Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2011

Η Ελλάδα στον Β' παγκόσμιο πόλεμο


Του Ανχου (ΤΘ) Λαλούση Χαράλαμπου


Ο ηρωικός αγώνας της Ελλάδος εναντίον του Άξονα, κατά τους επτά συνολικά μήνες του ελληνοϊταλικού και του ελληνογερμανικού πολέμου (28 Οκτωβρίου 1940- 31 Μαΐου 1941) αποτελεί αναμφισβήτητα μία από τις ενδοξότερες σελίδες της ελληνικής ιστορίας. Έχει όμως και ιστορική σημασία ευρύτερη, γιατί επηρέασε πολλαπλά την εξέλιξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και συνέβαλε κρίσιμα στην έκβασή του.


Ο πόλεμος αυτός, υπήρξε από άποψη ασφάλειας και προστασίας της εδαφικής ακεραιότητας της Ελλάδος, σταθμός μείζονος σημασίας στην ιστορία των διακρατικών σχέσεων της χώρας. Ο ελληνο-ιταλικός πόλεμος ήταν «παράπλευρος» πόλεμος της μεγάλης ευρωπαϊκής σύγκρουσης, η οποία ακόμα δεν είχε γίνει παγκόσμια· ήταν ένα δευτερεύον μέτωπο αυτής της σύγκρουσης, στο οποίο, η μεν Ιταλία προσπαθούσε να κερδίσει μία εύκολη επιτυχία, και δι’ αυτής να αναδειχθεί σε ρυθμιστική δύναμη της Νότιας Βαλκανικής, η δε Βρετανία επιθυμούσε να καθηλώσει και να φθείρει μία δύναμη που απειλούσε την θέση της στην Ανατολική Μεσόγειο και ιδίως στην Αίγυπτο.

Αφετηρία του ελληνο-ιταλικού πολέμου αποτελεί η άνοιξη του 1939, όταν τα ιταλικά στρατεύματα κατέλαβαν την Αλβανία και διαφάνηκαν ξεκάθαρα τα επεκτατικά σχέδια του Μουσολίνι. Την συγκεκριμένη χρονική περίοδο, η πολιτική και στρατιωτική ισορροπία στα Βαλκάνια διαταράχθηκε. Το Βαλκανικό Σύμφωνο και τα διάφορα σύμφωνα που είχε συνομολογήσει η Ελλάδα δεν τέθηκαν σε ενέργεια, ούτε βέβαια υπήρξε εξαρχής τέτοιο ζήτημα. Τόσο το Βαλκανικό Σύμφωνο, όσο και τα Σύμφωνα με την Γιουγκοσλαβία και την Τουρκία κάλυπταν το ενδεχόμενο πολέμου με την Βουλγαρία.

Η Ελλάδα βρισκόμενη στο χώρο, στον οποίο απέβλεπε η επεκτατική πολιτική της Ιταλίας και σταθερά αποφασισμένη να παραμείνει ουδέτερη αλλά και ελεύθερη, δε δίστασε να αντιταχθεί σ' αυτή. Σ' ολόκληρο το δεκαοκτάμηνο χρονικό διάστημα κατά το οποίο διάρκεσαν οι απειλές, οι προκλήσεις και οι πράξεις βίας της Ιταλίας εναντίον της, η Ελλάδα κάτω από το προσωπείο φαινομενικής ηρεμίας, κατέβαλε συνεχείς προσπάθειες ν' αποφύγει τον πόλεμο, αλλά παράλληλα λάμβανε όλα τα απαραίτητα στρατιωτικά μέτρα και σφυρηλατούσε το εθνικό φρόνημα. Χαρακτηριστική είναι η προσπάθεια του Μεταξά για τήρηση ουδετερότητας ώστε να μην προκαλέσει την Ιταλία. Κατά τον τορπιλισμό της Έλλης στο λιμάνι της Τήνου και ενώ γνώριζε από την πρώτη στιγμή, έδωσε αυστηρές οδηγίες στον τύπο να μην γίνει καμία αναφορά. 

Επιπλέον ο Μεταξάς επιδίωκε μεσολάβηση της Γερμανίας ώστε να ανατρέψει την διαφαινόμενη ενέργεια των Ιταλών έναντι της Ελλάδος. Η επίσημη στάση της ουδετερότητας της Ελλάδας απέναντι στον άξονα και τη Μ. Βρετανία δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μια επίσημη κάλυψη για την προετοιμασία της Ελλάδας ενόψει της συμμετοχής στο πόλεμο στο πλευρό των συμμάχων.

Έτσι κατόρθωσε η Ελλάδα, παρά την αιφνιδιαστική από απόψεως χρόνου εκτόξευση της ιταλικής επιθέσεως, να ισορροπήσει την κατάσταση κατά την πρώτη περίοδο και στη συνέχεια να πάρει την πρωτοβουλία ενέργειας.

Καθοριστικός παράγοντας των επιλογών του Μεταξά στο διπλωματικό επίπεδο ήταν η πρόταξη του γεωπολιτικού παράγοντα. Πίστευε απόλυτα ότι η ικανοποίηση της πρωταρχικής φροντίδας για την κατοχύρωση της εδαφικής ακεραιότητας και της ανεξαρτησίας της χώρας δεν ήταν δυνατόν να διασφαλιστεί ερήμην της σύμπραξης με την Μ. Βρετανία. Εάν και δεν κατόρθωσε μέχρι την έναρξη του ελληνο-ιταλικού πολέμου να εξασφαλίσει μια συμβατικά κατοχυρωμένη εγγύηση για την ασφάλεια της χώρας από τους Βρετανούς, ο Μεταξάς πίστευε ότι η εμμονή του στην πολιτική της συνεργασίας με τους Βρετανούς, θα εξασφάλιζε για την Ελλάδα την συμμετοχή της στο πλευρό των επίδοξων νικητών αυτής της αναμέτρησης.

Οι έντονες προσπάθειες από τον Μεταξά για να εξασφαλίσει την στρατιωτική βοήθεια των Βρετανών πριν την διαφαινόμενη ιταλική επίθεση, συνάντησαν την απροθυμία τους, διότι θεωρούσαν την Τουρκία στους στρατηγικούς τους υπολογισμούς πολύ πιο σημαντική πιθανή σύμμαχο, γι’ αυτό και υπογράφθηκε με την τελευταία το 1939 Σύμφωνο αμοιβαίας βοήθειας. Για την Βρετανία το κρίσιμο θέατρο επιχειρήσεων ήταν η Βόρειος Αφρική και η Ιταλική εμπλοκή στα Βαλκάνια, εφόσον δεν απειλούσε την Τουρκία και τα στενά αποτελούσε ένα αντιπερασπισμό και δεν υπήρχε ανάγκη για μεγαλύτερη στρατιωτική εμπλοκή στην Ελλάδα.

Με το τελεσίγραφο που επέδωσε στον Μεταξά ο Ιταλός πρεσβευτής απαιτούσε η ιταλική κυβέρνηση να επιτραπεί στον ιταλικό στρατό να καταλάβει διάφορες στρατηγικές θέσεις, χωρίς να κατονομάζονται αυτές. Με το ¨ΟΧΙ¨ που είπε ο Μεταξάς διερμήνευσε τη θέληση της συντριπτικής πλειοψηφίας των Ελλήνων, απόφαση που στηρίχθηκε στην ορθολογιστική εκτίμηση των μακροπρόθεσμων συμφερόντων της χώρας. Αποκαλυπτική για τις σκέψεις του είναι μυστική ενημέρωση που πραγματοποίησε ο Μεταξάς προς τους συντάκτες του Αθηναϊκού τύπου την 30 Οκτωβρίου 1940. Χαρακτηριστικά ανέφερε τις προσπάθειες που έκανε να κρατήσει την χώρα μακριά από την παγκόσμια σύρραξη και τις συμβουλές του Χίτλερ να εντάξει την Ελλάδα στην «Νέα Τάξη» αφού πρώτα ικανοποιούσε τις εδαφικές βλέψεις της Ιταλίας και της Βουλγαρίας σε βάρος της χώρας. 

Μια τέτοια ενέργεια σύμφωνα με τον Μεταξά θα ανάγκαζε τους Άγγλους να καταλάβουν την Κρήτη και άλλα νησιά με σκοπό να εξασφαλίσουν τα συμφέροντά τους στην περιοχή της Μεσογείου. Τέτοια εξέλιξη θα οδηγούσε την χώρα σε ένα νέο διχασμό.

Ο Ιωάννης Μεταξάς είπε χαρακτηριστικά:

«Δηλαδή θα έπρεπε δια ν’ αποφύγωμεν τον πόλεμον να γίνωμεν εθελονταί δούλοι και να πληρώσωμεν αυτήν την τιμήν με το άπλωμα του δεξιού χεριού της Ελλάδος προς ακρωτηριασμόν από την Ιταλίαν, και του αριστερού από την Βουλγαρίαν. Φυσικά δεν ήτο δύσκολον να προβλέψη κανείς ότι εις μίαν τοιαύτην περίπτωσιν οι Άγγλοι θα έκοβαν και αυτοί τα πόδια της Ελλάδος. Και με το δίκαιόν των. Κυρίαρχοι πάντοτε της θαλάσσης δεν θα παρέλειπαν, υπερασπίζοντες πλέον τον εαυτόν των έπειτα από μίαν τοιαύτην αυτοδούλωσιν της Ελλάδος εις τους εχθρούς των, να καταλάβουν την Κρήτην και άλλας νήσους μας τουλάχιστον…»

Η άρνηση της Ελλάδας να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις της Ιταλίας προκάλεσε μεγάλη έκπληξη στον κόσμο και ιδιαίτερα στην Ιταλία. Η αξιοσύνη και η λεβεντιά των Ελλήνων άσκησε τεράστια επίδραση στη ψυχολογία των λαών και είναι από τα πιο σημαντικά γεγονότα στην ιστορία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η σημασία του ελληνο-ιταλικού πολέμου συνίστατο κυρίως στον αντίκτυπο που είχε στον κόσμο γενικά. Ήταν το παράδειγμα μιας φτωχής χώρας που πολέμησε για την τιμή και την αξιοπρέπειά της καθώς και για βασικές αξίες του πολιτισμένου κόσμου, γεγονός που έδινε θάρρος στους χειμαζόμενους λαούς που είχαν χάσει την ελευθερία τους.

