίου παραπέμπει άμεσα και απονέμει συμβολικά τιμή στη Φιλική Εταιρία και τον αρχηγό της Αλέξανδρο Υψηλάντη, που προετοίμασαν μεθοδικά την Επανάσταση και αποφάσισαν την ξέχωρη τούτη ημέρα να τελεστεί ο γενικός ξεσηκωμός.

Τον ορισμό της 25ης Μαρτίου ως ημέρας εορτασμού της εθνικής μας παλιγγενεσίας υποδέχτηκαν θερμά, πλην των άλλων και οι εκ των σημαντικότερων σύγχρονοι της Επανάστασης ιστοριογράφοι.

Ας δούμε τι γράφουν:

Α. Φραντζής: «Δικαίως η 25 Μαρτίου εκανονίσθη εορτή προς εθνικήν δοξολογίαν»[48].

Ο Ι. Φιλήμων, παρ’ ότι αμφισβητούσε ότι ο Υψηλάντης καθόρισε την 25η Μαρτίου ως ημέρα της Επανάστασης, γράφει:

«Θεωρούμεν την 25 μαρτίου, αν ουχί γεγονός, ιδέαν όμως λαμπράν και ελληνικωτάτην, ως στηριζομένην επί των αναλοιώτων αρχών της αγίας υμών εκκλησίας, φέρουσα δ’ ύψος μέγα και βεβαιούσαν την πάντοτε σωτήριον ενότητα και συγχώνευσιν του θρησκευτικού και εθνικού πνεύματος».[49]

Κανέλλος Δεληγιάννης: «Εγενικεύθη ο αγών εις όλας τας τάξεις των Πελοποννησίων μέχρι 25 των Μαρτίου, ώστε καθιερώθη αυτή η εθνοσωτήριος ημέρα του Ευαγγελισμού, ως ημέρα της παλιγγενεσίας».[50]

Βάσει αυτών και ο ιστορικός Επαμεινώνδας Κυριακίδης το 1892 υποστήριζε στο βιβλίο του Ιστορία του Σύγχρονου Ελληνισμού ότι:

«Μεγάλα γεγονότα ως τα της Επαναστάσεως αναμφιβόλως δεν έχουσι μίαν και μόνην αρχήν, αποτελούνται δε εκ πληθύος συμβεβηκότων κατά το μάλλον ή ήττον ταυτοχρόνων. και αν λοιπόν προηγήθησαν τοιαύτα τινα συμβεβηκότα, μονομερή όμως, η 25 Μαρτίου ένεκα των κατ’ αυτήν συντελεσθέντων αποτελεί την επίσημον διακήρυξιν της επαναστάσεως».[51]

Συνεκτιμώντας όλα τούτα ο ιστορικός Απόστολος Δασκαλάκης έγραφε το 1957:

«Η ημέρα του Ευαγγελισμού, συμπέσασα εντός των γεγονότων των πρώτων ημερών και επιβληθείσα εις την κοινήν συνείδησν ως συμβολίζουσα εν συσχετισμώ προς την θρησκευτικήν σημασίαν της τον όλον αγώνα της ελληνικής ελευθερίας, δικαίως ωρίσθη ως εθνική εορτή από του 1838».[52]

Εύστοχη είναι και η παρατήρηση του μαρξιστή ιστορικού Τάσου Βουρνά, που γράφει: «Την 25η Μαρτίου τη δεχόμαστε οι Έλληνες σαν ένα σύμβολο σήμερα, που συμπυκνώνει τα επαναστατικά γεγονότα των ημερών εκείνων του Μάρτη 1821».[53]

Πράγματι, η εθνική επέτειος της 25ης Μαρτίου παραπέμπει στα ιστορικά γεγονότα με τρόπο περιεκτικό, με τρόπο που περιλαμβάνει σε ευρύ κύκλο τα πρώτα καθοριστικά συμβάντα και τους βασικούς συντελεστές της Επανάστασης. Και με τον καθορισμό και τον ισχυρό συμβολισμό της αγκαλιάζει και αποδίδει τιμή σ’ όλους εκείνους που τη δικαιούνται, δηλαδή «Σ’ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ» -όπως γράφει με κεφαλαία γράμματα ο Φωτιάδης[54] - οι οποίοι συνέβαλαν στην έναρξη του αγώνα της Εθνεγερσίας. Γι’ αυτό και έχει καταστεί κορυφαίο ακλόνητο ορόσημο του νεοελληνικού κράτους.

Επίλογος

Ο εθνικοαπελευθερωτικός Αγώνας του 1821 στις ποικίλες του εκφάνσεις, λόγω της ιδιοτυπίας του προξενεί σοβαρές δυσκολίες και ενοχλεί τους ιδεολογικά καθηλωμένους ιστοριογράφους, διότι δε χωράει στα προκατασκευασμένα θεωρητικά τους καλούπια.

Η απροκατάληπτη και τεκμηριωμένη μελέτη της Επανάστασης, επί τη βάσει των πρωτογενών ιστορικών πηγών, παραμένει αναγκαία και πολλαπλά ωφέλιμη, διότι το "αθάνατο κρασί του 21" μάς προσφέρει αστείρευτους τους χυμούς του για τη διαμόρφωση ανόθευτης ιστορικής συνείδησης και καλλιέργεια πνευματική, απαλλαγμένη από δογματικές αγκυλώσεις.

Κερατσίνι 23 Μαρτίου 2010
Χρήστος Κορκόβελος
--------------------------------------------------------------------------------

[1] Σπύρου Ασδραχά Όχι στις αντιεθνικιστικές ή εθνικιστικές διαχειρίσεις της ιστορίας του 1821, Αυγή 09/04/2006.

[2] Τέτοια τιμητικά θετικά παραδείγματα αποτελούν η μνημειώδης Ιστορία του Ελληνικού Έθνους της Εκδοτικής Αθηνών, το πλούσιο ιστοριογραφικό έργο του Απόστολου Βακαλόπουλου, του οποίου η Ιστορία του Νέου Ελληνισμού αποτελεί κόσμημα της σύγχρονης ιστοριογραφίας, το έργο του Αλέξανδρου Δεσποτόπουλου κ.α.

[3] Κωνσταντίνος Τσάτσος 25η Μαρτίου. Περιλαμβάνεται στον τόμο: Το Εικοσιένα, Η κιβωτός του Νέου Ελληνισμού, σελ. 191-194, εκδ. Ευθύνη, 2η έκδοση

[4] Αμβροσίου Φραντζή Επιτομή ης Ιστορίας της Αναγεννηθείσης Ελλάδος, τ. Α΄, 1839, σελ. λ΄ και σελ. 324.

[5] Γεωργίου Φίνλεϋ: Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμος πρώτος, σελ. 191, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων.

[6] Φωττάκου: Απομνημονεύματα, τ. Α΄, σελ. 13, εκδόσεις Βεργίνα. Βλ. επίσης σελ. 68.

[7] Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Απομνημονεύματα, σελ. 55, 57, έκδοση της Παναρκαδικής Ομοσπονδίας Ελλάδος.

[8] Γιάννη Κορδάτου Η Κοινωνική Σημασία της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821, εκδ. Επικαιρότητα, Δ΄ έκδοση, σελ. 145.

[9] Στο ίδιο, σελ. 158, 159.

