Δευτέρα, 23 Μαΐου 2011

Η πτώχευση του 1932 και η αντιμετώπιση της συνεπακόλουθης οικονομικής κρίσης από τον Μεταξά



Γεώργιος Π. Μαλούχος 

«Αν έλθει άλλη κυβέρνησις, δεν θα τους δώσουν πεντάρα…» 


 «…η καταφρόνισης προς πάσαν ηθικήν αξίαν και προς πάσαν ηθικήν έννοιαν έχει κλονίσει πλεόν τα θεμέλια του κοινωνικού καθεστώτος, ώστε να μη υπολείπεται πλέον είς τους ενδεχόμενους ανατροπείς του κοινωνικού καθεστώτος βαρύ το έργον»: Θεμιστοκλής Σοφούλης αγόρευση στη Βουλή, 29 Απριλίου 1936.


Πολλά μπορεί να διαφέρουν, όμως, η πτώχευση της εποχής Τρικούπη (εξωτερικό χρέος 640 εκ. χρυσά φράγκα) και η πτώχευση του 1932 (εξωτερικό χρέος 1.022 εκ. χρυσά φράγκα) έχουν ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον κοινό κομβικό στοιχείο: ότι, μετά από πολλές διεργασίες, και οι δύο κηρύχθηκαν μόλις το ποσοστό του χρέους έφτασε στο 150% του ΑΕΠ.


Ο Βενιζέλος απελπισμένος στην Ευρώπη


Τους τελευταίους μήνες της πρωθυπουργίας του, το 1932, ο Ελευθέριος Βενιζέλος έχει καταβάλει δραματικές προσπάθειες νέας δανειοδότησης της χώρας από το Παρίσι, το Λονδίνο και τη Ρώμη, που έχουν καταλήξει άκαρπες. Για την Ουάσιγκτον που βρίσκεται ακόμα μεταξύ του κραχ και του «Νιου ντιλ», δεν υπάρχει θέμα συζήτησης, όπως και για το Βερολίνο, που είναι ακόμα εξαιρετικά επιβαρυμένο με τις πολεμικές αποζημιώσεις του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Οι διάδοχοι του Βενιζέλου, επίσης δεν καταφέρνουν τίποτα περισσότερο σε αυτή την κατεύθυνση. 


Λίγο πριν και διαρκώς μετά την πτώχευση του ΄32, το πρόβλημα του χρέους ήταν το μόνιμο υπόστρωμα πίσω από όλες τις εσωτερικές διεργασίες. Η πολύ έντονη κοινωνική πίεση που είχε προκαλέσει, γεννούσε άλλωστε και τον έντονο φόβο της ανόδου του ΚΚΕ – σε μια εποχή που η Οκτωβριανή Επανάσταση έστηνε το διεθνικό καθεστώς της και προκαλούσε τον φόβο του πολιτικού κόσμου στην Ελλάδα -, ενώ η διαπραγμάτευση με τους δανειστές επηρέαζε άμεσα την ευστάθια και τη σύνθεση των κυβερνήσεων.


Το 1932, το συνάλλαγμα από τις εξαγωγές της χώρας πήγαινε σε ποσοστό 81% για την εξυπηρέτηση του χρέους, τη στιγμή που στη Βουλγαρία το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 16% και στην Ουγγαρία, που ήταν και το μεγαλύτερο όλων των άλλων χωρών πλην της Ελλάδας, στο 48%. Την ίδια στιγμή, η «Υπηρεσία Δημοσίου Χρέους» απορροφούσε το 9,25% του ΑΕΠ της χώρας, την ώρα που στη Ρουμανία το αντίστοιχο νούμερο ήταν 2,3% ή στη Γιουγκοσλαβία 1,7%. Η κρίση, είχε γίνει πια ασφυξία.



Ετσι, το πρόβλημα του δημοσίου χρέους συνδέεται άμεσα και με όλες τις (συχνά δραματικές και για άλλους παράλληλους εσωτερικούς λόγους) πολιτικές εξελίξεις που ακολούθησαν επηρεάζοντας διαρκώς την πολιτική ζωή στην κατεύθυνση της αποσταθεροποίησης, με κορυφαίο σημείο την ίδια την παλινόρθωση του ’35, της οποίας το κύριο πολιτικό αποτέλεσμα ήταν η απόφαση του Γεωργίου να τοποθετήσει πρωθυπουργό τον Ιωάννη Μεταξά, ως τότε αντιπρόεδρο και υπουργό Στρατιωτικών της Κυβερνήσεως Δεμερτζή, μετά τον ξαφνικό θάνατο του πρωθυπουργού στις 13 Απριλίου του 1936. 


Τα δύο μεγάλα κόμματα ψηφίζουν Μεταξά. Όμως, ο διορισμένος πρωθυπουργός Μεταξάς, έπρεπε να περάσει και από τη Βουλή. Η τελευταία προπολεμική Βουλή, που είχε προκύψει από τις εκλογές της 26ης Ιανουαρίου του 1936, ήταν κι η τελευταία στην οποία συγκρούστηκαν οι δύο μεγάλες ελληνικές παρατάξεις: αυτή του «βενιζελισμού» με εκείνη του «αντιβενιζελισμού». Η μεγάλη ιστορική ειρωνεία, είναι ότι εκείνη η βουλή ήταν μάλιστα αναθεωρητική… 



Στις εκλογές του Ιανουαρίου 14 κόμματα και συνασπισμοί είχαν ζητήσει την ψήφο του ελληνικού λαού. Και είχε ψηφίσει σχεδόν το 21% (!) του «νόμιμου» πληθυσμού, λιγότερο από 1,3 εκατομμύρια ψηφοφόροι… Το αποτέλεσμα ήταν ότι αμέσως μετά το σχηματισμό της σε σώμα, η Βουλή διχοτομήθηκε σε δύο στρατόπεδα μια συμμετοχή πολλών κομμάτων το καθένα: η βενιζελική / δημοκρατική παράταξη οχυρώθηκε με ένα συνολικό ποσοστό λίγο πάνω από το 45% και 142 έδρες 

Παναγής Τσαλδάρης

και η αντιβενιζελική με ποσοστό  αθροιστικά λίγο πάνω από 47,5% και 143 έδρες. Το Κουμμουνιστικό Κόμμα, έλαβε 5,6% και εξέλεξε 15 βουλευτές. Στην αρχή, θεωρήθηκε βέβαιο ότι οι βουλευτές του ΚΚΕ θα παίξουν το ρόλο του «ρυθμιστή» στο σχηματισμό κυβέρνησης. Τελικά, ήταν η μόνη ομάδα που είχε κάθετη άρνηση στην παροχή ψήφου εμπιστοσύνης στον Ιωάννη Μεταξά και επιχειρηματολογούσε ανοιχτά στη Βουλή ότι η τοποθέτησή του θα οδηγούσε σε δικτατορία. 


Και οι δύο μεγάλες παρατάξεις ήταν όμηρες της αδυναμίας τους να προσφέρουν λύση στα δημοσιονομικά και τα συνακόλουθα πολιτικά προβλήματα. Η κίνηση του Γεωργίου τους έδωσε μια διέξοδο, ένα «άλλοθι». Αλλωστε, ο ίδιος ο Βενιζέλος ήταν που, λίγες μέρες πριν πεθάνει, με επιστολή του στις 9 Μαρτίου, που δημοσιεύθηκε, είχε «καθαγιάσει» τον Μεταξά, αλλά και τον Γεώργιο – είχε θεωρήσει ότι η κίνησή του θα έθετε ένα οριστικό τέλος στα πραξικοπήματα. Όμως, και οι δύο παρατάξεις, γνώριζαν κατά βάθος τι έκαναν:


«Χθες ακόμη εις μίαν μακράν ολονύκτιον συνεδρίασιν ηναγκάσθημεν να κηρύξωμεν την χρεοκοπίαν του λεγομένου κοινοβουλευτισμού. Είδομεν το θέαμα ενός κόμματος, το οποίον ο λαός επλούτισεν με 120 βουλευτάς και ένος άλλου με 80 και ενός άλλου με 40 να μη δύναται κανέν εξ αυτών αλλ’ ούτε, δυστυχώς, όλα μαζί, να δώσωμεν κυβέρνησιν εις τον τόπον. Και εκαλέσαμε τον αξιότιμον αρχηγόν των ελευθεροφρόνων. Αρχηγόν κατά πάντα βεβαίως άξιον τιμής και δια το ένδοξον παρελθόν και δια το τίμιον παρόν και δια το εύελπι μέλλον, αλλά αρχηγόν εξ συναδέλφων εις την Βουλήν ταύτην και καταθέσαμεν εις τους πόδας αυτού άλλοι την εμπιστοσύνην μας δια διαμαρτυριών, όπως προσφυέστατα παρετηρήθη και άλλοι την ανοχήν μας μετά χειροκροτημάτων. Και τα 240 ΝΑΙ, τα οποία εξεφώνισαν εις την αίθουσαν ημών εις την ψήφον εμπιστοσύνης, ήσαν 240 υπογραφαί κατώθι της τρομεράς διαπιστώσεως ότι εχρεωκοπήσαμεν ως κοινοβουλευτισμός, εξεπέσαμεν ως συνέλευσις, εχάσαμεν την συνείδησιν του προορισμού μας ως εθνική κυριαρχία. Και έτι πλέον κύριοι βουλευταί. Εχάσαμεν ίσως και τον ψυχικόν σύνδεσμον προς τον λαόν, τον οποίον ενετάλημεν να διακυβερνήσωμεν. Διότι, τι είδος ψυχικός σύνδεσμος είναι δυνατόν να διατηρηθεί όταν ο μεν λαός φωνάζει ‘δεν θέλω να με κυβερνήσει ο κ. Μεταξάς’, ημείς δε αδιαφορούντες προς την κραυγήν ταύτην απαντώμεν: ‘Και όμως θα σε κυβερνήσει ο Μεταξάς!’¨… Αυτά είπε ο δεξιός βουλευτής του Λαικού Κόμματος Βάσος Στεφανόπουλος στις 29 Απριλίου 1936, την ημέρα που η Βουλή έδωσε ψήφο εμπιστοσύνης στον αρχηγού του μικρού κόμματος των 6 βουλευτών, επικυρώνοντας το διορισμό του ως πρωθυπουργού από τον Γεώργιο. 

Σοφούλης: «Κλονίζονται τα θεμέλια του κοινωνικού καθεστώτος»


Από την άλλη πλευρά, ένα πολύ «βαρύ» πολιτικό όνομα, ο Θεμιστοκλής Σοφούλης, αρχηγός του Κόμματος των Φιλελευθέρων, του μεγαλύτερου στη Βουλή και διάδοχος του Ελευθερίου Βενιζέλου, έλεγε στις 29 Απριλίου: «Μέσα εις την ατμόσφαιραν η οποία περιβάλλει την ζωή μας, εισπέομεν όλοι, χωρίς να το καταλάβωμεν, μία γεναίαν δόσιν υποκρισίας. Κοπτόμεθα πάντες και εκτραγωδούμεν τον κίνδυνον τον απώτερον του κομμουνισμού, δια να καλύψωμεν τον κίνδυνον τον οποίον ημείς οι ίδιοι δημιουργούμεν, οι προστάται δήθεν και υπερασπισταί του αστικού καθεστώτος. Τα μίση μας, αι ασχήμιαι, η εμπάθεια η οποία έχει αποκορυφώσει τον διχασμόν του ελληνικού έθνους και δημιουργήσει τον κίνδυνον, έναν κίνδυνον σύροντα το έθνος εις την πλήρη καταστροφή και την τελείαν αποσύνθεσίν του, αυτός είναι ο προσεχής, ο ορατός, ο απτός κίνδυνος. Και η καταφρόνισης προς πάσαν ηθικήν αξίαν και προς πάσαν ηθικήν έννοιαν έχει κλονίσει πλεόν τα θεμέλια του κοινωνικού καθεστώτος, ώστε να μη υπολείπεται πλέον είς τους ενδεχόμενους ανατροπείς του κοινωνικού καθεστώτος βαρύ το έργον». 

Οι ομολογιούχοι απαιτούν το 50%...


Ετσι, με μοχλό την αδυναμία των μεγάλων κομμάτων να συνεννοηθούν και να δώσουν λύση στα προβλήματα, ο Μεταξάς, είχε γίνει όχι μόνον πρωθυπουργός, με τους 241 ψήφους της Βουλής, αλλά είχε γίνει και δικτάτορας – η Βουλή του είχε δώσει μόνη της 

έκτακτες εξουσίες, ενώ είχε αυτοαναστείλει τη λειτουργία της για ένα εξάμηνο μετά το τέλος Απριλίου. 


Ο Μεταξάς έχει αφηγηθεί πώς ο Γεώργιος τον πίεσε έντονα να ικανοποιήσει τα αιτήματα των Αγγλων ομολογιούχων, ενώ, για το θέμα αυτό, έφτασε μέχρι και να απειλήσει τον βασιλιά με παραίτηση:  «Οι ομολογιούχοι μας εξήρυξαν τον πόλεμον και θέλουν να επιστρατεύσουν την αγγλικήν κυβέρνησιν εναντίον μας. Προς τι; Εγώ είμαι αποφασισμένος να μην υποχωρήσω ούτε βήμα. Αν δε υποθέσωμεν και το αδύνατον, δηλ. να έλθει άλλη κυβέρνησις, τότε ακόμη χειρότερα. Δεν θα τους δώσουν όχι 50%, αλλά πεντάρα» έγραφε ο Μεταξάς στον Ελληνα πρέσβη στο Λονδίνο, στις 30 Ιουνίου 1937. 

Την ίδια εποχή, ο Αγγλος πρέσβης στην Αθήνα Waterlow σημείωνε συμφωνώντας πλήρως,  ότι ο Μεταξάς προσέφερε περισσότερο απ’ όσο μπορούσε να προσφέρει «οποιοσδήποτε άλλος Ελληνας» και καλούσε τους ομολογιούχους να αντιληφθούν ότι «εάν και όταν επέστρεφαν οι πολιτικοί, δεν θα έπαιρναν ούτε δεκάρα παραπάνω, και το πιθανότερο, τίποτε απολύτως»…


Αλλά αυτή η «σκληρή στάση» του Μεταξά, πόσο «σκληρή» ήταν πραγματικά; Όταν είχε κηρυχθεί η πτώχευση, το 1932, η κυβέρνηση είχε συμφωνήσει με τους δανειστές της χώρας την καταβολή του 30% των τόκων για το οικονομικό έτος  ‘32-’33, του 27,5% για το έτος ’33-’34 και του 35% για το έτος ’34-’35. Δεν άντεξε να υπηρετήσει το πρόγραμμα και πτώχευσε τη χώρα. Το Φεβρουάριο του 1935, συμφώνησε εκ νέου στο 35% για το έτος 1935-1936. 


Μόλις δύο εβδομάδες μετά την επίσημη κήρυξη της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου, στις 20 Αυγούστου, ο Μεταξάς συμφωνεί να καταβάλει το 40% για το έτος ’35-’36 και το 40% για το έτος ’36 - ’37. Ο Μεταξάς ανακοίνωσε προσωπικά τη συμφωνία στον Γεώργιο, που βρισκόταν στην Κέρκυρα, σε διακοπές φιλοξενώντας τον βασιλιά της Αγγλίας Εδουάρδο Ή. Ήταν όλοι ικανοποιημένοι. Λίγους μήνες αργότερα, την άνοιξη του 1937, το Συμβούλιο των Ομολογιούχων, μέσω της βρετανικής κυβέρνησης, ζητά εκ νέου από την ελληνική, το ποσοστό αυτό να ανέλθει στο 50%...



www.tovima.gr


http://www.istorikathemata.com

Σάββατο, 14 Μαΐου 2011

Η πρώτη Ελληνική απογραφή του Ελληνικού πληθυσμού




Το όλον των κατοίκων Πόρου
Ψυχαί εις ανδρόγυνα1708
εις τέκνα αρσενικά1030
εις τέκνα θηλυκά799
εις υπηρέτας58
εις υπηρέτριας44

3639
Το όλον των παροίκων Πόρου
Ψυχαί εις ανδρόγυνα1879
εις τέκνα αρσενικά936
εις τέκνα θηλυκά930
εις υπηρέτας45
εις υπηρέτριας35

3735
Σύνολο κατοίκων και παροίκων επτά χιλιάδες τριακόσιοι εβδομήντα τέσσαρες (7374)
15 εκκλησίες, 16 ιερείς
-Από την απογραφή του Πόρου, 1828


Η Ελληνική απογραφή του 1828 ήταν η πρώτη απογραφή του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, της Ελληνικής Πολιτείας με Κυβερνήτη τον Ιωάννη Καποδίστρια που διενεργήθηκε από την Κυβέρνηση Καποδίστρια και εκτίμησε τους κατοίκους του νεοσυσταθέντος κράτους σε 753.400, ενώ έγινε επίσης και εκτίμηση του πληθυσμού κατά το 1821 σε 938.765 κατοίκους.