Οι απόψεις των Άγγλων στρατιωτικών αρχικά ήταν απαισιόδοξες σχετικά με την δυνατότητα αποτελεσματικής αντίστασης από τον Ελληνικό στρατό. Δόθηκαν έτσι οδηγίες στον τύπο να μην καλλιεργούνται μεγάλες προσδοκίες για την Άμυνα της Ελλάδος, προς αποφυγή απογοήτευσης σε περίπτωση κάμψης της χώρας. Ακόμη και ο Μεταξάς στο προσωπικό του ημερολόγιο στην 29 Οκτωβρίου 1940 γράφει: «Με ανησυχεί η υπεραισιόδοξη κοινή γνώμη».

Αξίζει να αναφέρουμε τον ενθουσιασμό και τον πόθο που διακατείχε τους Έλληνες στο κάλεσμα της πατρίδος να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στο πεδίο της μάχης παρά τα πενιχρά μέσα που διέθετε η Ελλάδα. Ποτέ πριν οι Έλληνες δεν έσπευσαν στο μέτωπο με τόσο ενθουσιασμό. Χαρακτηριστικές είναι φωτογραφίες της εποχής στις οποίες παρατηρούμε τους Έλληνες με το χαμόγελο στα χείλη και με υψηλό ηθικό να τρέχουν να στρατευθούν για να υπερασπίσουν τα ιδανικά της φυλής μας. Ήταν σαν ένα πανηγύρι…

Οι ανέλπιστες ελληνικές επιτυχίες τον Νοέμβριο του 1940 είχαν σοβαρές επιπτώσεις στην πολιτική της Αγγλίας ώστε άρχισε να προσανατολίζεται στην ενίσχυση του ελληνικού μετώπου. Οι Άγγλοι απέβλεπαν στην ενίσχυση της Ελλάδος, με σκοπό την χρησιμοποίησή της ως βάση από όπου θα καταφέρουν σοβαρό πλήγμα κατά της Ιταλίας και μελλοντικά κατά των ρουμανικών πετρελαιοπηγών, που κατείχε και εκμεταλλευόταν η Γερμανία. Έτσι, το μέτωπο της Ελλάδας πρόσφερε την ευκαιρία στην Αγγλία να μεταφέρει το θέατρο επιχειρήσεων κατά της Ιταλίας στην Ελλάδα με απώτερο σκοπό την δημιουργία Βαλκανικού μετώπου κατά τον άξονα.

Στη φάση αυτή του πολέμου υπήρχε συμφωνία απόψεων ελληνικής και αγγλικής κυβερνήσεως στο θέμα αντιμετώπισης των Γερμανών με την διαφορά ότι οι Άγγλοι ενδιαφέρονταν για την διατήρηση του Αλβανικού μετώπου και της Ελλάδος ως εμπόλεμου, με απώτερο σκοπό τη δημιουργία βαλκανικού μετώπου κατά της Γερμανίας, όταν το επέτρεπε η στρατιωτική κατάσταση στη Μ. Ανατολή, η ελληνική ηγεσία επιθυμούσε την υποστήριξη της Αγγλίας κυρίως για την αντιμετώπιση των Ιταλών και κατά δεύτερο λόγο για το ενδεχόμενο γερμανικής επίθεσης.

Οι ελληνικές νίκες στο μέτωπο της Αλβανίας είχαν σοβαρές επιπτώσεις στο ιταλικό στρατόπεδο με αποτέλεσμα τις παραιτήσεις στρατηγών. Ο Μουσολίνι προσπάθησε να επιρρίψει την ευθύνη της αποτυχίας στη στρατιωτική ηγεσία. Οι Ιταλοί πολέμησαν εξίσου γενναία με τους Έλληνες, διεκδικώντας με πείσμα κάθε σπιθαμή του ελληνικού εδάφους, υπέκυψαν όμως γιατί οι αντίπαλοί τους πέραν από την γενικότητα διέθεταν και πίστη στο δίκαιο του αγώνα τους.

Αξίζει να κάνουμε ιδιαίτερη αναφορά στις δύσκολες καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν στο μέτωπο της Ηπείρου το 1940. Ο μεγαλύτερος εχθρός δεν ήταν ο αντίπαλος αλλά ο χειμώνας και το υπερβολικό ψύχος που δοκίμαζε την θέληση και την αντοχή των αντιμαχόμενων. Ο Ελληνικός Στρατός λόγω του υψηλού ηθικού του αντιμετώπιζε αυτή τη δοκιμασία με καρτερία και χωρίς γογγυσμό παρά την έλλειψη πολλές φορές σε τρόφιμα και σε άλλα αποθέματα.

Διεξαγωγή Επιχειρήσεων Οκτ-Νοε 1940

Οι Ιταλοί, κατά την επίθεση τους εναντίον της Ελλάδας, άσκησαν ισχυρή πίεση κατά των ελληνικών δυνάμεων στην Ήπειρο και στην Πίνδο και τήρησαν αμυντική στάση στην περιοχή της Βορειοδυτικής Μακεδονίας.

Στο μέτωπο της Ηπείρου, η VIII Μεραρχία πέτυχε να συγκρατήσει τον αντίπαλο και να συντρίψει τις επανειλημμένες ισχυρές επιθέσεις του. Εξαίρεση αποτέλεσε ο τομέας Θεσπρωτίας, όπου οι εκεί ολιγάριθμες ελληνικές δυνάμεις εξαναγκάστηκαν μπροστά στη μεγάλη υπεροχή των Ιταλών να συμπτυχθούν νοτιότερα. Αφού όμως ενισχύθηκαν, απεκατέστησαν την τοποθεσία του Καλαμά ποταμού μέχρι την Ηγουμενίτσα.

Στον Τομέα Πίνδου, επίσης οι ελληνικές δυνάμεις αναγκάστηκαν κάτω από τη συντριπτική υπεροχή του αντιπάλου, να συμπτυχθούν σε μεγάλο βάθος, με αποτέλεσμα οι Ιταλοί να διεισδύσουν ταχέως σε αρκετό βάθος, απειλώντας να υπερκεράσουν από τα ανατολικά τις δυνάμεις στην Ήπειρο. Με την εσπευσμένη όμως συγκέντρωση των διαθέσιμων δυνάμεων, που βρίσκονταν κοντά στην Πίνδο, φράχτηκε το ρήγμα, εξασφαλίστηκε από τα βορειοανατολικά η τοποθεσία Ελαίας—Καλαμά και επιπλέον κατέστη δυνατό, ύστερα και από τον επιτυχή αμυντικό αγώνα στην Ήπειρο, οι ελληνικές δυνάμεις να αναλάβουν επιθετική ενέργεια για την εξάλειψη του ιταλικού θύλακα.

Η 13η Νοεμβρίου 1940 βρήκε τις ελληνικές δυνάμεις στην Ήπειρο και στην Πίνδο, να έχουν ανακαταλάβει το μεγαλύτερο τμήμα του εθνικού εδάφους. Στη βορειοδυτική Μακεδονία μάλιστα, να έχουν καταλάβει σημαντικά εδαφικά σημεία πέρα από τα σύνορα και έτοιμες να επιτεθούν για την κατάληψη του ορεινού όγκου της Μόροβας και του κόμβου συγκοινωνιών της Κορυτσάς.

Το ιταλικό σχέδιο επιχειρήσεων είχε ήδη ανατραπεί. Η ιταλική διείσδυση στην Πίνδο, δεν υποστηρίχτηκε με επαρκείς δυνάμεις τόσο κατά την έναρξη της εισβολής, όσο και μετά τις πρώτες επιτυχίες της, με αποτέλεσμα να ανακοπεί και τελικά να ματαιωθεί η απειλή της υπερκεράσεως και αποκοπής των δυνάμεων Ηπείρου. Παντού ο Ιταλικός Στρατός μετέπεσε σε άμυνα.

Η δράση της εχθρικής αεροπορίας δεν υπήρξε συγκεντρωτική αλλά γενικά κατά κύματα και ασυντόνιστη προς την ενέργεια του Ιταλικού Πεζικού, το οποίο δεν μπόρεσε να εκμεταλλευθεί τους αεροπορικούς βομβαρδισμούς.

Το Ιταλικό Πυροβολικό έβαλε μεγάλο αριθμό βλημάτων κάθε διαμετρήματος, κατάνεμε τα πυρά του σε όλα τα ορατά αμυντικά έργα και διέσπειρε την βολή του κατά πλάτος και βάθος ώστε σπάνια να επιτυγχάνει πυκνές συγκεντρώσεις επί των φίλιων θέσεων και δεν κατόρθωσε να προσβάλει τις θέσεις των ελληνικών Πυροβολαρχιών.