[10] Γ. Κορδάτου Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, Νεώτερη Β΄, τόμος 10, σελ. 112, εκδόσεις 20ός Αιώνας 1957.

[11] Βλ. τη σημ. 6.

[12] Όπ. παρ. σελ. 178.

[13] Ν. Σπηλιάδου Απομνημονεύματα, τόμος Α΄, σελ. 31.

[14] Όπ. παρ. σελ. 122, σημ. 1.

[15] Ηλία Φωτεινού Οι Άθλοι της εν Βλαχία Ελληνικής Επαναστάσεως το 1821 Έτος, σελ. 29, σημ. α, Εν Λειψία 1846.

[16] Διαφορετική εξήγηση για την της επίσπευση του κινήματος του Υψηλάντη δίνει ο Ε. Ξάνθος στα Απομνημονεύματά του, (βλ σελ. 30, εκδ. Βεργίνα) και ο Κ. Ράδος στο βιβλίο του Εισβολή του Υψηλάντου εις Μολδοβλαχίαν και έναρξις του Ιερού Αγώνος, 1921, σελ. 13.

[17] Δημήτρη Φωτιάδη Η Επανάσταση του Εικοσιένα, τ. 2ος, σελ. 17, 2η έκδοση, εκδ. οίκος Ν. Βότση. Είδαμε πιο πάνω (σελ. 4) τον Κορδάτο να υποστηρίζει κάτι εντελώς διαφορετικό: Ότι οι συνελθόντες στη σύσκεψη της Βοστίτσας συμφώνησαν ότι κάθε αναβολή της Επανάστασης θα ήταν επιζήμια.

[18] Φωτάκου: Βίος του Παπαφλέσα, σελ. 22, εκδ. Βεργίνα.

[19] Δημήτρη Φωτιάδη Η Επανάσταση του Εικοσιένα, τ. 2ος, σελ. 22, 2η έκδοση, εκδ. οίκος Ν. Βότση.

[20] Τάκη Α. Σταματόπουλου Ο Εσωτερικός Αγώνας, τόμος 1ος, σε. 174, εκδ. Κάλβος 1979.
[21] Φωτάκου Απομνημονεύματα, τ. Α΄, σελ. 68, εκδ. Βεργίνα.

[22] Μενδέλσωνος Βαρθόλδη Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, σελ. 291, 1894. Ο συγγραφέας χρονολογεί με βάση το νέο ημερολόγιο, που ίσχυε τότε στη Δύση. Η 6η Απριλίου αντιστοιχεί στην 25η Μαρτίου του παλιού ημερολογίου, που ακολουθούσαν τότε οι Έλληνες. Μεταξύ των δύο ημερολογίων υπήρχε διαφορά 12 ημερών.

[23] Τάσος Βουρνάς Σύντομη Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, σελ. 85, 86, Γ΄ έκδοση, εκδ. Πατάκη 2003. (Πρώτη έκδοση εκδ. Ωκεανίδα, 1982).

[24] Βλέπε κείμενο και κατάλογο ονομάτων στον ιστότοπο: http://indy.gr/analysis/ypografes-kata-tis-aposyrsis-toy-biblioy-tis-st-dimotikoy#documentContent

[25] Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1700 – 2000, τ. 3ος: Ο αγώνας της Ανεξαρτησίας και η ίδρυση του ελληνικού κράτους, σελ. 58, 59, εκδ. Ελληνικά Γράμματα 2003.

[26] Βασίλης Κρεμμυδάς Από το Σπυρίδωνα Τρικούπη στο σήμερα, σελ. 60, 61, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, 2007. Περιλαμβάνεται κι ο Κρεμμυδάς μεταξύ αυτών που υποστήριξαν δημόσια το βιβλίο ιστορίας της Ρεπούση.

[27] Μια ευρύτερη κριτική αξιολόγηση του βιβλίου του Κρεμμυδά κάνει ο Γιώργος Καραμπελιάς στο άρθρο Η κατασυκοφάντηση της Επανάστασης του 21. Βλέπε http://www.antibaro.gr/node/905.
[28] Βλέπε σχετικά το ενδιαφέρον άρθρο του Γιώργου Κεκαυμένου 25η Μαρτίου και Ελληνική Επανάσταση: Οι Μυθοπλόκοι μένουν πάντα Αδιόρθωτοι, http://www.antibaro.gr/node/295

[29]: Βλ. Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. 1, Βιβλίο 1, Α΄ μέρος, σελ. 65, 66, εκδ. Δ.Ο.Λ.

[30] Βασίλης Κρεμμυδάς Νεότερη Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή, εκδ. Γνώση, 1981/1987 (Βλ. σελ. 176-178).

[31] Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 Ένα Ευρωπαϊκό Γεγονός, επιμέλεια Πέτρος Πιζάνιας, εκδόσεις Κέδρος, 2009.

[32] Βλ. ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ 25 , 27 και 28 Μάρτη 2009.

[33] Όπ. παρ. σελ. 60.

[34] Δημήτρη Φωτιάδη Η Επανάσταση του Εικοσιένα, τ. 2ος, σελ. 36, 2η έκδοση, εκδ. οίκος Ν. Βότση. Όσον αφορά την κοινωνική σύνθεση του Επαναστατικού Διευθυντηρίου των Πατρών, ο αναγνώστης μπορεί να διαπιστώσει πως αποτελούνταν από δύο αρχιερείς και πέντε προεστούς της Αχαΐας.

[35] Βλέπε Ιστορία του Νεότερου και του Σύγχρονου Κόσμου (από το 1815 έως σήμερα) Γ΄ Τάξη Γενικού Λυκείου και Δ΄ Τάξη Εσπερινού Λυκείου Γενικής Παιδείας, σελ. 18, ΟΕΔΒ.

[36] Συγκεκριμένα, κάτω από τον πίνακα του Βρυζάκη, που απεικονίζει τον Π. Π. Γερμανό να ευλογεί τη σημαία της επανάστασης, γράφουν ότι πρόκειται για ‘’φανταστική σύνθεση’’ και συμπληρώνουν: «Αν και ο Αγώνας είχε ξεκινήσει λίγες μέρες νωρίτερα, η 25η Μαρτίου ορίσθηκε το 1838 ως εθνική επέτειος για να συνδεθεί η κήρυξη της Επανάστασης με τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου». Βλ. Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορία, Γ΄ Γυμνασίου, σελ. 30, ΟΕΔΒ.

[37] Λίγες μέρες προ της 25ης Μαρτίου σημειώθηκαν εξεγέρσεις ή ένοπλες συγκρούσεις στα Καλάβρυτα, την Καρύταινα, τη Μάνη, την Πάτρα, την Καλαμάτα. Βλέπε ενδεικτικά στο: Ιωάννης Φιλήμων: Ιστορικόν Δοκίμιον περί Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. Γ΄, σελ. 8 κ.ε. εκδ. Ελεύθερη Σκέψις.

[38] Μ. Οικονόμου, Ιστορικά της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, σελ. 88. Ο Μ. Οικονόμου υπήρξε γραμματέας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.
[39] Ν. Σπηλιάδης, Απομνημονεύματα τ. Α΄, σελ. 64
[40] Αμβρόσιος Φραντζής, Επιτομή της Ιστορίας της Αναγεννηθείσης Ελλάδος, τ. 2ος, σελ. 241.