Στην πρώτη αυτή απογραφή γινόταν και καταγραφή του θρησκεύματος για να ξεχωριστεί ο ελληνικός από τον τουρκικό πληθυσμό. Γινόταν επίσης απογραφή του αριθμού οικογενειών και του φύλου των απογραφομένων.

Αναφέρεται ότι ο Καποδίστριας είχε ζητήσει τη σύνταξη πινάκων με τις εξής πληροφορίες: αριθμό κατοίκων, το θρήσκευμα των απογραφομένων (Χριστιανοί και Τούρκοι), τους κατόχους κτημάτων, όσους καλλιεργούσαν εθνικές γαίες, το επάγγελμα, τον αριθμό και την αξία των πρώην τουρκικών κτημάτων, τον αριθμό των σχολείων, τον αριθμό μαθητών / διδασκάλων των σχολείων, τον αριθμό των Εκκλησιών και μοναστηριών.

Πιθανότατα η απογραφή άρχισε το Μάρτιο του 1828 ενώ αποτελέσματά της στάλθηκαν στην κυβέρνηση το 1828 και το 1829. Χαρακτηριστικά ο ίδιος ο Καποδίστριας αναφέρει τον Ιούλιο του 1831 στο γράμμα του προς τον στρατηγό Σνάιντερ (Schneider) της Εκστρατείας του Μωριά που του ζήτησε πληροφορίες για τον πληθυσμό της Πελοποννήσου ότι έλαβε ικανοποιητικές πληροφορίες από 9 μόνο από τις 27 επαρχίες, ενώ από 15 επαρχίες έλαβε μόνο τον αριθμό οικογενειών (και εκτίμησε τον πληθυσμό με 4 και 1/3 κατοίκων ανά οικογένεια), ενώ για άλλες περιοχές δεν έλαβε καμιά πληροφορία και τον πληθυσμό τους εκτίμησε η επιτροπή επί των στατιστικών.

Ενώ αναλυτικά στοιχεία για την απογραφή δεν είναι ευρέως γνωστά, έχουν περάσει στην ιστορία χωριών ή πόλεων οι απογραφείς, όπως για παράδειγμα ο τότε συμβολαιογράφος Τριπόλεως Ρήγας Παλαμήδης και ο Κωνσταντίνος Καλαµαριώτης Δηµογέροντας στο Μπαλιάγα (σημερινή Άμμο Μεσσηνίας).

Αποτελέσματα


Στοιχεία της απογραφής του 1827

Η απογραφή αυτή βρήκε πληθυσμό 753.400 κατοίκων στην Ελλάδα, η οποία τότε αποτελείτο από την Πελοπόννησο και μερικά νησιά.

Μέσω της απογραφής του 1828 έγινε εκτίμηση του πληθυσμού κατά το 1821 (ή όπως αναφερόταν: «εξακριβώθη αναδρομικώς ο πληθυσμός κατά το 1821») σε 938.765 κατοίκους.

Η απογραφή αυτή δε δημοσιεύθηκε επίσημα, συνεπώς τα στοιχεία που υπάρχουν για αυτή είναι περιορισμένα. Κάποια συγκεντρωτικά στοιχεία υπάρχουν σε επίσημη έκδοση του υπουργείου Εσωτερικών του 1867 που υπογράφεται από τον τμηματάρχη Μανσόλα, αλλά και σε γραπτές επικοινωνίες του Κυβερνήτη Καποδίστρια που αναφέρονται σε αυτήν.

Για την ακρίβεια των στοιχείων του 1828, χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι ενώ στον πίνακα που εμφανίζεται από τον Μανσόλα η Πελοπόννησος φαίνεται να έχει 400.000 κατοίκους, η αλληλογραφία του Καποδίστρια αναφέρει 308.805 κατοίκους και η Επιστημονική επιτροπή της Γαλλικής Αποστολής στο Μωριά μέτρησε 336.366 κατοίκους (όλα αναφερόμενα στο ίδιο σύγγραμμα). Επισημαίνεται ότι το σύνολο του πληθυσμού που δείχνει ο πίνακας αυτός για τη χώρα (753.400) αναφέρεται από όλες τις μετέπειτα επίσημες κρατικές εκδόσεις στις οποίες δημοσιεύονται απογραφές μέχρι και σήμερα.

Χρήσεις


Μια από τις χρήσεις ήταν από τον Καποδίστρια σε αλληλογραφία του προς τις Ευρωπαϊκές δυνάμεις για τον καθορισμό των ελληνικών συνόρων. Σημαντικό στοιχείο σήμερα είναι και η αναφορά των ονομάτων των χωριών στα οποία έγινε η απογραφή.

Βιβλιογραφία

  • Μιχ. Χουλιαράκη, Γεωγραφική Διοικητική και πληθυσμιακή εξέλιξις της Ελλάδος 1821-1971, τ. Α', Μέρ. Ι, Αθήνα 1972

Κυριακή, 8 Μαΐου 2011

Δα-Μήτηρ, Δήμητρα-Μητέρα




Η Δήμητρα ήταν κόρη του Κρόνου και της Ρέας. Αδερφή της Ήρας, της Εστίας, του Δία και του Ποσειδώνα. Η γέννηση της ακολούθησε την ίδια μοίρα με των αδερφών της. Ο Κρόνος κατάπινε τα παιδιά τους μόλις γεννιόντουσαν από φόβο μην του πάρουν το θρόνο. Η Ρέα μην αντέχοντας άλλο να χάνει τα παιδιά της, βοήθησε τον μικρότερο, τον Δία, να εκθρονίσει τον Κρόνο με ένα τέχνασμα και να ελευθερώσει τα αδέρφια του από την κοιλιά τους πατέρα τους.

Η θεά Δήμητρα ανήκε στο δωδεκάθεο του Ολύμπου και ήταν θεά της γονιμότητας και της βλάστησης του εδάφους, προστάτιδα της γεωργίας και μητέρα των δημητριακών, όπως δηλώνει και το όνομά της. Ήταν κόρη του Κρόνου και της Ρέας και αδελφή του Δία. Μαζί του απέκτησε την Περ*σεφόνη, ενώ από τον άλλο της αδελφό, τον Ποσειδώνα, που ενώθηκε μαζί της μεταμορφωμένος σε άλογο, απέκτησε επίσης μια κόρη που κανείς δεν τολμούσε να αναφέρει το όνομά της και ένα άλογο, τον Αρείονα.

 Η Δήμητρα δίδαξε στους ανθρώπους την καλλιέργεια της γης. Σύμφωνα με το μύθο, μετά την απαγωγή της Περσεφόνης από τον Πλούτωνα, περιπλανήθηκε για εννιά μέρες κρατώντας πυρσούς και αναζητώντας την κόρη της. Τελικά έφθασε στην Ελευσίνα μεταμορφωμένη σε γριά, , όπου φιλοξενήθηκε στο ανάκτορο του βασιλιά Κελεού. Σε ανταπόδοση, ανέθρεψε το γιο του Δημοφώντα και καθιέρωσε τα Ελευσίνια Μυστήρια, που έγιναν η σπουδαιότερη γιορτή προς τιμήν της. Η Ελευσίνα ήταν και το κυριότερο κέντρο της λατρείας της, ενώ ιερά της υπήρχαν και σε πολλά ακόμη μέρη.