Η δράση των αρμάτων επί των οποίων ο αντίπαλος βασιζόταν κυρίως ότι θα διασπούσε την ελληνική τοποθεσία αμύνης, υπήρξε χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα, διότι συμμετείχαν στην επίθεση χωρίς να προηγηθεί η επιβεβλημένη αναγνώριση για την βατότητα του εδάφους και των υπαρχόντων φυσικών και τεχνητών κωλυμάτων και χωρίς την υποστήριξη του Πυροβολικού.

Οι αγώνες, που διεξήχθησαν κατά την υπόψη περίοδο, παρουσιάζουν τα παρακάτω ουσιώδη χαρακτηριστικά για τους Έλληνες μαχητές:

• Για πρώτη φορά ο Ελληνικός Στρατός αντιμετώπισε Στρατό μεγάλης ευρωπαϊκής δυνάμεως, εφοδιασμένο με σύγχρονα μέσα και ιδιαίτερα με άρματα μάχης και ισχυρή αεροπορία, εναντίον των οποίων η ελληνική άμυνα διέθετε εντελώς περιορισμένα μέσα.
 
• Στους αγώνες αυτούς έλαβαν μέρος, εκτός από τις λίγες Μονάδες του Ελληνικού Στρατού που είχαν επιστρατευτεί πριν από την έναρξη του πολέμου, και πολλές άλλες Μονάδες που επιστρατεύτηκαν μετά την κήρυξη του πολέμου και μεταφέρθηκαν επειγόντως στο μέτωπο, ύστερα από νυχτερινές πορείες, σε αποστάσεις 250 μέχρι 400 χιλιομέτρων. Αντίθετα, οι ιταλικές Μεραρχίες είχαν επιστρατευτεί και συμπληρωθεί σε προσωπικό και υλικό πριν από πολύ χρόνο.

• Τα ελληνικά τμήματα αντιμετώπισαν κατά τους αγώνες τους στο Τομέα Πίνδου εξαιρετικές δυσχέρειες ανεφοδιασμού σε πυρομαχικά και τρόφιμα. Τα προωθούμενα εσπευσμένα, αμέσως μετά την επιστράτευση τους, τμήματα στερούνταν των προβλεπόμενων κτηνών ή άλλων μέσων μεταφοράς.

Αυτοκίνητα για τον ανεφοδιασμό των τμημάτων μπορούσαν να προωθηθούν μόνο μέχρι ορισμένες περιοχές που και αυτές ήταν μακριά από το μέτωπο. Οι δρόμοι έγιναν άβατοι σε τροχό αμέσως μετά τις πρώτες βροχές του Νοεμβρίου.

Για την αντιμετώπιση των δυσχερειών του ανεφοδιασμού των μαχόμενων τμημάτων, χρησιμοποιήθηκαν μεταξύ των άλλων και ομάδες από χωρικούς, γυναίκες και παιδιά, που προσέρχονταν αυθόρμητα και μετέφεραν τους φόρτους στους ώμους τους κινούμενοι σε δύσβατα εδάφη κάτω από πολύ δυσμενείς καιρικές συνθήκες. Έτσι οι κάτοικοι της Πίνδου παρουσίασαν στους μαχητές ένα λαμπρό παράδειγμα πατριωτισμού και υψηλής αντιλήψεως του καθήκοντος.

Η Δεύτερη- Τρίτη Περίοδος Νοε-Μαρ 1941

Οι επιχειρήσεις, που διεξήχθησαν από τις 14 Νοεμβρίου 1940 μέχρι τις 26 Μαρτίου 1941, αποτελούν τη δεύτερη και την τρίτη περίοδο του ελληνοϊταλικού πολέμου.

Κατά τη δεύτερη περίοδο, από τις 14 Νοεμβρίου 1940 μέχρι τις 6 Ιανουαρίου 1941, ο Ελληνικός Στρατός αφού αναχαίτισε την προέλαση των Ιταλών ανέλαβε γενική αντεπίθεση για την πλήρη αποκατάσταση της ακεραιότητας του εθνικού εδάφους. Αντιμετωπίζοντας αντίξοες συνθήκες, που οφείλονταν στην υπεροχή του αντιπάλου σε οπλισμό και αεροπορία, στο δύσβατο του εδάφους, στις μεγάλες δυσχέρειες του ανεφοδιασμού του και στη δριμύτητα του πρόωρου χειμώνα, κατέβαλε υπεράνθρωπες προσπάθειες, τα αποτελέσματα των οποίων υπερέβησαν κάθε προσδοκία.

Στο Νότιο Τομέα, το Α' Σώμα Στρατού, αφού κατέλαβε στις 6 Δεκεμβρίου το λιμένα των Αγίων Σαράντα και στις 8 Δεκεμβρίου το Αργυρόκαστρο, συνέχισε τις επιθετικές του επιχειρήσεις και μέχρι τις 6 Ιανουαρίου κατέλαβε τη γραμμή Χειμάρα—Βράνιτσα—Μπολιένα, δημιουργώντας έτσι ευνοϊκές προϋποθέσεις για την πλήρη διάνοιξη της κοιλάδας του Σιουσίτσα ποταμού και τη συνέχιση της προελάσεως προς τον Αυλώνα.

Στον Κεντρικό Τομέα, το Β' Σώμα Στρατού, αφού κατέλαβε στις 5 Δεκεμβρίου την Πρεμετή και εξασφάλισε ευρέως την ελεύθερη χρησιμοποίηση της αμαξιτής οδού Λεσκοβίκι—Κορυτσά, πέτυχε παρά την πείσμονα αντίσταση του εχθρού να φτάσει μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου δεκαπέντε περίπου χιλιόμετρα ανατολικά της οδού Κλεισούρα—Χάνι Μπαλαμπάν, έτοιμο να καταλάβει τον κόμβο της Κλεισούρας.

Στο Βόρειο Τομέα, το ΤΣΔΜ (Γ' και Ε' Σώματα Στρατού), αφού κατέλαβε στις 21 Νοεμβρίου τον ορεινό όγκο της Μόροβας—Ιβάν και την επομένη τον κόμβο της Κορυτσάς, προωθήθηκε στα δυτικά αυτής σε βάθος 40 περίπου χιλιομέτρων στη γραμμή Ουγιανικού—Σουχαγκόρα όρος—Γκράμποβα—Καμία όρος—Πόγραδετς, εξασφαλίζοντας από τα δυτικά και βορειοδυτικά το υψίπεδο της Κορυτσάς.

Κατά τις επιχειρήσεις της δεύτερης περιόδου, η Ιταλική Διοίκηση ενέπλεξε οκτώ νέες Μεραρχίες Πεζικού, καθώς και μεγάλο αριθμό διάφορων άλλων μονάδων δυνάμεως συντάγματος ή τάγματος.

Η Ελληνική Διοίκηση, στην ίδια περίοδο, ενέπλεξε επτά νέες Μεραρχίες Πεζικού (II, ΙΙΙ, IV, Χ, XI, XIII και XVII).

Συνολικά οι ιταλικές δυνάμεις στο Αλβανικό θέατρο Επιχειρήσεων ανήλθαν σε 15 Μεραρχίες Πεζικού και μία Μεραρχία Αρμάτων, έναντι 11 Μεραρχιών Πεζικού, μιας Ταξιαρχίας Πεζικού και μιας Μεραρχίας Ιππικού των ελληνικών δυνάμεων. Επιπλέον πρέπει να ληφθεί υπόψη η συντριπτική αριθμητική υπεροχή της Ιταλικής Αεροπορίας και η παντελής έλλειψη αρμάτων στον Ελληνικό Στρατό.

Παρόλα αυτά, οι επιθετικές επιχειρήσεις των ελληνικών δυνάμεων στέφθηκαν με επιτυχία. Δεν κατέστη όμως δυνατή η πραγματοποίηση ευρείας εκμεταλλεύσεως των επιθετικών ενεργειών, αν και παρουσιάστηκαν ευκαιρίες, οι οποίες μπορούσαν να αποδώσουν σημαντικά αποτελέσματα και αυτό γιατί ο Ελληνικός Στρατός στερούνταν τεθωρακισμένων και ταχυκίνητων μέσων. Η αδυναμία αυτή ανάγκαζε τις ελληνικές δυνάμεις να αποφεύγουν τις πεδινές ζώνες και να κινούνται και να ελίσσονται κυρίως από ορεινές κατευθύνσεις. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την επιμήκυνση των φαλαγγών, την επαύξηση της κοπώσεως των αντρών και κτηνών καθώς και τη δημιουργία δυσχερειών στους ανεφοδιασμούς.

Αντίθετα, ο αντίπαλος, χάρη στα μέσα που διέθετε, κατόρθωνε στις πεδινές ζώνες, χρησιμοποιώντας αυτοκίνητα, να αποσύρεται γρήγορα και να εγκαθίσταται οπουδήποτε αλλού με σχετική άνεση, ενώ στις ορεινές περιοχές να επιβραδύνει την ελληνική προχώρηση, με λίγες σχετικά δυνάμεις. Επιπλέον, οι νεοεμπλεκόμενες στον αγώνα ιταλικές μονάδες μεταφέρονταν γρήγορα στο μέτωπο με αυτοκίνητα, ενώ οι αντίστοιχες ελληνικές στερούνταν τέτοιων μεταφορικών μέσων και έφταναν στο μέτωπο ύστερα από μακρινές νυχτερινές πορείες, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να επέμβουν γρήγορα στον αγώνα.

Τα ελληνικά στρατεύματα με υψηλό φρόνημα και εμπνεόμενα από πνεύμα αυτοθυσίας, αψηφώντας τις κακουχίες και τη μειονεκτική θέση τους έναντι του αντιπάλου, κατόρθωσαν μέσα σε ενάμισι μήνα όχι μόνο να εκδιώξουν τον εισβολέα, αλλά και να τον απωθήσουν μέσα στο βορειοηπειρωτικό έδαφος, σε βάθος κυμαινόμενο από 30 μέχρι 80 χιλιόμετρα.