[41] Ι Φιλήμων: Προλεγόμενα στα Υπομνήματα του Π. Π. Γερμανού, σελ. κα΄.

[42] Κανέλλος Δεληγιάννης, Απομνημονεύματα, σελ. 205.

[43] Το πλήρες κείμενο της προκήρυξης με ημερομηνία 25 Μαρτίου 1821 παρατίθεται στην Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως του Σ. Τρικούπη, τ. Α΄, σελ. 252, έκδοσις 3η 1888. Το κείμενο που επίσης φέρει ημερομηνία 25 Μαρτίου παραθέτει κι ο Ι. Φιλήμων στο Ιστορικόν Δοκίμιον περί Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. Γ΄. Βλ. σελ. 28, 29.

[44] Βλέπε Ν. Σπηλιάδου Απομνημονεύματα, τ. Α΄, σελ. 60, 1851.

[45] Ο ιστορικός Σπυρίδων Λάμπρου το 1889 με άρθρο του στο περιοδικό Εστία, (τ. ΚΖ’, σελ. 1-4) επικροτούσε ως ιστορικά έγκυρη και ευοίωνη την καθολική αποδοχή της 25ης Μαρτίου ως ημέρας έναρξης του Αγώνα, γράφοντας: «Εις την 25 Μαρτίου, ημέραν του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, ευοιώνως ο ελληνισμός απεδέχθη ως την αρχήν του αγώνος». Βλέπε: «Η Α΄ Ιανουαρίου και η ελληνική ελευθερία» στο βιβλίο του: Λόγοι και Άρθρα 1878 – 1902, εν Αθήναις 1902, σελ. 551.

[46] Πιθανώς λόγοι διπλωματικής σύνεσης, μεταξύ άλλων, υπαγόρευσαν στην κυβέρνηση του νεοσύστατου ελληνικού κράτους να αποφύγει να καθορίσει ως εθνική επέτειο της Επανάστασης ημερομηνία που θα παρέπεμπε στο επαναστατικό κίνημα του Υψηλάντη στη Μολδοβλαχία, ως διαδραματισθέν σε ξένη επικράτεια.


[47] Θεόδωρου Κολοκοτρώνη Ο Λόγος στην Πνύκα. Περιλαμβάνεται στο βιβλίο Θ. Κολοκοτρώνη Απομνημονεύματα των εκδόσεων Ωρόρα, 1992. Βλ. σελ. 27.

[48] Αμβροσίου Φραντζή, Επιτομή της Ιστορίας της Αναγεννηθείσας Ελλάδος, τ. 2ος, σελ. 30. Εν Αθήναις 1839.

[49] Βλ. Ιστορικόν Δοκίμιον, τ. Γ΄, σελ. κδ΄, κε΄.

[50] Κανέλλος Δεληγιάννης, Απομνημονεύματα, σελ. 205.

[51] Επαμεινώνδας Κ. Κυριακίδης: Ιστορία του Σύγχρονου Ελληνισμού από της ιδρύσεως του βασιλείου της Ελλάδος μέχρι των ημερών μας 1832 – 1892, εν Αθήναις 1892, σελ. 336, 339.

[52] Απ. Δασκαλάκης: Η έναρξις του …… σελ. 28.

[53] Τάσος Βουρνάς Σύντομη Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης, σελ. 90, εκδ. Πατάκη 2003.

[54] Οπ. παρ. σελ. 36.

http://www.antibaro.gr

Τρίτη, 22 Μαρτίου 2011

ΠΛΩΤΙΝΟΣ



ΠΕΡΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΕΥΔΑΙΜΟΝΙΑΣ & ΤΟ ΠΡΟΤΥΠΟΝ ΤΟΥ ΣΟΦΟΥ

Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ο Πλωτίνος υπήρξε ο σπουδαιότερος νεοπλατωνικός φιλόσοφος, ο οποίος έδωσε μιαν άλλη ώθηση στην πλατωνική διδασκαλία, τόσο με την εγκόλπωση στοιχείων από άλλα φιλοσοφικά ρεύματα όσο και με την δημιουργία ενός ιδιόμορφου φιλοσοφικού συστήματος το οποίο, εν πολλοίς, δάνεισε αρκετά στοιχεία στον διαμορφούμενο χριστιανισμό των πρώτων αιώνων. Γεννήθηκε το 204 μ.Χ στην Αίγυπτο. Ήταν μαθητής του Αμμωνίου Σακκά , μαζί με τον Ωριγένη, τον χριστιανό πλατωνικό. Στην φιλοσοφία του δεσπόζει η Τριαδολογία των Τριών Υποστάσεων – Απορροών. Σύμφωνα με τον Πλωτίνο το υλικό σύμπαν (ο αισθητός κόσμος) είναι μία σκεπτομορφή η οποία προβάλλεται από την «νοητή φύση» . Η νοητή φύση, με την σειρά της, ακτινοβολείται από την καθολική Ψυχή του Κόσμου. Αλλά και η ίδια εκπορεύεται από τον Νου , ο οποίος ακτινοβολείται από το Εν Αγαθό , το οποίο αποτελεί την κορωνίδα της Πλωτινικής μεταφυσικής ιεραρχίας. Οι Τρεις Υποστάσεις, Εν Αγαθό – Νους – Ψυχή, δημιουργούν τις κατώτερες πραγματικότητες σε μια διαρκή δημιουργία. Το ανώτερο ακτινοβολεί στο κατώτερο ως μία απόλυτα φυσική συνέπεια της ίδιας του της ύπαρξης. Αυτή η Τριαδικότητα υπήρξε ο πυρήνας της νεοπλατωνικής φιλοσοφίας.

Με το παρόν θα ασχοληθούμε με την τέταρτη πραγματεία από τις Εννεάδες. Θα κινηθούμε σε τρεις ενότητες. Στην πρώτη θα εξετάσουμε τα επιχειρήματα που επιστρατεύει ο Πλωτίνος για να αποδείξει ότι η επιδιωκόμενη ευδαιμονία από τον άνθρωπο δεν δύναται να αποδοθεί με τον ίδιο τρόπο στο ζωϊκό και φυτικό βασίλειο. Η δεύτερη ενότητα θα εντοπίσει τα εξωτερικά εμπόδια (μεταξύ αυτών και τα σωματικά) τα οποία ορθώνονται προκειμένου να επιτευχθεί η ευδαιμονία. Επιπλέον, θα εξετάσουμε τον τρόπο που αντιμετωπίζει το πρόβλημα αυτό η ανθρωπολογία του φιλοσόφου. Τέλος, σε μία τρίτη ενότητα θα επιχειρήσουμε την διερεύνηση του πλωτινικού προτύπου ως προς τον Σοφό.