Η Δήμητρα ταυτίσθηκε με την πανάρχαια θεότητα της γονιμότητας και της ευφορίας και η λατρεία της ήταν διαδεδομένη σε όλη την Ελλάδα. Εκτός από τα Μεγάλα Ελευσίνια Μυστήρια, προς τιμήν της τελούνταν τα λεγόμενα «Μικρά Μυστήρια» και τα Θεσμοφόρια κάθε φθινόπωρο, δηλαδή την εποχή της σποράς, στα οποία συμμετείχαν μόνο παντρεμένες γυ*ναίκες. Σύμβολά της ήταν τα στάχυα, ένα καλάθι γεμάτο καρπούς, η παπαρούνα, ο νάρκισσος και το ρόδι.

ΘΕΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΕΛΕΥΣΙΝΑΣ ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΜΕ ΤΗ ΔΗΜΗΤΡΑ

Κατά τις ανασκαφές που έκανε στην Ελευσίνα η Αρχαιολογική Εταιρεία της Αθήνας, βρέθηκαν δυο ανάγλυφα αφιερωμένα στο θεό και στη θεά, χωρίς να αναφέρουν το όνομά τους.

Μια άλλη πανάρχαιη θεότητα της Ελευσίνος η Δάειρα ήταν σύμφωνα με το μύθο θυγατέρα του Ωκεανού και απόκτησε με τον Ερμή τον επώνυμο ήρωα της Ελευσίνας. Κι ενώ στην αρχή ήταν αντίζηλη και έχθρα της Δήμητρας, ενσωματώθηκε αργότερα στη λατρεία και μάλιστα ταυτίστηκε με την κόρη της θεάς, την Περσεφόνη. Η Περσεφόνη παίζει στην ελευσινιακή θρησκεία -όπου εξάλλου δεν παρουσιάζεται απ' αρχής- ένα λιγότερο σημαντικό ρόλο από της Δήμητρας. Είναι γνωστό πως η Περσεφόνη θεωρούνταν σύζυγος του Άδη και βασίλισσα των νεκρών. Αναρωτιέται κανένας "αν Περσεφόνη και Κόρη είναι δυο ονόματα της ίδιας θεότητας ή αν εκπροσωπούν δυο διαφορετικές θεότητες που συγχωνεύτηκαν.

Πιστεύω πως πρέπει να ταχτούμε με τη δεύτερη άποψη, επειδή η Περσεφόνη παρουσιάζεται μάλλον ως βασίλισσα του Άδη, ενώ η Κόρη ως θεά της νεαρής βλάστησης και προπαντός ως θυγατέρα και σωσίας της Δήμητρας, που μ' αυτήν είχε περίπου ταυτιστεί και σε σπάνιες μονάχα περιπτώσεις είχε επιτρέψει αυτή στη λατρεία της να ζήσει μιαν ανεξάρτητη ζωή". Αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι στην Ελευσίνα η θυγατέρα της Δήμητρας ονομάζεται πάντα Κόρη και ποτέ Περσεφόνη. Ο Foucart πιστεύει πως πρόκειται για μια νέα θεότητα "πολύ διαφορετική από τη σκληρή και σκοτεινή συντρόφισσα του Άδη, η νεόφερτη δείχνει πραότητα και την καλοσύνη που χαρακτηρίζουν τη μητέρα της, τη Δήμητρα".

Κατά τη γνώμη του, η Κόρη δεν ήταν παρά ένα αντίγραφο της Δήμητρας κι ένα αντικαθρέπτισμα της. Για να εξηγήσει τούτο το γεγονός διατυπώνει την άποψη πως "η έννοια και το όνομα το ίδιο της Δήμητρας υποβάλλουν την ιδέα της γονιμότητας και της μητρότητας. Θα ήταν αντιφατικό να την φανταστούμε στείρα κι έτσι το θεώρησαν φυσικό να της αποδώσουν μια κόρη".

Στα αρχαιότερα έργα τέχνης συχνά είναι δύσκολο να πούμε κατηγορηματικά, αν η θεά που έχει παραστήσει ο καλλιτέχνης είναι η Δήμητρα ή η Κόρη, και όταν είναι και οι δυο μαζί, ποια είναι η Δήμητρα και ποια η Κόρη. Οι δυο αυτές θεότητες ακόμα και στη λατρεία είναι στενά δεμένες, η θυγατέρα όμως εξαρτάται πάντα από τη μητέρα. Είναι πραγματικό γεγονός πως βρέθηκαν έξω από την Ελευσίνα ίχνη λατρείας που αφορούσε μονάχα την Κόρη και είχαν υποθέσει μερικοί πως τα Μικρά Μυστήρια της Άγρας ήταν αφιερωμένα σ' αυτήν ειδικά. Ωστόσο, άλλοι συγγραφείς δεν δέχονται αυτήν την περίπτωση.



http://visaltis.blogspot.com

Κυριακή, 1 Μαΐου 2011

Αθηναϊκή Δημοκρατία




Η Δημοκρατία είναι το μέγιστο πολιτειακό επίτευγμα της Αρχαίας Ελλάδος, κατά παγκόσμια παραδοχή και ομολογία. Η γέννησή της, όσο και αν αυτό φαίνεται παράδοξο, έλαβε χώρα στην Σπάρτη. «Του μεν δήμου θρασυνομένου…»[1]  Όμως, η καταξίωσή της ως πολιτεύματος πραγματώθηκε στην Αθήνα. Εκεί οργανώθηκε και αναπτύχθηκε συστηματικά δημιουργώντας το μεγαλείο των Αθηνών. Είχε προετοιμασθεί βέβαια με την νομοθεσία του Σόλωνος, θεμελιώθηκε από τον Κλεισθένη, δικαιώθηκε με τις νίκες στους Μηδικούς Πολέμους, στερεώθηκε με το πρόγραμμα του Θεμιστοκλή και έφθασε στο απόγειό της υπό την εμπνευσμένη ηγεσία του Περικλή.

Εδώ γεννάται όμως το εξής ερώτημα: Ήταν η Αθηναϊκή Δημοκρατία μία πραγματική Δημοκρατία, διαχέοντας παράλληλα όλες τις πτυχές της εξουσίας και στον τελευταίο πολίτη ή μία Δημοκρατία κατ΄επίφαση; Αυτό, λοιπόν, ακριβώς επιχειρήται να απαντηθεί με το παρόν πόνημα. Θα επιχειρήσουμε επομένως μια κατάδυση στα ενδότερα της, με σκοπό να ανευρεθούν τα βασικά γνωρίσματα που την χαρακτηρίζουν. Επίσης, θα εξετάσουμε εάν και κατά πόσον εφαρμόσθηκαν οι αρχές της. Ακόμη θα αναζητηθούν τα προτερήματα και τα ελαττώματα του εν λόγω πολιτεύματος, καθώς και η συμβολή της στην ανάδυση της Αθηναϊκής πολιτείας ως ηγέτιδας δύναμης στον Ελληνικό κόσμο του 5ου π.χ αιώνος. Τέλος, με άξονα τους πολιτειακούς θεσμούς, την νομοθεσία και την όλη εν γένει λειτουργία της Δημοκρατίας θα καταδειχθεί η πραγματική διάστασή της, ως μίας άμεσης Δημοκρατίας, με όλες όμως τις υπερβολές της.