Η τρίτη περίοδος, από τις 7 Ιανουαρίου μέχρι τις 26 Μαρτίου 1941, περιλαμβάνει τις επιθετικές επιχειρήσεις του Β' Σώματος Στρατού προς Κλεισούρα—Βεράτι, την τοπική ιταλική επίθεση για την ανακατάληψη της Κλεισούρας και τη μεγάλη «Εαρινή» επίθεση των Ιταλών.

Το Β' Σώμα Στρατού, επιδιώκοντας την κατάληψη του συγκοινωνιακού κόμβου της Κλεισούρας και την προώθηση του προς την κατεύθυνση του Βερατίου κατέλαβε, ύστερα από σκληρούς αγώνες, στις 10 Ιανουαρίου την Κλεισούρα και μέχρι τις 25 Ιανουαρίου προωθήθηκε στη γενική γραμμή ύψ. 1308 (Τρεμπεσίνας)—Μπούμπεσι—Μάλι Σπαντάριτ, όπου και διέκοψε τις παραπέρα επιχειρήσεις του εξαιτίας των δυσμενών καιρικών συνθηκών και των δυσχερειών ανεφοδιασμού των μονάδων του.

Οι Ιταλοί, αφού σταθεροποίησαν κάπως τις θέσεις τους, επιχείρησαν στις 26 Ιανουαρίου να ανακαταλάβουν το συγκοινωνιακό κόμβο της Κλεισούρας, στον οποίο απέδιδαν μεγάλη σημασία. Η ιταλική επίθεση εκτοξεύτηκε από τη Μεραρχία «Λενιάνο», ενισχυμένη με ένα τάγμα Αλπινιστών και τμήματα της ημιτεθωρακισμένης Μεραρχίας «Κενταύρων» και υποστηριζόμενη από ισχυρή αεροπορική δύναμη. Η επίθεση σημείωσε μικρές μόνο τοπικές επιτυχίες κατά την πρώτη ημέρα.

Το Β' Σώμα Στρατού αντιλαμβανόμενο το σοβαρό κίνδυνο από τυχόν απώλεια της Κλεισούρας, έσπευσε να προωθήσει ισχυρές δυνάμεις προς την κατεύθυνση αυτή και να απωθήσει τους Ιταλούς με σκληρούς αγώνες, που διάρκεσαν μέχρι τις 30 Ιανουαρίου, οπότε και τερματίστηκε η ιταλική προσπάθεια, η οποία τους στοίχισε σοβαρές απώλειες τόσο σε έμψυχο, όσο και σε άψυχο υλικό.

Το σημαντικότερο όμως γεγονός της περιόδου αυτής του Ελληνοϊταλικου Πολέμου, υπήρξε η τρίτη φάση, η μεγάλη «Εαρινή» επίθεση του Ιταλικού Στρατού. Η Ανώτατη Ιταλική Ηγεσία, μετά τη σταθεροποίηση και την ουσιαστική διακοπή των επιχειρήσεων εξαιτίας του δριμύτατου χειμώνα, επιδίωκε να καταφέρει κάποιο σοβαρό πλήγμα κατά των Ελλήνων, για να εξευμενιστεί απέναντι στον ίδιο το λαό της και στους συμμάχους της Γερμανούς, για τις μέχρι τότε αποτυχίες της.

Ο Μουσολίνι, γνωρίζοντας ότι οι Γερμανοί ετοιμάζονταν να επέμβουν στην Ελλάδα, αγνοώντας όμως το χρόνο που θα εκδηλωνόταν η ενέργεια αυτή, διακατεχόταν από την αγωνία, μήπως τον προλάβει ο σύμμαχος του και βρεθεί έτσι η Ιταλία στην ιδιαίτερα ταπεινωτική θέση, να οφείλει στους Γερμανούς την απαλλαγή της από το αδιέξοδο στο οποίο είχε περιέλθει, εξαιτίας της οικτρής αποτυχίας της στο αλβανικό μέτωπο.

Το πρωί της 9ης Μαρτίου, εκτοξεύτηκε η αναμενόμενη ιταλική επίθεση. Σε μέτωπο έξι περίπου χιλιομέτρων μόνο, διατέθηκαν συνολικά πέντε μεραρχίες και μία λεγεώνα Μελανοχιτώνων σε πρώτο κλιμάκιο και πέντε μεραρχίες ως εφεδρικές.

Ο Μουσολίνι, γεμάτος ελπίδες, εγκαταστάθηκε από το πρωί στο παρατηρητήριο πάνω στο ύψωμα Καμάριτ (Γκλάβα), από όπου μαζί με τον Αρχιστράτηγο και την Ηγεσία των επιτιθέμενων δυνάμεων, παρακολούθησε την εξέλιξη της επιθέσεως. Αυτή, συνεχίστηκε με αμείωτη σφοδρότητα μέχρι τις 14 Μαρτίου, χωρίς όμως να σημειώσει επιτυχία, χάρη στο ακατάβλητο θάρρος και την αυτοθυσία των Ελλήνων στρατιωτών, οι οποίοι δεν παραχώρησανούτε σπιθαμή εδάφους στους επιτιθέμενους Ιταλούς.

Από τις 15 Μαρτίου, η ιταλική προσπάθεια άρχισε να ατονεί για να εκφυλιστεί τελείως από τις 25 του ίδιου μήνα. Ο Μουσολίνι απογοητευμένος αναχώρησε στις 21 Μαρτίου από τα Τίρανα για την Ιταλία, σχεδιάζοντας να επαναλάβει την επίθεση στο τέλος του μήνα. Η προσχώρηση όμως, στο μεταξύ, της Γιουγκοσλαβίας στους Συμμάχους δεν επέτρεψε την πραγματοποίηση της νέας αυτής απόπειρας. Η γερμανική επίθεση κατά της Ελλάδας, που επακολούθησε, ματαίωσε πια οριστικά την ελπίδα των Ιταλών να παρουσιάσουν οποιαδήποτε επιτυχία εναντίον της Ελλάδας.

Η Γερμανία αποφασισμένη να εισβάλει στην Σοβιετική Ένωση την άνοιξη του 1941, προσπάθησε να εξουδετερώσει την πολεμική εστία στην Ελλάδα, που μπορούσε να εξελιχθεί σε μέτωπο υπό την αιγίδα της Αγγλίας. Η δημιουργία ενός Βαλκανικού μετώπου όπως το Μακεδονικό κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, επηρέασε σοβαρά την γερμανική πολιτική έναντι της Ελλάδας. Η επέμβαση της Γερμανίας στα Βαλκάνια θεωρούνταν πλεονεκτική από την Αγγλία γιατί θα οδηγούσε σε διασπορά των γερμανικών δυνάμεων λόγω της δημιουργίας πολεμικού θεάτρου στα Βαλκάνια με αποτέλεσμα την μείωση της πίεσης των Γερμανών στην μητροπολιτική Αγγλία.

Η στάση της Γερμανίας προς την Ελλάδα είχε περισσότερο σχέση με τις πολεμικές επιδιώξεις της παρά με την επιθυμία της να βοηθήσει την Ιταλία να βγει από το αδιέξοδο του Αλβανικού μετώπου. Η σχεδιαζόμενη επίθεση κατά της Ελλάδας από την Γερμανία αποτελούσε «συμπληρωματική» στρατιωτική ενέργεια στο πλαίσιο της γενικότερης πολεμικής προσπάθειας που αναλάμβανε εναντίον της Ρωσίας. Η εξουδετέρωση της πολεμικής εστίας στο μέτωπο της Αλβανίας, την οποία εκμεταλλευόταν η Αγγλία και που θα μπορούσε να εξελιχθεί σε μέτωπο και να απειλήσει τη προσπάθεια των Γερμανών εναντίον των Ρώσων, αποτελούσε ουσιαστική βοηθητική επιχείρηση ενόψει της μεγαλύτερης επίθεσης που ετοίμαζε ο Χίτλερ.

Αξίζει να αναφέρουμε την μεσολαβητική προσπάθεια των Γερμανών για κατάπαυση των εχθροπραξιών μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας, που στερούσε θεωρητικά τους λόγους της στρατιωτικής παρουσίας της Αγγλίας στην Ελλάδα, κάτι που απέρριψε ο Μεταξάς.

Συμπεράσματα

Η αποτυχία των Ιταλών οφειλόταν στην πεποίθηση του Μουσολίνι ότι η επιχείρηση θα κρινόταν στον πολιτικό παρά στον στρατιωτικό τομέα. Άλλη βασική αιτία της αποτυχίας των Ιταλών ήταν η ελλιπής πολιτική προετοιμασία για την αναμέτρηση με την Ελλάδα, με συνακόλουθη την στρατιωτική ανεπάρκεια καθώς και οι άσχημες κλιματολογικές συνθήκες.

Το βασικό λάθος του Μουσολίνι είναι ότι υπολόγιζε την έκβαση της ιταλικής επίθεσης με καθαρά στρατιωτικά κριτήρια, χωρίς να λάβει υπόψη τον παράγοντα ότι οι Έλληνες θα πολεμούσαν με αποφασιστικότητα και αυτοθυσία λόγω του δίκαιου του αγώνα τους.