ΙΙ. ΤΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΛΩΤΙΝΟΥ ΓΙΑ ΝΑ ΑΠΟΔΕΙΞΕΙ ΟΤΙ Η ΕΥΔΑΙΜΟΝΙΑ ΠΟΥ ΕΠΙΔΙΩΚΕΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΕΝ ΑΠΟΔΙΔΕΤΑΙ ΣΤΑ ΖΩΑ ΚΑΙ ΤΑ ΦΥΤΑ

Ο φιλόσοφος, στο πρώτο απόσπασμα, ξεκινά την πραγματεία του με την παραδοχή ότι η ευζωία και η ευδαιμονία αποτελούν ένα και το αυτό. Υπό αυτή την έννοια, δύναται να συμπεριληφθούν και τα ζώα, με την απαραίτητη προϋπόθεση να ζουν σύμφωνα με τις επιταγές της φύσης. Το ίδιο ισχύει και για τα φυτά τα οποία αποτελούν την κατώτερη βαθμίδα ύπαρξης. Έρχεται μάλιστα σε σύγκρουση με εκείνους που υποστηρίζουν ότι τα φυτά στερούνται της ευζωίας και κατ’ επέκταση της ευδαιμονίας λόγω του ότι δεν έχουν την δυνατότητα της αίσθησης, άρα και της συνείδησης.

Στο δεύτερο απόσπασμα γίνεται πιο συγκεκριμένος, προσθέτοντας την επίγνωση του αισθήματος. Σαν παράδειγμα φέρνει στους στίχους 20-25 την αίσθηση της ηδονής. Εκείνος που βασίζεται σε συγκεκριμένα κριτήρια, χρησιμοποιώντας την λογική, ώστε να αποφανθεί ότι η ηδονή αποτελεί αγαθό, είναι ικανός να έχει ευζωία, σε αντίθεση με όσους απλώς την νοιώθουν. Κάτι απόλυτα φυσικό, δεδομένου ότι το ένλογο υπερτερεί σαφέστατα του αλόγου.

Εδώ υπεισέρχεται καθαρά η έννοια της συνειδήσεως, η οποία ανάγει όσους την έχουν σε ανώτερες σφαίρες ύπαρξης. Προκύπτει, βεβαίως, το ερώτημα για τον Πλωτίνο, εάν το σύνολο του ζωικού και φυτικού βασιλείου αισθάνονται την ευδαιμονία. Ο ίδιος, βεβαίως, απαντά ότι σε περίπτωση που συμβαίνει αυτό, η λογική θα υποβιβαζόταν σε δευτερεύουσα λειτουργία, τροφοδοτώντας απλώς την ικανότητα κάποιου στην αυτοσυντήρηση. Κάτι που δεν συνάδει με την υψηλή θέση που δίδει ο φιλόσοφος στον Νου ο οποίος κατέχει την δεύτερη θέση στην Τριαδολογική ιεραρχική του κλίμακα.

Έτσι, έρχεται στο τρίτο απόσπασμα να ξεκαθαρίσει την άποψή του σχετικά με το πώς εννοείται η ανθρώπινη ευδαιμονία σε σχέση με αυτή που βιώνουν τα ζώα και τα φυτά. Εκεί κάνει την σαφή διάκριση μεταξύ λογικών και μη λογικών όντων. Θεωρεί την ζωή ως έχουσα πολλές σημασίες , στίχοι 18-19. Με άλλα λόγια ξεχωρίζει τους ζωντανούς οργανισμούς σε διάφορες βαθμίδες υπάρξεως, οι οποίες ενυπάρχουν ομώνυμα . Άρα η σημασία που δίδεται είναι άλλη στα φυτά και διαφορετική στα ζώα. Θα λέγαμε ότι είναι απόρροια, από την μία της φωτεινότητας και της καθαρότητας και από την άλλη της αμυδρότητας της ύπαρξης τους.

Η ευδαιμονία, όμως, σύμφωνα με τον Πλωτίνο, στην πλήρη συνείδησή της εντοπίζεται στην κορυφαία έκφραση της ζωής, όπως ο άνθρωπος. Εκεί τοποθετείται η πραγματικά ενσυνείδητη βίωση της ζωής. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι διαθέτει την νόηση η οποία συνδέεται με το Εν-Αγαθό, αποτελώντας τον ενδιάμεσο κρίκο. Επομένως, όλα τα υπόλοιπα όντα τα οποία δεν διαθέτουν αυτές τις νοητικές ικανότητες είναι ατελή και αποτελούν είδωλα της αληθινής ζωής. Δηλαδή η ζωή δεν κατέχεται από αυτά στο σύνολό της τα οποία σε τελική ανάλυση αποτελούν ορισμένες μόνον εκφάνσεις της. Εδώ όμως θα πρέπει να δεχτούμε ως ικανή και αναγκαία συνθήκη, το γεγονός ότι από την στιγμή που η αρχή όλων των όντων είναι μία, αυτή θα πρέπει να είναι η ζωή ως Όλον, πλήρης και τέλεια.

ΙΙΙ. ΤΑ ΕΞΩΤΕΡΙΚΑ ΕΜΠΟΔΙΑ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΕΥΞΗ ΤΗΣ ΕΥΔΑΙΜΟΝΙΑΣ ΚΑΙ ΠΩΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΕΙ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ Η ΠΛΩΤΙΝΙΚΗ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ

Για την επίτευξη της απόλυτης ευδαιμονίας χρειάζεται ο άνθρωπος να χρησιμοποιεί το λογικό του και να μην στηρίζεται μόνο στις αισθήσεις του. Διότι ο νους αποτελεί το όχημα για την εγγύτερη μετάβασή του στο Εν-Αγαθό. Στην πορεία του αυτή όμως αντιμετωπίζει διάφορα εξωτερικά εμπόδια. Πρώτα-πρώτα, ως θνητός, ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος κατά την διάρκεια της ζωής του με διάφορους πόνους και αρρώστιες, ξέχωρα του πλούτου ή της φτώχειας που υπάρχει στις ανθρώπινες κοινωνίες. Το παράδειγμα της «τύχης του Πριάμου» στο 5ο απόσπασμα είναι χαρακτηριστικό ενός ανθρώπου ο οποίος αν και διέθετε τόσο πλούτο όσο και εξουσία, γεύτηκε τις μεγαλύτερες πίκρες. Όλα τα παραπάνω, τα οποία ανάγονται στο αισθητηριακό κομμάτι του ανθρωπίνου εαυτού, ξεπερνιόνται μόνο με το σπάσιμο του δεσμού με το φθαρτό σώμα (στ.20). Άλλωστε οι πίκρες, οι πόνοι, τα παντός είδους νοσήματα αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της υλικής υποστάσεως η οποία καθοδηγείται από τις αισθήσεις. Οι άνθρωποι οφείλουν να τα υπομένουν όλα αυτά, αντιμετωπίζοντας τα με στωικότητα. Εδώ βλέπουμε την επίδραση των Στωικών, γιατί αδιαμφισβήτητα ο Πλωτίνος επιχείρησε να συγκεράσει τα διάφορα φιλοσοφικά ρεύματα, φυσικά με βάση πάντοτε τον Πλατωνισμό.

Σημαντικό εμπόδιο, επίσης, για την επίτευξη της ευδαιμονίας, αποτελούν οι ηδονές που αρέσκονται στην ικανοποίηση των αισθήσεων (απόσπ.12). Οι ακόρεστοι σωματικοί πόθοι, η ακολασία γενικά, δεν οδηγούν σε καμία των περιπτώσεων στον ορθό τρόπο ζωής, πλησίον στην ανώτερη ψυχή, η οποία συνδέεται με τον Νου και τις ανώτερες σφαίρες ύπαρξης. Σε αυτή την περίπτωση το κλειδί είναι η αναζήτηση μιας διαφορετικής ηδονής, η οποία θα συνίσταται στην πνευματική ανύψωση της ανθρώπινης ψυχής, συνδέοντας την με το ανώτερο επίπεδο της Νόησης. Θα παρατηρήσουμε και εδώ, βεβαίως, την επίδραση των Επικουρείων οι οποίοι επιζητούσαν την ηδονή της γαλήνης και της ψυχικής αταραξίας και απέφευγαν την σωματική ηδονή.