Είναι αλήθεια, πως από την εποχή του Σόλωνος είχαν ξεκινήσει τα πρώτα βήματα για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων των ασθενέστερων πολιτών. Κυριώτερο από αυτά ήταν η σεισάχθεια[2]. Δηλαδή κατήργησε τις υποθήκες κτημάτων και την δουλεία για χρέη, όπως επίσης προχώρησε στο σβήσιμο των εκκρεμών χρεών των μικροαγροτών. Νέα καινοτομία ήταν και ίδρυση της Βουλής των τετρακοσίων, εκατό από κάθε φυλή, η οποία προετοίμαζε ως προβουλεύματα τα σχέδια νόμων για συζήτηση από την Εκκλησία του Δήμου. Κατά συνέπεια αφαιρέθηκε μία σημαντική δικαιοδοσία από το παλαιό αριστοκρατικό δικαστήριο του Αρείου Πάγου. Ο Σόλων ακόμη έβαλε και την τέταρτη κοινωνική τάξη τους Θήτες στην Εκκλησία του Δήμου. Αλλά και για την προστασία των απλών πολιτών, από τυχόν αυθαίρετες πράξεις των αρχόντων θέσπισε κατά πρώτον την εισαγγελία[3] και κατά δεύτερον την έφεση[4]. Η μεν εισαγγελία έδινε στον καθένα το δικαίωμα να καταφεύγει στο δικαστήριο προς υπεράσπιση οιουδήποτε αδικουμένου. Η έφεση δε, αφορούσε αποφάσεις των δικαστηρίων. Ίδρυσε επίσης και το λαϊκό δικαστήριο της Ηλιαίας. Όμως ο σπουδαίος αυτός Νομοθέτης προσέδωσε στο πολίτευμα καθαρά τιμοκρατικό[5] χαρακτήρα, διαχωρισμό δηλαδή σε τάξεις ανάλογα με το εισόδημα. Τα αξιώματα δίνονταν ανάλογα προς την τάξη, στην οποία ανήκε ο κάθε πολίτης. Μόνον οι δύο πρώτες τάξεις, των πεντακοσιομέδιμνων και των τριακοσιομέδιμνων (ιππέων) μπορούσαν να εκλέξουν τους δικαστές. Αναμφισβήτητα, λοιπόν, ο Σόλων αναμόρφωσε τους πολιτειακούς θεσμούς των Αθηνών και προώθησε, μέχρι ενός ορισμένου σημείου,  τα δημοκρατικά ιδεώδη με την συμμετοχή όλων των Αθηναϊκών τάξεων στις συνελεύσεις της Εκκλησίας του Δήμου.

Καινοτομίες και πλεονεκτήματα της Αθηναϊκής Δημοκρατίας

Εκείνος όμως, που θεμελίωσε το Δημοκρατικό Πολίτευμα στην Αθήνα ήταν ο Κλεισθένης. Γιος του Μεγακλέους και της Αγαρίστης, κόρης του τυράννου της Σικυώνος Κλεισθένη, καταγόνταν από το γένος των Αλκμεωνιδών. Η νομοθεσία του έδωσε περισσότερη ώθηση στις δημοκρατικές αρχές από την αντίστοιχη του Σόλωνα,  ξεπερνώντας την μετριοπάθεια που τη χαρακτήριζε. Για να εξουδετερώσει τη δύναμη των ευγενών, που στηρίζονταν στην διαίρεση της Αττικής σε τέσσερις φυλές, καινοτόμησε αφού προέβη σε νέα διαίρεση των Αθηναίων πολιτών σε δέκα νέες φυλές, με ονόματα τοπικών ηρώων. Οι ίδιες υποδιαιρέθηκαν σε τριάντα τριττύες[6] και σε εκατό δήμους. Οι τριττύες είχαν χωρισθεί ανά δέκα, για κάθε μία από τις τρεις ζώνες που αποτελούσαν γεωγραφικά την Αττική, δηλαδή, το Άστυ, η Μεσογαία και η Παραλία. Κάθε μία από αυτές τις φυλές απαρτίζονταν από τρεις τριττύες, μία του Άστεως, μία της Παραλίας και μία της Μεσογαίας, καθώς και από δέκα Δήμους. Εκτός όμως αυτού του μέτρου, έδωσε το δικαίωμα του Αθηναίου πολίτη, και κατ΄ επέκταση τα ίδια πολιτικά δικαιώματα με τους υπολοίπους Αθηναίους, σε πολλούς μετοίκους και απελευθέρους (δούλοι που είχαν αποκτήσει την ελευθερία τους). Η ένταξη λοιπόν αυτών που ονομάσθηκαν Νεοπολίτες[7], κατά τον Αριστοτέλη, στο πολιτικό σώμα των Αθηνών αποτέλεσε αναμφισβήτητα μία άκρως ριζοσπαστική κίνηση, αδιανόητη έως τότε. Με αυτόν τον τρόπο διασπάστηκε η συνοχή των τοπικών και ταξικών συμφερόντων, ιδίως των παραδοσιακών αριστοκρατικών φρατριών[8], προς όφελος του κοινού συμφέροντος και της δημοκρατικής ισοπολιτείας, η οποία επρόκειτο να αποτελέσει την μεγαλύτερη πολιτική επίτευξη της Αθηναϊκής πολιτείας.

Ακόμη από τις δέκα φυλές όρισε να εκλέγονται οι Δέκα στρατηγοί (Αρχή ιδρυθείσα επί των ημερών του), οι Εννέα άρχοντες, οι πεντακόσιοι Βουλευτές αντί των τετρακοσίων της Σολώνειας Βουλής (πενήντα από κάθε φυλή), και τα ορκωτά δικαστήρια της Ηλιαίας. Κάθε φυλή, αντιπροσωπευομένη από τους πενήντα βουλευτές της, ασκούσε την εξουσία επί ένα δέκατο του έτους ως πρυτανεύουσα. Επιπροσθέτως άλλαξε τον τρόπο ανάδειξης των Βουλευτών και των περισσοτέρων αρχόντων, όχι δια της εκλογής, αλλά με κλήρωση, για ενιαύσιο θητεία και μη ανανεώσιμη. Επίσης καθόρισε την ονομασία των Αθηναίων με ενιαίο τρόπο, έτσι ώστε να μην ξεχωρίζουν οι ευγενείς από εκείνους με μη αριστοκρατική καταγωγή. Για να στηρίξει τέλος τις μεταρρυθμίσεις του και να εξασφαλίσει την ομαλή και απρόσκοπτη λειτουργία του νεότευκτου πολιτεύματος, εισήγαγε τον οστρακισμό[9].Βάσει αυτού, ο λαός ως Εκκλησία του Δήμου, μπορούσε να εξορίσει από την πόλη οποιονδήποτε ύποπτο για την επιβολή τυραννικού καθεστώτος.

Οι τολμηρές μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένους προκάλεσαν την αντίδραση των αντιπάλων του. Συγκεκριμένα Σπαρτιατικός στρατός, κατόπιν προσκλήσεως του ηγέτη των ολιγαρχικών Ισαγόρα, εισέβαλλε στην Αττική. Παράλληλα, στη συμμαχία κατά των Αθηναίων προστέθηκαν Βοιωτοί και Χαλκιδείς. Οι Αθηναίοι όμως κατόρθωσαν να αντιμετωπίσουν με επιτυχία τους εχθρούς τους. Αυτό ήταν το πρώτο δείγμα γραφής του ότι το έργο του ευφυούς αυτού πολιτικού είχε θεμελιωθεί σε στέρεες βάσεις. Το δεύτερο και καταλυτικό, μέσα από το οποίο οικοδομήθηκε η Αθηναϊκή Υπερδύναμη ήταν τα Μηδικά.

Το δημοκρατικό πολίτευμα βέβαια συνέχισε να εξελίσσεται, με νέες αλλαγές οι οποίες προστέθηκαν για να το ισχυροποιήσουν περαιτέρω. Τέτοιες ήταν του Εφιάλτη, ο οποίος αφαίρεσε από τον Άρειο Πάγο την αρμοδιότητα του Φύλακα της Πολιτείας[10] και τη διαμοίρασε μεταξύ της Βουλής, της Εκκλησίας του Δήμου και της Ηλιαίας. Αυτό ήταν και το τελευταίο χτύπημα για το πάλαι ποτέ πανίσχυρο δικαστήριο της Αριστοκρατίας. Εφεξής, ήταν αρμόδιο να δικάζει μόνο υποθέσεις φόνου εκ προμελέτης. Αλλά και ο Περικλής, που ανέλαβε την ηγεσία των Δημοκρατικών προχώρησε παραπέρα με την καθιέρωση της μισθοφορίας, του λεγομένου και Ηλιαστικού Μισθού[11], για τα μέλη της Ηλιαίας. Το ίδιο έκανε και για τους Βουλευτές, όπως και για άλλα αξιώματα που καταλάμβαναν οι πολίτες. Έτσι και οι πιο φτωχοί μπορούσαν να ασκήσουν απρόσκοπτα και ανεπηρέαστα τα καθήκοντά τους δίχως να ζημιώνονται. Αργότερα, μετά το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου και στις αρχές του 4ου π.χ θα θεσπιστεί μισθός και για τα μέλη της Εκκλησίας του Δήμου. Παράλληλα με όλα αυτά, επεκτάθηκε σταδιακά το δικαίωμα αναδείξεως σε έναν εκ των εννέα αρχόντων και για την τελευταία τάξη Αθηναίων πολιτών, τους Θήτες. Πρέπει να σημειωθεί επίσης, πως ο τρόπος επιλογής των αρχόντων διατήρησε το μεικτό σύστημα, όπου συνυπήρχαν η εκλογή με την κλήρωση, ονομάζονταν δε: «κλήρωση εκ προκρίτων»[12]. Προς τα μέσα όμως του 5ου π.χ αιώνος επεκράτησε οριστικά η επιλογή μέσω κλήρωσης και μάλιστα διπλής μεταξύ κληρωτών[13].