Το γενικό σχέδιο των Ιταλών για επίθεση στην Ελλάδα ήταν καλό ως σύλληψη όμως πολύ αισιόδοξο ως προς τη δυνατότητα επιτυχίας του. Το βασικό λάθος των Ιταλών είναι ότι υποτίμησαν σε μεγάλο βαθμό τον αντίπαλό τους. Για την επιτυχή έκβαση μιας μάχης δεν αρκεί μόνον να εκπονηθεί ένα άρτιο και πλήρες σχέδιο επιχειρήσεων, αλλά πρέπει να ληφθούν υπόψη και όλοι οι λοιποί παράγοντες, οι οποίοι επηρεάζουν την αποτελεσματική διεξαγωγή της.
 
Συνέπειες της εσφαλμένης εκτίμησης της Ιταλικής Ανώτατης Διοίκησης για τις δυνατότητες των Ελλήνων ήταν:

• Εκδήλωσε κατά της Ελλάδος επίθεση την παραμονή της χειμερινής περιόδου με αποτέλεσμα την μειωμένη απόδοση τόσο της αεροπορίας όσο και των αρμάτων μάχης, μέσω των οποίων στήριζε κυρίως την επιτυχία του σχεδίου της.
 
• Δεν προικοδότησε με ανάλογες δυνάμεις την κυρία της προσπάθεια, διαθέτοντας από τις 9 υπάρχουσες Μεραρχίες, 5 μόνο για την επίθεση στην Ήπειρο και διατήρησε 4 από αυτές στην περιοχή έναντι της Β. Δυτικής Μακεδονίας, στην οποία το σχέδιο προέβλεπε την τήρηση αμυντικής στάσεως.
 
• Συνέβαλε στον αιφνιδιασμό των στρατευμάτων της, δεδομένου ότι προετοίμαζε αυτά περισσότερο για στρατιωτικό περίπατο, παρά για αγώνες σκληρούς, πεισματώδεις και αποφασιστικούς. Αυτή η κατάσταση είχε ως αποτέλεσμα την διστακτικότητα της εκπλήρωσης των αποστολών τους και την παροχή χρόνου στην ελληνική πλευρά για επιστράτευση και ενίσχυση της άμυνας της.

Ένα άλλο σοβαρό σφάλμα της ιταλικής Ανώτατης Ιταλικής Διοίκησης υπήρξε η εφαρμογή του σχεδίου της κατά τρόπο άκαμπτο, δηλαδή επέμενε και κατέβαλε συνεχείς προσπάθειες για την ευόδωση της κυρίας προσπάθειας προς Καλπάκι και με τις αρχικές διατεθείσες δυνάμεις και δεν εκμεταλλεύθηκε την επιτυχία της στις δευτερεύουσες κατευθύνσεις, τόσο επί του παραλιακού τομέα όσο και προς Μέτσοβο, με συνέπεια την φθορά και πλήρη αποτυχία.

Η επιμονή του Κατσιμήτρου να αμυνθεί στη τοποθεσία Καλπάκι –Καλαμάς ποταμός (γραμμή ΙΒα) και παρά την δυσμενή εξέλιξη του αγώνα στον τομέα της Πίνδου, τον δικαίωσε απόλυτα, δείχνοντας διορατικότητα και εμμονή στις αποφάσεις του. Η τοποθεσίας ΙΒα, πλην της εξασφάλισης της πόλης των Ιωαννίνων και της ευρύτερης κάλυψης της ζωτικής περιοχής Μετσόβου, διέθετε και ικανοποιητική οργάνωση εδάφους, αλλά και περισσότερο γνώριμη ήταν στο Στρατηγείο της Μεραρχίας και στις Μονάδες της.

Η Ελληνική ηγεσία κατόρθωσε, παρά την αιφνιδιαστική από απόψεως χρόνου εκτόξευση της ιταλικής επιθέσεως, να ισορροπήσει την κατάσταση κατά την πρώτη περίοδο και στη συνέχεια να πάρει την πρωτοβουλία ενέργειας.

Τρεις κυρίως παράγοντες συνέβαλαν στην επιτυχία των ελληνικών όπλων:

• Το υψηλό φρόνημα του Ελληνικού Στρατού και ολόκληρου του Ελληνικού Λαού αμυνόμενου κατά μιας άδικης και τελείως απρόκλητης επιθέσεως.
 
• Η άρτια επιτελική προπαρασκευή, σαφήνεια και απλότητα όλων των πολεμικών σχεδίων της χώρας. Αυτό καταφάνηκε από την πρώτη στιγμή του πολέμου, όταν ολόκληρος ο πολεμικός μηχανισμός τέθηκε αυτόματα σε λειτουργία τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940 με ένα απλό και λακωνικότατο σήμα του Γενικού Επιτελείου Στρατού.
 
• Η υποτίμηση από την Ιταλική Ηγεσία του βαθμού προπαρασκευής, της ετοιμότητας για πόλεμο, του ηθικού των ένοπλων ελληνικών δυνάμεων και της αξίας των στελεχών.

Παρά τις αντιξοότητες καιρού και εδάφους και την ασύγκριτη υπεροχή των αντιπάλων του σε δύναμη και πολεμικά μέσα, ο Ελληνικός Στρατός διεξήγαγε, για ένα εξάμηνο περίπου νικηφόρο αγώνα κατά των Ιταλών στη Βόρεια Ήπειρο και προέβαλε ηρωική αντίσταση κατά των Γερμανών στη Μακεδονία και στην Κρήτη, προκαλώντας έτσι τον θαυμασμό τόσο των Συμμάχων, όσο και των ίδιων των αντιπάλων του.

Τα επιτεύγματα του Ελληνικού Στρατού δεν ήταν τυχαία. Ήταν αποτέλεσμα της άρτιας προπαρασκευής και του υψηλού ηθικού του. Όλες οι πιθανές εχθρικές ενέργειες είχαν μελετηθεί και αντιμετωπιστεί υπεύθυνα, ενώ τα σχέδια επιστρατεύσεως και επιχειρήσεων διακρίνονταν για την απλότητα και το ρεαλισμό τους.

Είναι απαραίτητο να επισημάνουμε την τεράστια συμβολή της Ελλάδας στον αγώνα των Συμμάχων κατά τον Άξονα. Εκτός από τις συνέπειες εναντίον του Άξονα στο διπλωματικό πεδίο, που είχε ο πόλεμος της Ελλάδος ήδη κατά τους δύο πρώτους μήνες, το Νοέμβριο δηλαδή και το Δεκέμβριο 1940, το γεγονός ότι παρατάθηκε άλλους πέντε μήνες και μάλιστα ότι παρασύρθηκε σε ανάμιξη και η Γερμανία, με άμεσο αποτέλεσμα τη δέσμευση ισχυρότατων ιταλικών και γερμανικών δυνάμεων, που διαφορετικά θα ήταν δυνατό να είχαν διατεθεί σε άλλα μέτωπα, έδωσε τη δυνατότητα στους Βρετανούς να σταθεροποιήσουν τη θέση τους στην Αφρική και στην Εγγύς Μέση Ανατολή, με επιπτώσεις σπουδαιότατες στην εξέλιξη του όλου πολέμου.

Επιπλέον, σπουδαιότατη υπήρξε η συμβολή του πολέμου της Ελλάδος για την ήττα των Γερμανών στο ανατολικό μέτωπο. Η εμπλοκή ειδικά της Γερμανίας στον πόλεμο αυτό και οι ευρύτερες επιχειρήσεις στα Βαλκάνια, που υποχρεώθηκε να διενεργήσει, ήταν η κυριότερη αιτία για την αναβολή της ενάρξεως της επιθέσεως εναντίον της Σοβιετικής Ενώσεως κατά πέντε ως έξι εβδομάδες. Οι συνέπειες της αναβολής αυτής υπήρξαν κρισιμότατες για τους Γερμανούς, καθώς επήλθε ο βαρύτατος ρωσικός χειμώνας, πριν προφτάσουν να επιτύχουν αποφασιστικά αποτελέσματα. Έκτοτε ο χρόνος εργαζόταν εις βάρος τους ως την τελική ήττα.

Αξίζει τέλος να αναφερθεί η εθελοντική προσφορά των Κυπρίων αδελφών για τη συμμετοχή τους στον αγώνα των Ελλήνων. Στην Ελλάδα, οι πρώτοι Κύπριοι στρατιώτες έφθασαν στις αρχές του 1941. Μέχρι την είσοδο των Γερμανών τον Απρίλιο 1941 στην Ελλάδα, είχαν φθάσει 5000 – 6000 άνδρες του Κυπριακού Συντάγματος. Ειδική μνεία πρέπει να γίνει για περίπου 40 φοιτητές που σπούδαζαν στην Ελλάδα που πολέμησαν από την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου στο Αλβανικό μέτωπο.
 