Τέλος, αναφέρεται στην παρεμπόδιση των πνευματικών δραστηριοτήτων του ανθρώπου από διάφορους επιμέρους τυχαίους παράγοντες. Αυτό, όμως, είναι κάτι το οποίο μπορεί να ρυθμιστεί, έτσι ώστε να προσαρμοστεί ο άνθρωπος και δει ο σοφός στις διάφορες αναποδιές που θα τύχουν. Γιατί ο φιλόσοφος θεωρεί ότι δεν είναι το ίδιο πράγμα εκείνο που υποφέρει με αυτό το οποίο συνυπάρχει μαζί του. Κατά συνέπεια, το δεύτερο δεν δύναται να εμποδιστεί επ’ ουδένι στην προσπάθεια που καταβάλλει για την θέαση του Ενός Αγαθού. Θα λέγαμε ότι εδώ κάνει την διάκριση μεταξύ των μεριστών κομματιών της ψυχής.

V. ΤΟ ΠΡΟΤΥΠΟ ΤΟΥ ΣΟΦΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΠΛΩΤΙΝΟ

Ο Σοφός, σύμφωνα με τον Πλωτίνο, αποτελεί την κορυφαία εκδήλωση της ανθρώπινης υπάρξεως. Ο σοφός, με την αυξημένη πνευματικότητά του, πλησιάζει στο επίπεδο του Ενός-Αγαθού. Αντιλαμβάνεται τις διάφορες καταστάσεις με τελείως διαφορετικό τρόπο από τους άλλους ανθρώπους. Ο ίδιος δεν επιτρέπει στα διάφορα αισθήματα να εισχωρούν στο είναι του και να τον επηρεάζουν. Επομένως λειτουργεί με καθαρό μυαλό, τελείως ανεπηρέαστος από τα εγκόσμια. Ακόμη και τα συναισθήματα της λύπης ή της συμπόνιας προς τον συνάνθρωπο, θεωρούνται ως αδυναμίες της κατώτερης ψυχής η οποία βρίσκεται πλησίον του αισθητού κόσμου. Αυτό συμβαίνει, κυρίως, διότι ο σοφός διαπνέεται από την αρετή η οποία αναλαμβάνει να καθοδηγήσει την ανθρώπινη ουσία σε υψηλότερα επίπεδα ύπαρξης. Ο ίδιος οφείλει να αγωνιστεί για να αντιμετωπίσει τις κακοτοπιές στην ζωή και να μην παραμένει αδρανής.

Εδώ να σημειώσουμε ότι η σοφία, σύμφωνα με τον Πλωτίνο, δεν αποτελεί κάτι το επίκτητο, αλλά αποτελεί μέρος της Ουσίας και δεν την αποστερείται ακόμη και εκείνος ο σοφός ο οποίος δεν ενεργεί με συνείδηση. Αυτό συμβαίνει διότι, ως ανώτερη ενέργεια, η ουσία της σοφίας επενεργεί από μόνη της, υπερβαίνουσα την εκάστοτε λειτουργία των κατωτέρων ούτως ή άλλως αισθήσεων. Στην αντίθετη περίπτωση η συναίσθηση των ενεργειών του σοφού, με άλλα λόγια η συνειδητοποίηση, καθιστά την αυτενέργεια της Ουσίας λιγότερο αισθητή, θα λέγαμε πιο αμυδρή. Το βασικό πάντως είναι ότι και στις δύο περιπτώσεις ο σοφός δύναται να λειτουργήσει ως σοφός.

Βασική δοξασία του νεοπλατωνικού Πλωτίνου αποτελεί η άποψη ότι ο άνθρωπος και ειδικά ο σοφός δεν είναι το αποτέλεσμα σύζευξης ψυχής και σώματος. Απόδειξη της παραπάνω θέσης είναι τόσο ο αποχωρισμός τους όταν επέρχεται ο θάνατος όσο και η αδιαφορία για τα υλικά αγαθά. Ειδικά η περιφρόνηση των αγαθών του αισθητού κόσμου και συνακόλουθα η στροφή προς τις ανώτερες αξίες λειτουργεί ως αντίβαρο, με αποτέλεσμα να εξισσοροπεί τα υλιστικά θέλω της κατώτερης ψυχής.

Ο πραγματικός σοφός δεν δίνει σημασία στα πλούτη και την εξωτερική εμφάνιση. Βρίσκεται υπεράνω αυτών. Φυσικά θα κοιτάξει να είναι υγιής και δεν θα παραμελήσει τις ανάγκες του φθαρτού του σώματος. Οι αρρώστιες και οι κακουχίες, όταν έρθουν, θα λειτουργήσουν ως άσκηση για την απόκτηση εμπειρίας. Με τον ίδιο τρόπο θα αντιμετωπίσει τις διάφορες σαρκικές ηδονές. Μάλιστα θα είναι καλύτερο για εκείνον να αντιμετωπίσει αυτές τις προκλήσεις των αισθήσεων όταν θα είναι σε νεαρή ηλικία. Έτσι, όταν θα βρεθεί σε προχωρημένη ηλικία, θα έχει μάθει πώς να ενεργεί και δεν θα τον απασχολεί το σώμα του (απόσπ.14).

Επειδή η υλική πραγματικότητα, σύμφωνα με την πλωτινική κοσμοθέαση, αποτελεί ολόκληρη μία ψευδαίσθηση (κλασική πλατωνική κοσμοαντίληψη), εκείνος που θα επιτύχει να απαλλαγεί από αυτήν δικαιούται να αποκληθεί σοφός και να πορευθεί στην ατραπό της ολοκλήρωσης με το Εν-Αγαθό. Ακόμη και αν συμβεί να δειλιάσει μπροστά σε μια δύσκολη κατάσταση, θα εμφανιστεί ο σοφός εαυτός μέσα του, ο οποίος προέρχεται από την ανώτερη σφαίρα υπάρξεώς του και θα αναλάβει να τον καθοδηγήσει στον σωστό δρόμο, μέσα από την ορθή κρίση. Επιπλέον, ο αληθινά σοφός δεν θα δείχνει απόμακρος στο φιλικό του περιβάλλον, τουναντίον θα συνδυάζει την πραγματική φιλία με την υψηλή συνειδητότητα του Νου (απόσπ.15).