Στην πόλη λοιπόν των Αθηνών έλαβε σάρκα και οστά η Δημοκρατία. Με περισσή υπερηφάνια, εξάλλου, το τονίζει και ο Περικλής στον Επιτάφιό του[14] «Χρώμεθα γαρ πολιτεία ου ζηλούση τους εν των πέλας νόμους, παράδειγμα δε μάλλον αυτοί όντες τισίν ή μιμούμενοι ετέρους. Και όνομα μεν διά το μη ες ολίγους αλλ΄ες πλείονας οικείν Δημοκρατία κέκληται». Τα βασικά χαρακτηριστικά της είναι η Ελευθερία, η Λαϊκή κυριαρχία (Εκκλησία του Δήμου), η ισότητα των πολιτών και συνακόλουθα η ισονομία, η ισηγορία, η ισοκρατία,[15] η ισοψηφία, η ισοτιμία, η ελεύθερη έκφραση λόγου και το πολυπληθές των Πολιτειακών οργάνων.

Ας ξεκινήσουμε όμως την εξέταση του πρώτου χαρακτηριστικού του δημοκρατικού πολιτεύματος, της Ελευθερίας. Η Ελευθερία είναι η βασική αρχή, πάνω στην οποία στηρίζεται η δημοκρατία. Είναι και ο κύριος σκοπός της όπως έλεγε και ο Αριστοτέλης[16]. Διαμορφώνει την προσωπικότητα του πολίτη, τονώνοντας σε μέγιστο βαθμό την αυτοπεποίθησή του. Του δίδεται έτσι η ευκαιρία αυτοπροσδιορισμού του ως άτομο ξεχωριστό μέσα στο σύνολο. Συμμετέχει στις συνελεύσεις του Δήμου, έχοντας ταυτόχρονα την δυνατότητα να εκφράσει υπεύθυνα τις ιδέες του. Έχει, με λίγα λόγια δική του προσωπική ΒΟΥΛΗΣΗ.

Η Εκκλησία του Δήμου είχε καταστεί παντοδύναμη. Είναι το ανώτατο πολιτειακό όργανο, το οποίο δεν αμφισβητείται από κανέναν και καμμία αρχή. Είχε  υπό τον έλεγχό της όλους τους εκλεγμένους άρχοντες, καθώς και την Βουλή. Δικαίωμα συμμετοχής σε αυτήν είχαν όλοι οι άνδρες Αθηναίοι, έχοντας συμπληρώσει το 18ο έτος[17]. Ελάμβανε αποφάσεις για την εκλογή των αρχόντων, ψήφιζε νόμους, είχε το δικαίωμα κήρυξης πολέμου, της σύναψης συνθήκης ειρήνης, καθώς και της αποστολής πρέσβεων, είτε σε άλλες Ελληνικές πόλεις κράτη, είτε στους Πέρσες. Πέραν αυτών, όμως, είχε και δικαστικές αρμοδιότητες όπως ο Οστρακισμός. Συνεπώς, τόσο θεωρητικά όσο και στην πράξη ήταν το κέντρο των αποφάσεων.

Όσον αφορά τώρα την ισότητα, εκείνη εκφράζονταν με διάφορες μορφές, όπως η ισονομία, η ισηγορία, η ισοκρατία, η ισοψηφία και η ισοτιμία. Η ισονομία (όπως ονομάσθηκε αρχικά η δημοκρατία από τον Ηρόδοτο), θεωρούσε ίσους όλους τους πολίτες απέναντι στους νόμους. Επιτυγχάνονταν έτσι ο σκοπός της εξισώσεως των ευγενών με εκείνους που δεν ήταν. Το γεγονός άλλωστε, της πανομοιότυπης αναγραφής των ονομάτων όλων των πολιτών, συνιστούσε την κατάργηση των διακρίσεων ανάμεσα σε αριστοκρατικά και ταπεινά γένη. Το φυλοκρινείν[18] εξάλλου απαγορεύθηκε με νόμο και έτσι εξέλιπε ένας ακόμη σημαντικός λόγος που παραβίαζε την γενικότερη ισότητα μεταξύ των Αθηναίων.

Η ισηγορία δε, κατοχύρωνε τη δυνατότητα των πολιτών να αγορεύουν εξίσου στην Εκκλησία του Δήμου, με επιχειρήματα και απόψεις. Θεμελίωνε δηλαδή το δικαίωμα που παρέχονταν στον οποιοδήποτε ελεύθερο πολίτη, να μιλά, επί ίσοις όροις, για τα κοινά ενώπιον των συμπολιτών του. Σε συνδυασμό βέβαια με την ελεύθερη έκφραση γνώμης, την παρρησία. Η παρρησία ήταν πολύ σημαντική, διότι, μέσω αυτής εκφράζεται η θεμελιώδης αρχή της ελευθερίας. Η ίδια άλλωστε συμβάλλει τα μέγιστα στην διαμόρφωσή της κοινής γνώμης. Τρανό παράδειγμα ο ίδιος ο Περικλής, στον οποίο δόθηκε η ευκαιρία να ξεχωρίσει, κυρίως λόγω της απαράμιλλης ρητορικής δεινότητός του.

Η ισοκρατία, μετά, σήμαινε ότι το κράτος ανήκε εξίσου σε όλους τους πολίτες. Είναι απρόσωπο και κυβερνάται από τους νόμους, οι οποίοι ψηφίζονται από την Εκκλησία του Δήμου. Υπάρχει, φυσικά, και μία δεύτερη εξήγηση, η οποία θεωρεί πως ο όρος αυτός ίσχυε και για όλα τα υπόλοιπα πολιτεύματα, πλην ενός: της αρχής ενός μόνο ατόμου στην εξουσία. Μιλάμε βέβαια για την τυρρανία.

Με το θέμα της ισοψηφίας τώρα πραγματώνεται η έννοια και η λειτουργία της λαϊκής κυριαρχίας. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι, η ψήφος στις λαϊκές συνελεύσεις έχει την ίδια ισχύ για όλους. Επομένως, δεν βαραίνει κανενός η ψήφος περισσότερο του άλλου. Επιπλέον, σχηματίζεται η αίσθηση στον ψηφίζοντα, η οποία και αποτελεί πραγματικότητα, του ενεργού πολίτη. Ο Αθηναίος, ψηφίζοντας ως ίσος μεταξύ ίσων, νοιώθει ότι συμμετέχει στα κοινά, και μάλιστα στην πρώτη γραμμή, αποφασίζοντας ο ίδιος για τις τύχες της πόλης του.

Ερχόμαστε, τέλος, στην ισοτιμία. Σύμφωνα με αυτήν,  όλοι οι πολίτες έχουν το δικαίωμα να αναλάβουν οποιοδήποτε από τα υπάρχοντα κρατικά αξιώματα με μοναδκή εξαίρεση το αξίωμα των στρατηγών που διατηρεί ελιτίστικο χαρακτήρα. Γεγονός πάντως είναι ότι η κοινωνική προβολή στην Αρχαία Αθήνα συνδέεται με την ανάθεση αξιώματος. Βέβαια, μέχρι να γίνει πράξη η ισοτιμία, χρειάσθηκε να περάσουν κάποιες δεκαετίες από την πρώτη μεταρρύθμιση, αυτή του Κλεισθένη. Τελικά στα μέσα του 5ου π.χ αιώνος, απέκτησαν και οι Θήτες το δικαίωμα να συμπεριληφθούν στην κληρωτίδα για τα αξιώματα των αρχόντων.