Βιβλιογραφία

1. Η προς Πόλεμον Προπαρασκευή του Ελληνικού Στρατού(1923-19440), Γενικό Επιτελείο Στρατού (ΓΕΣ), Αθήνα 19632. Αίτια και Αφορμαί του Ελληνοϊταλικού Πολέμου(1940-1941), ΓΕΣ, Αθήνα 19593. Η Ιταλική Εισβολή, ΓΕΣ, Αθήνα 19594. Η Ελληνική Αντεπίθεσις (1940-1941), ΓΕΣ, Αθήνα 19635. Χειμεριναί Επιχειρήσεις – Ιταλική Επίθεσις, Μάρτιος 1941, ΓΕΣ, Αθήνα 19666. Το Τέλος μιας Εποποιίας, Απρίλιος 1941, ΓΕΣ, Αθήνα 19587. Επίτομη Ιστορία του Ελληνοϊταλικού και Ελληνογερμανικού Πολέμου 1940-1941, ΓΕΣ, Αθήνα 19848. Κατσιμήτρος, Χ., Η Ήπειρος προμαχούσα, ΓΕΣ, Αθήνα 19549. Koliopoulos, J.S., Greece and the British Connection, 1935 -1941, Oxford 197710. Θ. Βερέμης- Ι. Κολιόπουλος, Ελλάς Η Σύγχρονη Συνέχεια από το 1821 μέχρι Σήμερα, Αθήνα 200611. Α. Ψαρομηλίγκος, Η στρατηγική Όξυνσης, άρθρο από τεύχος 54 Ιστορικά της Ελευθεροτυπίας, 28 Οκτωβρίου 1940 Scripta mament, Αθήνα 200012. Ζ. Ν. Τσιρπανλής, Ιταλικά Αρχεία για τον πόλεμο 1940-41, άρθρο από τεύχος 106 Ιστορικά της Ελευθεροτυπίας, Η 28η Οκτωβρίου από τα ξένα Αρχεία, Αθήνα 200113. Κ. Σβολόπουλος, Η στάση του Μεταξά, άρθρο από τεύχος 106 Ιστορικά της Ελευθεροτυπίας, Η 28η Οκτωβρίου από τα ξένα αρχεία, Αθήνα 200114. Π. Παπαπολυβίου, Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και Εθνική Αντίσταση, άρθρο από τεύχος 143 Ιστορικά της Ελευθεροτυπίας, Κύπριοι Εθελοντές, Αθήνα 2002

http://www.geetha.mil.gr

Σάββατο, 15 Οκτωβρίου 2011

Τα γράμματα και οι τέχνες την περίοδο των Κομνηνών


Την εποχή της δυναστείας των Μακεδόνων χαρακτήριζε μια εντατική πολιτιστική δράση στον τομέα της επιστήμης, της φιλολογίας, της αγωγής και της τέχνης. Η δράση ανθρώπων σαν τον Φώτιο (9ος αιώνας), τον Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο (10ος αιώνας) και τον Μιχαήλ Ψελλό (11ος αιώνας), το πολιτιστικό περιβάλλον τους, καθώς και η αναζωογόνηση του Πανεπιστημίου της Κωνσταντινούπολης, που μεταρρυθμίστηκε τον 11ο αιώνα, δημιούργησαν ευνοϊκές συνθήκες για την αναγέννηση του πολιτισμού της εποχής των Κομνηνών και των Αγγέλων.


Ο Ησίοδος, ο Όμηρος, ο Πλάτωνας, οι ιστορικοί Θουκυδίδης και Πολύβιος, οι ρήτορες Ισοκράτης και Δημοσθένης, οι Έλληνες τραγωδοί και ο Αριστοφάνης και άλλοι σπουδαίοι εκπρόσωποι της αρχαίας φιλολογίας γίνονταν αντικείμενα μελέτης και μίμησης από τους συγγραφείς του 12ου και των αρχών του 13ου αιώνα. Η απομίμηση αυτή ήταν φανερή κυρίως στη γλώσσα, η οποία, με την υπερβολική της τάση προς αγνότητα της αρχαίας Αττικής διαλέκτου, έγινε τεχνητή, μεγαλορρήμων και μερικές φορές δυσκολονόητη και ανώμαλη. Γενικά η γλώσσα ήταν τελείως διαφορετική από την ομιλούμενη. 


Η φιλολογία της εποχής αυτής, όπως λέει ο Bury, ήταν η φιλολογία των ανθρώπων που ήταν «σκλάβοι της παράδοσης. Η σκλαβιά αυτή βεβαίως ήταν δουλεία από ευγενείς κυρίους, αλλά πάντως ήταν δουλεία». Μερικοί όμως συγγραφείς, παρά την ειδικότητά τους στην κλασσική γλώσσα, δεν παραμελούσαν την ομιλούμενη «δημοτική» γλώσσα της εποχής τους και άφησαν πολύ ενδιαφέροντα κομμάτια στην ομιλούμενη γλώσσα του 12ου αιώνα. Συγγραφείς της εποχής των Κομνηνών και των Αγγέλων κατανόησαν την υπεροχή του βυζαντινού πολιτισμού επί του πολιτισμού των λαών της Δύσης, τους οποίους μια πηγή ονομάζει «σκοτεινές και περιπλανώμενες φυλές, των οποίων το μεγαλύτερο μέρος, αν δε γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, ανατράφηκε τουλάχιστον από αυτήν και που ανάμεσά τους δεν καταφεύγει ούτε η χάρη ούτε η μούσα». Φυλές στις οποίες το ευχάριστο τραγούδι φαίνεται σαν «κραυγή από γύπες ή κρωγμός κοράκων».


ΦΙΛΟΛΟΓΙΑ

Στο φιλολογικό τομέα της εποχής αυτής βρίσκουμε ένα μεγάλο αριθμό σπουδαίων και εκλεκτών συγγραφέων, τόσο εκκλησιαστικών όσο και κοσμικών. Η φιλολογική κίνηση επηρέασε επίσης την ίδια την οικογένεια των Κομνηνών, της οποίας πολλά μέλη, υποχωρώντας στην επιρροή αυτή, αφιέρωσαν μέρος του καιρού τους στη μάθηση και τη φιλολογία.

Η πολύ μορφωμένη κι έξυπνη μητέρα του Αλέξιου Α' Κομνηνού, Άννα Θαλασσινή, την οποία η εγγονή της Άννα Κομνηνή χαρακτηρίζει ως «τη μεγαλύτερη δόξα όχι μόνο μεταξύ των γυναικών, αλλά και μεταξύ των ανδρών, καθώς και κόσμημα της ανθρωπότητας», ερχόταν συχνά στα γεύματα με ένα βιβλίο στα χέρια και συζητούσε εκεί δογματικά προβλήματα των Πατέρων της Εκκλησίας, δείχνοντας ιδιαίτερη προτίμηση στον φιλόσοφο και μάρτυρα Μάξιμο.

Ο ίδιος ο αυτοκράτορας Αλέξιος Κομνηνός έγραψε μερικές θεολογικές διατριβές κατά των αιρετικών. Οι «Μούσες» του Αλέξιου, που γράφτηκαν λίγο πριν από το θάνατό του, εκδόθηκαν το 1913. Οι «Μούσες» αυτές, αφιερωμένες στο γιο και διάδοχό του Ιωάννη, είναι ένα είδος πολιτικής διαθήκης που δεν αφορά μόνο αφηρημένα προβλήματα ηθικής, αλλά και πολλά σύγχρονά του ιστορικά γεγονότα, όπως, για παράδειγμα, την Α' Σταυροφορία.

Η κόρη του Αλεξίου, Άννα και ο σύζυγός της Νικηφόρος Βρυέννιος, κατέχουν τιμητική θέση στην ιστοριογραφία του Βυζαντίου. Ο Νικηφόρος Βρυέννιος, που επέζησε του Αλέξιου και έπαιξε σπουδαίο ρόλο στις υποθέσεις του κράτους υπό τον Αλέξιο και το γιο του Ιωάννη, ήθελε να γράψει μια ιστορία του Αλέξιου Κομνηνού, αλλά ο θάνατος τον εμπόδισε να φέρει σε πέρας το σχέδιό του. Πέτυχε όμως να συνθέσει ένα είδος οικογενειακού χρονικού ή αναμνήσεων, για να δείξει τις αιτίες της ανόδου στην εξουσία του οίκου των Κομνηνών, που φτάνει σχεδόν μέχρι την ενθρόνιση του Αλέξιου. Η λεπτομερής περιγραφή του Βρυέννιου ασχολείται με τα γεγονότα μεταξύ 1070 και 1079, δηλαδή μέχρι τις αρχές της βασιλείας του Νικηφόρου Γ' Βατανιάτη. Επειδή συζητάει τη δράση των μελών του οίκου των Κομνηνών, το έργο του χαρακτηρίζεται από κάποια μεροληψία. Το ύφος του Βρυέννιου είναι μάλλον απλό και δεν έχει τίποτε από την τεχνητή τελειότητα που συναντά κανείς στο έργο της συζύγου του. Η επιρροή του Ξενοφώντα είναι φανερή στο έργο του, το οποίο έχει πολλή σημασία τόσο για την εσωτερική ιστορία της αυλής όσο και για την εξωτερική πολιτική, διαφωτίζοντας κυρίως τα ζήτημα για την αύξηση του τουρκικού κινδύνου.

ΑΝΝΑ ΚΟΜΝΗΝΗ

Η ικανή και πολύ μορφωμένη σύζυγος του Βρυέννιου, η μεγαλύτερη κόρη του Αλέξιου, Άννα Κομνηνή, είναι η συγγραφέας της «Αλεξιάδας». Η πρώτη αυτή μεγάλη επιτυχία της φιλολογικής αναγέννησης της εποχής των Κομνηνών, είναι αφιερωμένη στην περιγραφή της ένδοξης βασιλείας του πατέρα της Κομνηνής «του Μεγάλου Αλέξιου, του φωτός του σύμπαντος, του ήλιου της Άννας». Ένας βιογράφος της Άννας παρατηρεί ότι «σχεδόν μέχρι τον 19ο αιώνα μια γυναίκα ιστορικός αποτελούσε ένα είδος rara avis». Στα 15 βιβλία του μεγάλου της έργου, η Άννα περιγράφοντας την περίοδο μεταξύ 1069 και 1118, δίνει μια εικόνα της βαθμιαίας ανόδου του οίκου των Κομνηνών κατά την περίοδο πριν την ενθρόνιση του Αλέξιου και επεκτείνει τη διήγησή της μέχρι το θάνατό του, συνεχίζοντας έτσι το έργο του συζύγου της Νικηφόρου Βρυέννιου. Η τάση να εξυψώσει τον πατέρα της είναι φανερή σ’ όλη την «Αλεξιάδα», που προσπαθεί να δείξει στον αναγνώστη την υπεροχή αυτού του «δέκατου τρίτου απόστολου» (δηλαδή του Αλέξιου) σε σχέση με τα άλλα μέλη της οικογένειας των Κομνηνών. 