Σε τελική ανάλυση, ο Πλωτίνος τοποθετεί τον πραγματικά σοφό άνδρα πέρα και πάνω από τον αισθητό κόσμο και την οποιαδήποτε τυχαία αλληλουχία γεγονότων. Εκείνος ο οποίος τρέμει για τα μελλούμενα θεωρείται αυτομάτως ως ένας κοινός, συνηθισμένος άνθρωπος και δεν μπορεί να λογιστεί ως σοφός. Η υποταγή στον απατηλό κόσμο του αισθητού δειλοί απερίφραστα έναν άνθρωπο ο οποίος απέχει παρασάγγας από το επίπεδο της αληθινής σοφίας και δεν δικαιούται να είναι ευδαίμων στην υψηλότερη έκφραση του ευδαιμονισμού. Ο σοφός δέχεται το ανώτατο Αγαθό και αποβλέπει στην εξομοίωσή του με Εκείνο. Αυτή η στάση αποτελεί και την πεμπτουσία της διδασκαλίας του φιλοσόφου (απόσπ.16).

V. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Εξετάσαμε την 4η πραγματεία από τις Εννεάδες του μεγάλου νεοπλατωνικού φιλοσόφου, του Πλωτίνου. Είδαμε σε πρώτη φάση ότι η ίδια η ζωή έχει τις δικές της διαβαθμίσεις και πως δεν αντιλαμβάνονται όλοι οι έμβιοι οργανισμοί με τον ίδιο τρόπο την ευδαιμονία. Τόσο τα ζώα όσο και οι κατώτερες υπάρξεις όπως τα φυτά θεωρούνται ότι συμμετέχουν της ευδαιμονίας αλλά σε ορισμένες μόνο εκφάνσεις της. Επομένως δεν μπορούν να θεωρηθούν στην πραγματικότητα ως ευδαίμονα. Εκείνος που πραγματικά δύναται να αντιληφθεί τον ευδαιμονισμό σε όλη του την διάσταση είναι ο άνθρωπος και ειδικότερα ο σοφός άνθρωπος. Ο σοφός, μέσω της αυξημένης νοητικής του κατάστασης, η οποία προσεγγίζει άμεσα το Εν-Αγαθό το οποίο αποτελεί την υψηλότερη έκφραση της πλωτινικής Τριαδολογικής υποστάσεως, έχει όλα τα εχέγγυα να βιώσει την αληθινή ευδαιμονία. Με βάση την ανώτερη συνειδητότητα που τον διαπνέει και την αρετή η οποία τον χαρακτηρίζει, έχει την ικανότητα να ανταπεξέρχεται όλων των εξωτερικών εμποδίων, όπως ο πλούτος, τα εξωτερικά χαρακτηριστικά, οι σωματικές αρρώστιες, οι πόνοι, τα δυνατά συναισθήματα, οι ακολασίες και οι ηδονές και να βγαίνει νικητής αυτών. Το μεγαλείο ψυχής που διαθέτει είναι ανεξάντλητο και οφείλεται στην βαθειά σοφία, η οποία του δίνει την δυνατότητα πραγματικής κατανόησης, άρα και σωστής αντιμετώπισης των κάθε είδους καταστάσεων που προκύπτουν κατά τη διάρκεια του βίου του. Ο Πλωτίνος είναι κατηγορηματικός: Μόνον η βαθειά φιλοσοφική γνώση μέσα από μία αδιάκοπη νοητική άσκηση δύναται να επαναφέρει την ανθρώπινη ψυχή κοντά στον Νου και από εκεί στο Εν-Αγαθό, το οποίο αποτελεί τον αυτοσκοπό κάθε σοφού ανδρός και συνίσταται στην τελική ένωση και την κατάκτηση της Θέωσης.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  1. Π. Καλλιγάς, Σ. Ράγκος κ.ά, Η Ελληνική Φιλοσοφία από την Αρχαιότητα έως τον 20ο Αιώνα, Εκδόσεις ΕΑΠ, Πάτρα 2000.
  2. Πλωτίνου, Εννεάς Πρώτη, Αρχαίο Κείμενο-Μετάφραση-Σχόλια: Παύλος Καλλιγάς, Εκδόσεις της Ακαδημίας Αθηνών, Αθήνα 1994.
  3. Βελισσαρόπουλος Δημήτριος, Πλωτίνος, Εκδόσεις Άγκιστρο, Αθήνα 2000.

Κυριακή, 20 Μαρτίου 2011

Η Επανάσταση του Θωμά του Σλάβου και οι Σλάβοι της Μ. Ασίας, ένα άκρως ενδιαφέρον επεισόδιο της Βυζαντινής Ιστορίας

 
 
Το Βυζάντιο ως κρατικό μόρφωμα και η Ορθόδοξη παράδοση συνδέονται στενά. Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία του βυζαντινού πολιτισμού είναι η πνευματικότητα. Το Βυζάντιο αποτελεί επίσης ένα αναγκαίο συστατικό της σύγχρονης ελληνικής ταυτότητας. Τα τελευταία πενήντα χρόνια έχουμε δει στον Δυτικό Κόσμο μιαν αξιοσημείωτη ανάπτυξη των βυζαντινών σπουδών, σύμφωνα με τις οποίες το Βυζάντιο εκπροσωπεί μια συνέχεια επιλεγμένων στοιχείων της κλασικής παράδοσης, με όρους έντονης και αδιάσπαστης συνέχειας παρά αντίθεσης.

Η προσπάθεια να εκφρασθεί το χριστιανικό μήνυμα σε διανοητικό και κοινωνικό επίπεδο, αξιοποιώντας ό,τι καλύτερο είχε να προσφέρει η ελληνική φιλοσοφία, χαρακτηρίζει το βυζαντινό κοινωνικό και διανοητικό «οικοδόμημα»: γι αυτούς τους λόγους η βυζαντινή περίοδος της Ιστορίας μας παραμένει άκρως σημαντική για το χριστιανισμό και την ανθρωπότητα. Παρά τις όποιες αποτυχίες της, υπάρχουν πολλά στοιχεία της που μπορούν να μας εμπνεύσουν, ακόμη και σήμερα: στην τέχνη, στη ζωγραφική, στην αρχιτεκτονική, αλλά και στη θεολογία και σε πολλές άλλες πτυχές της ανθρώπινης σκέψης.

Το πιο σπουδαίο γεγονός στην εσωτερική πολιτική της βυζαντινής αυτοκρατορίας κατά τη βασιλεία του Μιχαήλ Β΄(820-829) ήταν ο σκληρός εμφύλιος πόλεμος που προκάλεσε ένας παλιός συμπολεμιστής του αυτοκράτορα, γνωστός απ’ τις βυζαντινές πηγές ως Θωμάς ο Σλάβος. Ο Μικρασιάτης αυτός Θωμάς, από την εποχή ακόμη του Λέοντα Ε΄(813-820)και με τη συμπαράσταση των Αράβων, είχε συγκεντρώσει μεγάλο αριθμό από ετερογενείς οπαδούς. Κάτω απ’ τη σημαία του τάχθηκαν Άραβες, Πέρσες, Αρμένιοι, Σλάβοι και άλλες φυλές του Καυκάσου, όπως μας παραδίδει ο Ιωσήφ Γεννέσιος.