Η Δημοκρατία όμως, είχε ως στήριγμα και το πολυπληθές των διαφόρων πολιτειακών οργάνων. Για παράδειγμα, η σύνθεση ενός εκ των Ηλιαστικών δικαστηρίων αριθμούσε 501 κανονικά μέλη και 99 αναπληρωματικά[19]. Τα τμήματα αυτά της Ηλιαίας ήταν δέκα, κατά συνέπεια ο συνολικός αριθμός των μελών της αριθμούσε τα 6.000. Αλλά και η ίδια η Βουλή αύξησε τα μέλη της από τα 400 του Σόλωνος στα 500 από τον Κλεισθένη. Το λαμπρότερο παράδειγμα βέβαια ήταν η Εκκλησία του Δήμου που αποτελείτο από όλους άνω των 18 άρρενες πολίτες. Για να αποφευχθούν δε φαινόμενα διαφθοράς του δημοσίου βίου, από τους κατέχοντες διάφορα πολιτειακά αξιώματα, θεσπίστηκαν διάφορα μέτρα, όπως:

  1. Η θητεία στα περισσότερα των αξιωμάτων ήταν ετήσια. Ουδείς είχε το δικαίωμα να κληρωθεί για 2η φορά ως Άρχων. Το είχε όμως ως Βουλευτής.
  2. Οι Δέκα Στρατηγοί και οι ταμίες με εκλογή[20] και όχι με κλήρωση, λόγω των ιδιαιτέρων ικανοτήτων και προσόντων που απαιτούντο για αυτά τα αξιώματα.
  3. Η υποχρέωση, κυρίως των υποψηφίων Αρχόντων, πριν αναλάβουν, της Δοκιμασίας[21]. Μίας προκαταρκτικής εξέτασης για το αν είχε τα τυπικά προσόντα για την θέση.
  4. Η υποχρέωση, κυρίως των κατεχόντων αξιώματα σε οικονομικές υπηρεσίες του Λόγου[22].
  5. Η Επιχειροτονία[23], που ήταν έλεγχος των πεπραγμένων της διαχειρίσεώς τους, σε τακτά χρονικά διαστήματα.
  6. Τα Εύθυνα[24]. Η τελική απολογιστική τους έκθεση για την θητεία τους.
  7. Η δυνατότητα αλλά και υποχρέωση κάθε πολίτη, να εγείρει αγωγή για φαινόμενα κακοδιαχειρίσεων και ατασθαλιών εκ μέρους των αρχόντων. 
Όλα τα παραπάνω, συνεπώς, αφενώς μεν θωράκιζαν ακόμη περισσότερο το πολίτευμα, αφετέρου δε ενίσχυαν την πίστη των Αθηναίων σε αυτό. Πίστευαν ακράδαντα, πλην μερικών ολιγαρχικών εξαιρέσεων, στο ορθό της επιλογής τους και είχαν την πρόθεση να το εξάγουν, σε πρώτη φάση στους συμμάχους τους.

Αδυναμίες του αθηναϊκού δημοκρατικού πολιτεύματος

Η Αθηναϊκή Δημοκρατία, όμως παρουσίαζε και αρκετές αδυναμίες. Θα αναφερθούμε, καταρχάς, στον πλήρη αποκλεισμό από τα κοινά ενός μεγάλου τμήματος του πληθυσμού, των γυναικών. Εστερούντο παντελώς των πολιτικών τους δικαιωμάτων. Δικαιοπρακτική δυνατότητα από μέρους τους δεν υπήρχε, καθόσον τους απαγορεύονταν να χειρίζονται οι ίδιες τις υποθέσεις τους. Έπρεπε υποχρεωτικά να εκπροσωπούνται από τον Κύριό τους[25]. Διαπιστώνουμε, λοιπόν, πως η θέση τους στην Αθηναϊκή Κοινωνία ήταν καθαρά διακοσμητική.

Αλλά και η θέση των μετοίκων, δεν ήταν και η καλύτερη δυνατή. Υποχρεούντο σε εισφορά, το ονομαζόμενο και Μετοίκιον[26]. Οι πλέον εύποροι, αναλάμβαναν διάφορες Λειτουργίες[27]. Όσοι δε, ασχολούνταν με εμπορικές δραστηριότητες κατέβαλλαν επιπλέον το Ξενικόν[28]. Επάνδρωναν επιπλέον επικουρικώς τον Αθηναϊκό στρατό. Πάραυτα δεν είχαν πολιτικά δικαιώματα. Είναι αλήθεια βέβαια ότι, ο Κλεισθένης ενσωμάτωσε πολλούς μετοίκους στον Αθηναϊκό κορμό, δίδοντας τους τα δικαιώματα του Αθηναίου πολίτη (Νεοπολίτες). Έκτοτε όμως, ελάχιστοι πήραν την Αθηναϊκή υπηκοότητα. Ακόμα και μετά την παλινόρθωση της δημοκρατίας το 403 π.χ,  την αρνήθηκαν σε όσους βοήθησαν για την επαναφορά της. Ο ίδιος ο Λυσίας γεύτηκε το πικρό ποτήρι αυτής της άρνησης. Ο ρόλος των μετοίκων συνεπώς περιέκλειε μόνον υποχρεώσεις και καθόλου πολιτικά δικαιώματα.

Ο θεσμός της δουλείας τώρα ήταν αποδεκτός σε όλον τον τότε γνωστό κόσμο, ως η κινητήριος δύναμη της οικονομίας και κατ΄επέκταση της κοινωνίας. Από τον κανόνα αυτό δεν εξαιρείτο ο Ελληνικός κόσμος, το ίδιο και η Δημοκρατική Αθήνα. Βεβαίως, απαγορεύονταν η κακομεταχείρισή τους και είχαν δικαίωμα να ζητήσουν ασυλία σε κάθε τέτοια περίπτωση. Η καταγγελία κάθε πολίτη προς τούτο λεγόνταν Γραφή Ύβρεως[29] και ήταν ποινικά κολάσιμη αν αποδεικνύονταν. Η κάπως πιο ήπια μεταχείρισή τους, δίνει την εξήγηση στο γιατί δεν έγιναν εξεγέρσεις από μέρους τους. Δεν έπαυαν όμως να είναι αυτό που χαρακτηρίζονταν, δούλοι και όχι ελεύθεροι. Ακόμη και όταν κέρδιζαν την ελευθερία τους, ως απελεύθεροι πλέον, μετατρέπονταν σε μετοίκους.

Ωστόσο, ο κύριος φορέας της εξουσίας στην Αθήνα, η Εκκλησία του Δήμου, ήταν κυριολεκτικά ανεξέλεγκτη. Αυτό περιέκλειε κάποιους κινδύνους, όπως το να παρασυρθεί σε λάθος αποφάσεις. Ορισμένοι επιδέξιοι αγορευτές με σκοπό κατά βάση την προσωπική τους ανάδειξη και προβολή, μπορούσαν κάλλιστα να πείσουν το εκστασιασμένο πλήθος. Τέτοια παραδείγματα, όπως του Κλέωνος, καθώς και η καταδίκη των στρατηγών μετά την νικηφόρα ναυμαχία των Αργινουσών, αποδεικνύουν αυτήν την αδυναμία του συστήματος. Τα εξωτερικά θέματα πάλι ο Δήμος τα χειρίζονταν με περισσή επιπολαιότητα. Αποτέλεσμα αυτής ήταν η αλαζονική συμπεριφορά προς τους συμμάχους, την οποία και πλήρωσαν ακριβά τελικά, όπως και η Σικελική εκστρατεία, όπου απεδείχθει πως δίχως την ηγεσία του Αλκιβιάδη, τον οποίο εντελώς ανόητα ανακάλεσαν, ο Αθηναϊκός στρατός και στόλος συνετρίβει.