Η Άννα είχε μια εξαιρετική αγωγή και είχε διαβάσει πολλούς από τους πιο εκλεκτούς συγγραφείς της αρχαιότητας, τον Όμηρο, τους λυρικούς, τους τραγωδούς, τον Αριστοφάνη, τους ιστορικούς Θουκυδίδη και Πολύβιο, τους ρήτορες Ισοκράτη και Δημοσθένη και τους φιλόσοφους Αριστοτέλη και Πλάτωνα. Όλα αυτά επηρέασαν το ύφος της «Αλεξιάδας», στην οποία η Άννα υιοθέτησε την εξωτερική μορφή της αρχαίας ελληνικής γλώσσας και χρησιμοποίησε, όπως λέει ο Krumbacher, μια τεχνητή, σχεδόν τελείως νεκρή, γλώσσα που είναι εντελώς αντίθετη προς τη «δημοτική» (ομιλούμενη) γλώσσα που χρησιμοποιείτο στη φιλολογία της εποχής αυτής.

Η Άννα απολογείται στους αναγνώστες της ακόμα και όταν ονομάζει με βάρβαρα ονόματα τους Δυτικούς ή Ρώσους ηγέτες, τα οποία «παραμορφώνουν την αξία και την αντικειμενικότητα της ιστορίας». Παρά τη μεροληψία που δείχνει η Άννα για τον πατέρα της, δημιούργησε ένα έργο που είναι εξαιρετικά σπουδαίο από ιστορική πλευρά. Ένα έργο που δεν στηρίχθηκε μόνο στην προσωπική παρατήρηση και τις προφορικές πληροφορίες, αλλά και στα στοιχεία των αρχείων του κράτους, της διπλωματικής αλληλογραφίας και των αυτοκρατορικών διαταγμάτων. Η «Αλεξιάδα» αποτελεί μια από τις πιο σπουδαίες πηγές για την ιστορία της Α' Σταυροφορίας. Οι σύγχρονοι επιστήμονες αναγνωρίζουν ότι, παρά τις ελλείψεις τους, οι αναμνήσεις αυτές της Άννας παραμένουν ένα από τα πιο σπουδαία έργα της μεσαιωνικής βυζαντινής ιστοριογραφίας και ότι θα παραμείνουν ως η ευγενέστερη ένδειξη του βυζαντινού κράτους, που αναγεννήθηκε από τον Αλέξιο Κομνηνό. [1]

ΣΕΒΑΣΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ ΙΣΣΑΚΙΟΣ

Δεν είναι γνωστό αν ο γιος και διάδοχος του Αλέξιου Ιωάννης, που διέθεσε σχεδόν όλη του τη ζωή σε στρατιωτικές επιχειρήσεις, συμφωνούσε ή όχι με τις φιλολογικές τάσεις του περιβάλλοντός του. Ο μικρότερος όμως αδελφός του, ο Σεβαστοκράτορας Ισαάκιος, δεν ήταν μόνο ένας μορφωμένος άνθρωπος που ενδιαφερόταν για τη φιλολογία, αλλά και ο συγγραφέας δύο μικρών έργων σχετικών με την ιστορία της μεταμόρφωσης των Ομηρικών επών κατά τον Μεσαίωνα, καθώς και της εισαγωγής του Κώδικα της Οκτάτευχου, της βιβλιοθήκης του Seraglia.

Μερικές έρευνες οδηγούν στην υπόθεση ότι τα έργα του Σεβαστοκράτορα Ισαάκιου Κομνηνού ήταν πολύ πιο ποικίλα από όσο μπορεί να αποδειχθεί με βάση δύο ή τρία δημοσιευθέντα σύντομα κείμενα και ότι στο πρόσωπό του παρουσιάζεται ένας ενδιαφέρων, από πολλές απόψεις, νέος συγγραφέας.

ΜΑΝΟΥΗΛ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗ

Ο αυτοκράτορας Μανουήλ, που ενδιαφερόταν πολύ για την Αστρολογία, έγραψε μια πραγματεία, με την οποία υπερασπιζόταν την Αστρολογία από τις επιθέσεις που αυτή υφίστατο από τον Κλήρο, ενώ επιπλέον ήταν ο συγγραφέας πολλών θεολογικών έργων, καθώς και διάφορων αυτοκρατορικών ομιλιών. Λόγω των θεολογικών μελετών του Μανουήλ, ο πανηγυριστής του Ευστάθιος Θεσσαλονίκης, ονομάζει τη βασιλεία του «αυτοκρατορική ιεροσύνη» ή «βασίλειο ιεράτευμα» (Έξοδος 19:6). Ο Μανουήλ δεν ενδιαφερόταν ο ίδιος μόνο για τη φιλολογία και τη θεολογία, αλλά προσπαθούσε να προσελκύσει το ενδιαφέρον και των άλλων. Έστειλε το περίφημο έργο του Πτολεμαίου «Αλμαγέστη», [2] ως δώρο στο βασιλιά της Σικελίας, ενώ συγχρόνως μεταφέρθηκαν μερικά ακόμα χειρόγραφα από τη βιβλιοθήκη του Μανουήλ στη Σικελία. Η πρώτη λατινική μετάφραση του έργου έγινε με βάση το χειρόγραφο, περίπου το 1160. Η γυναικαδέλφη του Μανουήλ Ειρήνη, διακρίθηκε για την αγάπη της στα γράμματα, καθώς και για το φιλολογικό της ταλέντο. Ο ποιητής και πιθανόν δάσκαλός της, Θεόδωρος Πρόδρομος, της αφιέρωσε πολλούς στίχους, ενώ ο Κωνσταντίνος Μανασσής την αποκαλεί «φιλολογιώτατη». Ένας διάλογος κατά των Ιουδαίων, που αποδίδεται μερικές φορές στην εποχή του Ανδρόνικου Α', ανήκει σε μεταγενέστερη περίοδο.

Η σύντομη αυτή σκιαγραφία δείχνει πόσο έντονα είχε ασχοληθεί με τη φιλολογία η δυναστεία των Κομνηνών, αν και το φαινόμενο αυτό εμφανίζει τη γενική εξύψωση του πολιτισμού που εκδηλώθηκε κυρίως με την ανάπτυξη της φιλολογίας και αποτελεί ένα από τα κύρια γνωρίσματα της εποχής των Κομνηνών.

Από την εποχή των Κομνηνών και των Αγγέλων, οι ιστορικοί και οι ποιητές, οι συγγραφείς θεολογικών έργων, οι συγγραφείς που ασχολούνται με την αρχαιότητα και οι χρονογράφοι, άφησαν έργα που δείχνουν τα φιλολογικά ενδιαφέροντα της εποχής.ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΙΝΝΑΜΟΣ

Ένας ιστορικός, ο Ιωάννης Κίνναμος, σύγχρονος των Κομνηνών, έγραψε μια ιστορία της βασιλείας του Ιωάννη και του Μανουήλ (1118-1176) που αποτελεί μια συνέχεια του έργου της Άννας Κομνηνής. Η ιστορία αυτή ακολουθεί το παράδειγμα του Ηρόδοτου και του Ξενοφώντα και επηρεάζεται και από τον Προκόπιο. Επειδή το κέντρο της ιστορίας είναι ο Μανουήλ, το έργο αυτό είναι κάπως εγκωμιαστικό. 

Ο Κίνναμος ήταν θερμός υποστηρικτής των δικαιωμάτων της Ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, καθώς και ένας εκ πεποιθήσεως ανταγωνιστής του Πάπα και της αυτοκρατορικής εξουσίας των Γερμανών βασιλέων. Σαν ήρωα του διάλεξε τον Μανουήλ, που του είχε φερθεί ευνοϊκά, αν και η εξιστόρηση των γεγονότων είναι αξιόλογη και βασισμένη στη μελέτη αξιόπιστων πηγών. Το έργο είναι γραμμένο σε πολύ καλή ελληνική γλώσσα και «στο ύφος ενός τίμιου στρατιώτη, γεμάτου από αυθορμητισμό και ειλικρινή ενθουσιασμό για τον αυτοκράτορά του» (Neumann).

ΜΙΧΑΗΛ ΑΚΟΜΙΝΑΤΟΣ

Ο Μιχαήλ και ο Νικήτας Ακομινάτοι, δυο αδέλφια από τις Χώνες της Φρυγίας, [3] ήταν εκλεκτές φυσιογνωμίες της φιλολογίας του 12ου και αρχές του 13ου αιώνα. Πολλές φορές είναι γνωστοί (με βάση την πόλη στην οποία γεννήθηκαν) ως Χωνιάτες. Ο μεγαλύτερος αδελφός, ο Μιχαήλ, που είχε πάρει εξαιρετική κλασσική μόρφωση στην Κωνσταντινούπολη, μαζί με τον Επίσκοπο Θεσσαλονίκης Ευστάθιο, διάλεξε την εκκλησιαστική σταδιοδρομία και έγινε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών για 30 χρόνια και πλέον. 

Ενθουσιώδης θαυμαστής της ελληνικής αρχαιότητας, έμενε στο κτίριο της Επισκοπής, στην Ακρόπολη, όπου το Μεσαίωνα, βρισκόταν ο Καθεδρικός ναός της Παρθένου Μαρίας. Ο Μιχαήλ ένιωθε εξαιρετικά ευτυχής που μπορούσε να ζει στην Ακρόπολη, από όπου νόμιζε ότι έφτανε «στην κορυφή των ουρανών». Ο Καθεδρικός του Ναός ήταν γι’ αυτόν μια συνεχής πηγή ικανοποίησης κι ενθουσιασμού. 