Σύμφωνα με τον G.Ostrogorsky, o φυλετικά ανομοιογενής χώρος της Μ. Ασίας ήταν κατάλληλος για την εξάπλωση ενός τέτοιου κινήματος. Η επιχείρηση αυτή άσκησε μεγάλη επιρροή και στα στοιχεία εκείνα που βρίσκονταν για θρησκευτικούς λόγους σε αντίθεση με την Κωνσταντινούπολη, γιατί ο Θωμάς εμφανίστηκε ως υπέρμαχος των Εικονοφίλων και μάλιστα ισχυριζόταν ότι ήταν ο παράνομα εκθρονισμένος αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο ΣΤ΄. Πρέπει όμως να τονιστεί ιδιαίτερα το γεγονός ότι η επαναστατική αυτή κίνηση είχε το χαρακτήρα κοινωνικής εξέγερσης. Ο Θωμάς εμφανίστηκε ως προστάτης των φτωχών στους οποίους υποσχέθηκε απαλλαγή απ΄ τα φορολογικά τους βάρη. Με τον τρόπο αυτό κινητοποίησε τις μάζες που δεινοπαθούσαν κάτω απ΄ την οικονομική δυσπραγία, την υπέρμετρη φορολογική καταπίεση και την αυθαιρεσία των κυβερνητικών οργάνων. Το επαναστατικό του κίνημα, που στηρίχθηκε σε κοινωνικές, θρησκευτικές και φυλετικές αντιθέσεις, διαδόθηκε ταχύτατα στο μεγαλύτερο τμήμα της Μ. Ασίας. Απ΄ τα έξι Μικρασιατικά θέματα μόνο τα θέματα του Οψικίου και των Αρμενιακών έμειναν πιστά στον αυτοκράτορα, όπως μαρτυρεί ο Ιωσήφ Γεννέσιος.

Ο Θωμάς αναγορεύτηκε αυτοκράτορας απ΄ τον Πατριάρχη Αντιοχείας, πράγμα που ήταν αδύνατο να γίνει χωρίς τη συγκατάθεση του χαλίφη. Η σύμπραξη του θέματος των Κιβυρραιωτών έφερε στον έλεγχό του το στόλο και του έδωσε τη δυνατότητα να διαπεραιωθεί στην Ευρώπη και να συγκεντρώσει εκεί, κάτω απ΄ τη σημαία του, τον εικονόφιλο πληθυσμό των ευρωπαϊκών τμημάτων της αυτοκρατορίας. Το Δεκέμβριο του 821 άρχισε η πολιορκία της Κωνσταντινουπόλεως που κράτησε περισσότερο από ένα χρόνο και που τελικά λύγισε το σθένος των επαναστατών. Η στρατιωτική υπεροχή του αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης επιβλήθηκε πάνω στην ανοργάνωτη λαϊκή εξέγερση. Εκτός απ΄ αυτό όμως, ο Μιχαήλ όφειλε τη σωτηρία του και στη βοήθεια του χαγάνου των Βουλγάρων. Όπως άλλοτε ο Τέρβελις είχε πολεμήσει στο πλευρό του Λέοντα Γ΄ εναντίον των Αράβων, έτσι τώρα ο Ομουρτάγ, αρχηγός και ηγεμόνας των Βουλγάρων, ο γιος του πιο φοβερού εχθρού των Βυζαντινών, επενέβη υπέρ του Μιχαήλ Β΄ εναντίον του επαναστατικού κινήματος του Θωμά και διέλυσε τα στρατεύματά του. Την άνοιξη του 823 αναγκάστηκε ο Θωμάς να διαλύσει την πολιορκία και έτσι το κίνημά του απέτυχε. Ο Θωμάς έπεσε στα χέρια του αυτοκράτορα αργότερα τον επόμενο Οκτώβριο. Είχε καταφύγει με λιγοστούς οπαδούς του στην Αρκαδιούπολη, όπου και τελικά συνελήφθη και θανατώθηκε ύστερα από φρικτά βασανιστήρια.

Ο Μιχαήλ Β΄ παρέμεινε κύριος της καταστάσεως, όμως ο εμφύλιος πόλεμος, που κράτησε σχεδόν τρία χρόνια, εξασθένισε σοβαρά το Βυζάντιο.

Το κίνημα του Θωμά του Σλαύου που συγκλόνισε το Βυζάντιο στις αρχές του 9ου αι. εκδηλώθηκε και ξεκίνησε απ’ τη Μ.Ασία. Λόγω της καταγωγής του αρχηγού του και της συμμετοχής σ’ αυτό Σλάβων της Μ.Ασίας, άπτεται του θέματος, γι’ αυτό και το εξετάζω σύντομα παρακάτω.

Ο Συνεχιστής του Θεοφάνους αναφέρει για το Θωμά το Σλαύο, τα εξής: 
 
«Ο μέν ούν είς και πρώτος λόγος, ώ και εγώ πείθομαι εξ’ εγγράφων τινών έχων το βέβαιον, τούτον ορμάσθαί φησι τον Θωμάν εξ’ ασήμων τε γονέων και πενιχρών, άλλως δε και Σκλαβογενών, των πολλάκις εγκισσευθέντων κατά την Ανατολήν, πενία γούν αποζών και την τύχην εμπορευόμενος την εαυτού μέν (6.51) απέδρα, προς δε την μεγαλόπολιν ταύτην εισέφρησεν και δη τινι των συγκλητικών εξυπηρετείν τε και λειτουργείν κολληθείς αισχύναι δι’ ακολασίαν και καθυβρίσαι την δεσποτικήν ευνήν και τα λέκτρα τούτου ηπείγετο...».

Αυτές οι πληροφορίες αφορούν την καταγωγή του Θωμά, τον τόπο καταγωγής του και την αρχή της μετέπειτα λαμπρής σταδιοδρομίας του. Βέβαια οι βυζαντινές πηγές που αναφέρονται στο κίνημα του Θωμά του Σλαύου δεν είναι μόνο ο Συνεχιστής του Θεοφάνους. Για την ακρίβεια, είναι οι εξής παρακάτω:

α) Σύγχρονες βυζ. πηγές (πηγές του 9ου αι.): το γράμμα του Μιχαήλ Β΄(820-829),ο Γεώργιος Μοναχός και διάφορα Αγιογραφικά κείμενα (οι πράξεις των αγίων Δαυίδ, Συμεών και Γεωργίου του Λέσβιου).

β) Οι πηγές του 10ου αι. που είναι και οι πιο σημαντικές, για τη λεπτομερέστερη και ακριβέστερη αφήγησή τους: Γενέσιος και Συνεχιστής του Θεοφάνους.

Τις παρακάτω πηγές αναλύει και εξετάζει συγκριτικά μεταξύ τους, μετά απ’ τον έλεγχο της αξιοπιστίας τους, ο P.Lemerle στο άρθρο του Thomas le Slave, Travaux et Memoires I. Paris, 1965(225-297). Κατόπιν ο Lemerle ερμηνεύει το όλο ζήτημα συνδυάζοντας τις πληροφορίες των παραπάνω πηγών.

Δεν υπάρχει κανένας λόγος να υποθέσουμε, σύμφωνα με τον P.Charanis, ότι η λειτουργία στις εκκλησίες των Σλάβων της Μ.Ασίας, μετά τον εκχριστιανισμό τους, τελούνταν σε κάποια άλλη γλώσσα εκτός απ’ τα ελληνικά. Έλληνες ήταν αναμφισβήτητα οι πρώτοι ιερείς τους και οι Σλάβοι που στη συνέχεια χειροτονήθηκαν ιερείς, πρέπει, τουλάχιστον, να είχαν μάθει να διαβάζουν τη Γραφή στα ελληνικά γιατί δεν υπήρχε ακόμη Σλαβικό αλφάβητο. Έτσι ο εκχριστιανισμός τους ήταν μια δύναμη για τον σταδιακό εξελληνισμό τους και τελικά την απορρόφησή τους.