Εκτός αυτών, όμως, παρατηρείται μία μεγάλη κατάχρηση του θεσμού του οστρακισμού. Μεγάλα ονόματα, θεμελιωτές της Αθηναϊκής ισχύος, όπως ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης, ο Κίμων, έπεσαν θύματα των πολιτικών παιχνιδιών μεταξύ των δημοκρατικών από την μία και των ολιγαρχικών από την άλλη. Η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι ήταν ο εξοστρακισμός του Υπερβόλου το 417 π.χ, κατόπιν μυστικής συμφωνίας Αλκιβιάδη και Νικία. Από το έτος αυτό, λοιπόν, παύει να ισχύει. Οι πολιτικές διαμάχες από εδώ και πέρα, θα βρουν πρόσφορο έδαφος στις αίθουσες των δικαστηρίων. Μέσω των κατηγοριών της Εισαγγελίας[30] και της Γραφής Παρανόμων[31] θα επιχειρηθεί η πολιτική εξόντωση των αντιπάλων. Η κατάσταση αυτή, βέβαια, θα ευνοηθεί και από το γεγονός ότι, οι ποινές προς τους ίδιους τους κινήσαντες τους δικαστικούς αγώνες, στην περίπτωση που οι ισχυρισμοί τους αποδεικνύονταν αστήρικτοι και αβάσιμοι, ήταν πολύ μικρές. Τότε είναι που θα αναδειχθούν οι περίφημοι ρήτορες του 4ου π.χ αιώνος, όπως ο Δημοσθένης και ο Αισχίνης.

Συμπεράσματα

Σε τελική ανάλυση, λοιπόν, η Δημοκρατία αποτέλεσε πράγματι ένα μοναδικό φαινόμενο στον αρχαίο κόσμο. Ως προϊόν ανθρώπινης νόησης, ασφαλώς και δεν ήταν τέλειο. Παρουσίαζε διάφορα ελαττώματα, όπως και αρκετά προβλήματα. Η στέρηση της δυνατότητας του εκλέγειν και εκλέγεσθαι, καθώς και η έλλειψη πολιτικής βούλησης  για τις γυναίκες, τους μετοίκους και τους δούλους είναι σίγουρα κατακριτέα. Αξίζει πάντως να επισημανθεί πως, η θέση τους στην Αθηναϊκή κοινωνία ήταν πολύ καλύτερη (επειδή αισθάνονταν ασφάλεια και είχαν νομική κάλυψη), σε σύγκριση με άλλες κοινωνίες της εποχής, ακόμη και μεταγενέστερες, όπως η Ρωμαϊκή.

Η Δημοκρατία, φυσικά, κινδύνευσε και από την υπερβολική έπαρση του Δήμου, που ευεπηρέαστος καθώς ήταν, έφερε αρκετές φορές με διάφορες καταστροφικές αποφάσεις του (ιδιαίτερα στην εξωτερική πολιτική), την Αθήνα σε μειονεκτική θέση. Η υπερβολική εκμετάλλευση, των ίδιων των όπλων που παρείχε το πολίτευμα για την ασφάλειά του, όπως ο οστρακισμός και αργότερα οι δίκες από διάφορους τυχοδιώκτες, συκοφάντες, δημαγωγούς, οδήγησε στα πρόθυρα της εξάντλησης το ίδιο το σύστημα διακυβέρνησης. Τα κινήματα του 411 και 404 δείχνουν ακριβώς μία προσπάθεια της πόλης να ξεφύγει από όλα αυτά, οδηγώντας όμως παράλληλα σε εντελώς αντίθετες ατραπούς.

Το πολίτευμα όμως άντεξε, κι αυτό γιατί είχε γερά θεμέλια. Φάνηκε, βεβαίως, περίτρανα με τη σχεδόν άμεση καταστολή και των δύο αυτών κινημάτων από τον ίδιο το λαό. Ένα βασικό ατού που είχε η Δημοκρατία, ήταν, πως στηρίζονταν σε κυβέρνηση νόμων και όχι προσώπων. Εξάλλου η σύσταση της επιτροπής των Νομοθετών[32] αποσκοπούσε στο να καταγραφούν, να διαχωρισθούν αλλά και να εξετασθεί εάν έρχονταν μεταξύ τους σε σύγκρουση οι νόμοι. Είναι προφανές, πως ο σαφής και δίκαιος νόμος αποτελούσε τον στυλοβάτη της Δημοκρατίας. Μίας Δημοκρατίας άμεσης, πραγματικής, η οποία έδινε κύρος και στον πιο απλό πολίτη, με το να του παρέχει αφειδώς το δικαίωμα να άρχει, αλλά να του δείχνει και πώς να άρχεται.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1.      Claude Mosse Annie SchnappGourbeillon, Επίτομη Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας, Εκδόσεις Παπαδήμα
2.      Jacqueline De Romilly, Προβλήματα της Αρχαίας Ελληνικής Δημοκρατίας, Εκδόσεις Καρδαμίτσα
3.      Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής, Τα κυριώτερα Πολιτεύματα της Αρχαίας Ελλάδος-Τόμος Β’, Εκδόσεις Ελεύθερη Σκέψις
4.      Αριστοτέλης, Πολιτικά Τόμος 3, Εκδόσεις Κάκτος
5.      Αριστοτέλης,  Αθηναίων Πολιτεία Τόμος 5, Εκδόσεις Κάκτος
6.      Θουκυδίδης, Ιστοριών Β’Τόμος 2, Εκδόσεις Κάκτος
7.      Μ.Β Σακελλαρίου, Η Αθηναϊκή Δημοκρατία, Εκδόσεις Π.Ε.Κ


[1] Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής, Τα κυριώτερα Πολιτεύματα της Αρχαίας Ελλάδος-Τόμος Β΄, Εκδόσεις Ελεύθερη Σκέψις, Αθήνα, 2004, Σελ.209
[2] MOSSE-SCHNAP-GOURBEILLON, Επίτομη Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας, Εκδόσεις Παπαδήμα, Αθήνα, 2004, Σελ.217
[3] Μ.Β Σακελλαρίου, Η Αθηναϊκή Δημοκρατία, Π.Ε.Κ, Ηράκλειο, 1999, Σελ.92
[4] Στο ίδιο: 92
[5] Στο ίδιο: 21
[6] MOSSE-SCHNAP-GOURBEILLON, ό.π: 229
[7] MOSSE-SCHNAP-GOURBEILLON, ό.π: 228
[8] Μ.Β Σακελλαρίου, ό.π: 104
[9] Στο ίδιο: 104
[10] MOSSE-SCHNAP-GOURBEILLON, ό.π: 249
[11] Στο ίδιο: 253
[12] Μ.Β Σακελλαρίου, ό.π: 189
[13] Στο ίδιο: 189
[14] Θουκυδίδης, Ιστοριών Β΄ Τόμος 2, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα, 1994, Εδαφ.37, Σελ.78,80
[15] Μ.Β Σακελλαρίου, ό.π: 324-325
[16] Αριστοτέλης, Πολιτικά Τόμος 3, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα, 1993, 1317α, Στ.40-41, Σελ.16
[17] Αριστοτέλης, Αθηναίων Πολιτεία Τόμος 5, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα, 1993, 42.1.1, Σελ.142
[18] Μ.Β Σακελλαρίου,  ό.π: 324
[19] Μ.Β Σακελλαρίου , ό.π: 309
[20] Jacqueline De Romilly, Προβλήματα της Αρχαίας Ελληνικής Δημοκρατίας, Εκδ.Καρδαμίτσα, Αθήνα, 1998, Σελ. 35
[21] Μ.Β Σακελλαρίου,  ό.π: 190
[22] Στο ίδιο: 192
[23] Στο ίδιο: 192
[24] Στο ίδιο: 192
[25] Στο ίδιο: 137
[26] Στο ίδιο: 139
[27] Στο ίδιο: 139
[28] Στο ίδιο: 140
[29] Μ.Β Σακελλαρίου,  ό.π: 143
[30] MOSSE-SCHNAPP-GOURBEILLON, ό.π: 307
[31] Στο ίδιο: 307
[32] Στο ίδιο: 306