Συζητώντας τη μεταστροφή των Σλάβων της Μ.Ασίας στο Χριστιανισμό ο F.Dvornik παρατηρεί: «η μεταστροφή τους αυτή δεν αποτελεί παρά το πρώτο βήμα προς τον εξελληνισμό τους. Υπήρχαν όμως κι άλλες δυνάμεις που επέτειναν αυτή τη διαδικασία. Αυτοί οι Σλάβοι εγκαταστάθηκαν σ’ ένα έδαφος βαθιά εξελληνισμένο και βυζαντινό, το οποίο η αυτοκρατορική κυβέρνηση έλεγχε απόλυτα. Ήταν έτσι απομονωμένοι απ’ το σώμα των Σλάβων της Ευρώπης. Η επίσημη επαφή με τη βυζαντινή κυβέρνηση απαιτούσε να ξέρει κανείς ελληνικά και τα ελληνικά ήταν βασικά για ν’ ακολουθήσει κανείς καριέρα στο στρατό ή στη διοίκηση. Εξάλλου στη Βυζαντινή αυτοκρατορία δεν επικρατούσαν στεγανές φυλετικές διακρίσεις, παρά μόνο θρησκευτικές. Και δεν υπάρχει καμιά μαρτυρία ότι οι Σλάβοι της Μ.Ασίας ανέπτυξαν αιρετικές τάσεις και απόψεις. Ήταν χωρίς αμφιβολία προσδεμένοι στην επίσημη εκκλησία, ένα γεγονός που καθιστούσε την απορρόφησή τους ευκολότερη. Υπάρχουν μαρτυρίες, εν τούτοις, που δείχνουν ότι η διαδικασία του Εκβυζαντινισμού ήταν αργή και ότι για πολλά χρόνια οι Σλάβοι της Μ.Ασίας κρατούσαν, τουλάχιστον εν μέρει, το Σλαβονικό τους “χαρακτήρα”».

Μια τέτοια μαρτυρία αφορά στην επανάσταση του Θωμά του Σλάβου. Η επανάσταση του Θωμά ξέσπασε το 821, περίπου 60 χρόνια μετά την εγκατάσταση των Σλάβων στον Αρτάνα. Το 821, κατά τον P.Charanis, χωρίς αμφιβολία, ζούσαν ακόμη, αρκετοί απ’ όσους εγκαταστάθηκαν πρώτοι και είναι πιθανό ότι η διαδικασία του εξελληνισμού δεν είχε αγγίξει ακόμη βαθιά και τη γενιά των Σλάβων που γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Βιθυνία. Αλλά είναι αλήθεια, όπως διατείνεται, ότι είχαν συνείδηση της εθνικότητάς τους, και ότι γι’ αυτό το λόγο έσπευσαν στις γραμμές του Θωμά, στο πρόσωπο του οποίου είδαν έναν αρχηγό που θα μπορούσε να τους οδηγήσει στην ανεξαρτησία,

Ο Θωμάς, αν και οι πηγές μας σ’ αυτό το σημείο παρουσιάζουν αντιθέσεις, φαίνεται να ήταν Σλαβικής καταγωγής, αλλά είχε καταλάβει σημαντικές θέσεις στο Βυζάντιο και είχε γίνει Βυζαντινός ή τουλάχιστον παρουσίαζε τον εαυτό του σαν Βυζαντινό, όπως φαίνεται απ’ το γεγονός ότι παρουσιαζόταν σαν ο Κων/νος ΣΤ΄, αποβλέποντας στον αυτοκρατορικό θρόνο.

Στην προσπάθειά του να καταλάβει το θρόνο υποστηρίχθηκε από πολλά στοιχεία τα οποία ήταν δυσαρεστημένα απ’ τη διακυβέρνηση του Μιχαήλ Β΄. Η Επανάσταση του Θωμά, όπως παρατήρησε ο παλιός και σχετικά αμερόληπτος Panchenko, υπήρξε κοινωνικό κίνημα, περιπλεγμένο από θρησκευτικούς και πολιτικούς παράγοντες. Βέβαια, ανάμεσα στους ακολούθους-οπαδούς του Θωμά υπήρχαν και Σλάβοι, αλλά το να υποθέσουμε ότι αυτό το γεγονός έδωσε στην επανάσταση το χαρακτήρα Σλαβικού εθνικιστικού κινήματος, είναι παρατραβηγμένο και αδικαιολόγητο. Εξάλλου, εκτός απ’ τους Σλάβους υπήρξαν κι άλλοι πολυάριθμοι λαοί της Μ.Ασίας που υποστήριξαν το Θωμά, όπως έχουμε δει. Επίσης, δεν μπορεί να προσκομιστεί καλύτερη απόδειξη γι’ αυτό, απ’ το γεγονός ότι το θέμα του Οψικίου, όπου υπήρχαν Σλαβικές εγκαταστάσεις, ήταν ένα απ’ τα δύο θέματα της Μ.Ασίας που δεν υποστήριξαν το Θωμά.

Οι αναφορές, εν τούτοις, των βυζαντινών πηγών στην επανάσταση του Θωμά, δείχνουν ότι κατά τη διάρκεια του α΄ τετάρτου του 9ου αι. υπήρχαν Σλάβοι στη Μ.Ασία, που δεν είχαν χάσει ακόμη, τελειωτικά την ταυτότητά τους ως Σλάβοι.

Aμαλία Κ. Ηλιάδη, ιστορικός (ΜΑ Βυζαντινής Ιστορίας)

ailiadi@sch. gr

Βιβλιογραφία

1) Vassiliev, Byzance et les Arabes I, 22 κ.εξ.

2) Josephi Genesii, Regum libri quattuor (Περί βασιλειών),CFHB 14, σ.24.

3) G.Ostrogorsky, Ιστορία, τ. Β΄(ελλην. μτφρ.)σ. 76,77,78.

4) E.Lipshits, Η στάση του Θωμά του Σκλαβηνού και ο αγροτικός κόσμος του Βυζαντίου κατά τον Η΄ και Θ΄ αι. (ρωσ.) «Vestnik drevnei istorii» Ι, (1939), σ. 352-65.

4) P.Lemerle, Thomas le Slave, Travaux et Mιmoires I, Paris 1965, 255-297.

5) Συνεχιστής του Θεοφάνη, 49-50, 53,15 και 55-56,64 , εκδ. Bonnae.

6) F.Baricic, Dve verzijie u izvorima o ustaniku Tomi (Δύο παραλλαγές των πηγών σχετικά με την επανάσταση του Θωμά/ ZRVI 6 (1959) 145 κ. εξ.

7) P.Charanis, the Slavic Element in Byzantine Asia Minor the 13th century ό.π., σ. 76-78 κ. εξ.

8) F.Dvornik, Les Slaves, Byzance et Rome au IXe siθcle, Paris 1926, σ. 103 κ. εξ.- Βλ. επίσης του ίδιου, The Slavs, Their early history and civilization, New Brunwick-Rutgers 1962.

9) Panchenko, Pamiatnik Slavian v Vifinii, 37.

antibaro.gr