Έβλεπε την πόλη και το λαό της σαν να ήταν ένας σύγχρονος του Πλάτωνα και γι’ αυτό ενδιαφερόταν πολύ να δει να γεφυρώνεται το τρομερό χάσμα που χώριζε τον πληθυσμό της Αθήνας της εποχής του από τους αρχαίους Έλληνες. Ο Μιχαήλ ήταν ένας ιδεολόγος και δεν μπορούσε να εκτιμήσει κατάλληλα την εξέλιξη και επίτευξη των εθνογραφικών μεταβολών της Ελλάδας.

Ο ιδεαλισμός του συγκρουόταν με τη σκληρή πραγματικότητα και γι’ αυτό έλεγε: «Ζω στην Αθήνα, αλλά δεν βλέπω την Αθήνα πουθενά».

Ο λαμπρός λόγος, που εκφώνησε με την ευκαιρία της ενθρόνισής του μπροστά στους Αθηναίους που μαζεύτηκαν στον Παρθενώνα, ήταν, όπως ο ίδιος λέει, ένα δείγμα απλότητας ύφους. Με το λόγο του αυτόν υπενθύμισε στους ακροατές του την παλιά μεγαλοπρέπεια της πόλης, εξέφρασε τη σταθερή του πίστη στη γενεαλογική συνέχεια των Αθηναίων, από την αρχαιότητα μέχρι τότε, παρότρυνε τους Αθηναίους να είναι προσκολλημένοι στις ευγενείς συνήθειες και τον ευγενή τρόπο ζωής των προγόνων τους και παρουσίασε τα παραδείγματα του Αριστείδη, του Διογένη, του Περικλή, του Θεμιστοκλή και άλλων. Η ομιλία αυτή όμως, φτιαγμένη στην πραγματικότητα σ’ ένα ύφος ανώτερο, γεμάτη από αρχαία βιβλικά αποσπάσματα και εξωραϊσμένη με μεταφορές και αλληγορίες, έμεινε ακατανόητη και σκοτεινή για τους ακροατές του νέου Μητροπολίτη. Η ομιλία αυτή ξεπερνούσε τις δυνατότητες των Αθηναίων του 12ου αιώνα, πράγμα που δεν αντιλήφθηκε ο Μιχαήλ. Σ’ ένα από τα μεταγενέστερα κηρύγματά του αναφωνεί με βαθειά λύπη: «Ω! πόλη των Αθηνών! Μητέρα της σοφίας! Σε ποια αμάθεια έχεις βυθιστεί!... Όταν σου μιλούσα, με την ευκαιρία της ενθρόνισής μου, απλά και φυσικά, φαινόταν σαν να είχα μιλήσει για κάτι το ακατανόητο ή σε μια ξένη γλώσσα, των Περσών ή των Σκύθων». Ο μορφωμένος Μιχαήλ Ακομινάτος σύντομα έπαψε να βλέπει τους σύγχρονους Αθηναίους τους άμεσους απόγονους των αρχαίων Ελλήνων. «Η εξαιρετική ωραιότητα της χώρας», γράφει, «έχει διατηρηθεί: ο Υμηττός με το άφθονο μέλι, ο Πειραιάς, η κάποτε μυστηριώδης Ελευσίνα, η πεδιάδα του Μαραθώνα και η Ακρόπολη. Αλλά η γενιά εκείνη που αγάπησε την επιστήμη εξαφανίστηκε για να έρθει στη θέση της μια γενιά αμόρφωτη και φτωχή, ψυχικά και σωματικά». 

Κυκλωμένος από βάρβαρους, ο Μιχαήλ φοβόταν μήπως γίνει και ο ίδιος βάρβαρος και απολίτιστος και θρηνούσε το κατάντημα της ελληνικής γλώσσας που είχε γίνει ένα είδος βάρβαρης διαλέκτου, την οποία κατόρθωσε να καταλάβει μόνο ύστερα από παραμονή 3 ετών στην Αθήνα. Είναι πιθανόν ο Μιχαήλ να υπερβάλλει τα πράγματα, αλλά δεν απέχει από την πραγματικότητα όταν γράφει ότι η Αθήνα υπήρξε μια λαμπρή πόλη που δεν ζούσε πια. Το όνομα των Αθηναίων θα είχε εξαφανιστεί από τη μνήμη των ανθρώπων, αν δεν είχε εξασφαλιστεί η συνεχής του ύπαρξη από τα έργα του παρελθόντος και από τα φημισμένα μέρη της, την Ακρόπολη, τον Άρειο Πάγο, τον Υμηττό και τον Πειραιά, τα οποία σαν ένα αμετάβλητο έργο της φύσης στέκονται πέρα από τις μεταβολές και τις καταστροφές του χρόνου.

Ο Μιχαήλ έμεινε στην Αθήνα μέχρι τις αρχές του 13ου αιώνα. Μετά την ανάκτηση της πόλης από τους Φράγκους, το 1204, αναγκάστηκε να παραχωρήσει την έδρα του σ’ ένα Λατίνο Επίσκοπο και να περάσει τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής του στο μικρό νησί Κέα, κοντά στις ακτές της Αττικής, όπου και θάφτηκε μετά το θάνατό του το 1220 ή το 1222.

Ο Μιχαήλ Ακομινάτος άφησε μια πλούσια φιλολογική κληρονομιά σε ομιλίες και κηρύγματα για διάφορα θέματα, καθώς και πολυάριθμα γράμματα και μερικά ποιήματα που δίνουν σπουδαίες πληροφορίες για την πολιτική, κοινωνική και φιλολογική ζωή της εποχής του. Από τα ποιήματά του, την πρώτη θέση κατέχει ένα ιαμβικό ελεγείο γραμμένο προς τιμή της Αθήνας που αποτελεί «τον πρώτο και τον μόνο, ίσως, θρήνο των ερειπίων της παλιάς ένδοξης πόλης». Ο Gregorovius ονομάζει τον Μιχαήλ Ακομινάτο ακτίνα ηλίου όπου φώτισε το σκοτάδι της Αθήνας του Μεσαίωνα, καθώς και «τελευταίο μεγάλο πολίτη και τελευταία δόξα αυτής της πόλης των σοφών». Ένας άλλος συγγραφέας λέει ότι ο Μιχαήλ «αλλοδαπός εκ γενετής, ταύτισε τόσο πολύ τον εαυτό του με τη νέα του πατρίδα ώστε μπορούμε να τον ονομάσουμε ως τον τελευταίο των μεγάλων Αθηναίων, που αξίζει να σταθεί κοντά σ’ αυτές τις ευγενείς φυσιογνωμίες, των οποίων το παράδειγμα πρόβαλλε τόσο πολύ στο ποίμνιό του». Στον βαρβαρισμό που έπνιγε την Αθήνα, για τον οποίον μιλάει ο Μιχαήλ, καθώς και στη διαφθορά της ελληνικής γλώσσας, μπορεί να δει κανείς μερικά ίχνη της σλάβικης επιρροής.

ΝΙΚΗΤΑΣ ΑΚΟΜΙΝΑΤΟΣ

Ο νεώτερος αδελφός του Μιχαήλ, Νικήτας Ακομινάτος ή Χωνιάτης, κατέχει την πιο σπουδαία θέση ανάμεσα στους ιστορικούς του 12ου και των αρχών του 13ου αιώνα. Γεννημένος στα μέσα του 12ου αιώνα, στις Χωνές της Φρυγίας, ο Νικήτας, όπως και ο αδελφός του, στάλθηκε από παιδί στην Κωνσταντινούπολη, όπου σπούδασε κάτω από την καθοδήγηση του μεγαλύτερου αδελφού Μιχαήλ. 

Ενώ ο Μιχαήλ αφιερώθηκε στην Εκκλησία, ο Νικήτας διάλεξε μια κοσμική σταδιοδρομία, που την άρχισε υπό τον Μανουήλ για να φτάσει στα ανώτατα αξιώματα την εποχή των Αγγέλων. Αφού αναγκάστηκε να φύγει από την πρωτεύουσα μετά τη λεηλασία της από τους Σταυροφόρους το 1204, κατέφυγε στην αυλή του αυτοκράτορα της Νίκαιας Θεόδωρου Λάσκαρη, ο οποίος τον αποκατέστησε στις παλιές του τιμές και διακρίσεις, δίνοντάς του τη δυνατότητα να αφιερώσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του στην προσφιλή του φιλολογική εργασία και να τελειώσει τη μεγάλη του ιστορία. Ο Νικήτας πέθανε στη Νίκαια αμέσως μετά το 1210. Ο Μιχαήλ επέζησε του Νικήτα και έγραψε, με την ευκαιρία του θανάτου του αδελφού του, ένα συγκινητικό επικήδειο λόγο, που είναι πολύ σπουδαίος, όσον αφορά τη βιογραφία του Νικήτα.

Το μεγαλύτερο φιλολογικό του κατόρθωμα είναι το μεγάλο ιστορικό έργο. Σε 20 βιβλία, που παρουσιάζουν τα γεγονότα από την ενθρόνιση του Ιωάννη Κομνηνού μέχρι τα πρώτα έτη της Λατινικής αυτοκρατορίας (1118-1206). Το έργο του Νικήτα είναι μια ανεκτίμητη πηγή για την εποχή του Μανουήλ, την ενδιαφέρουσα βασιλεία του Ανδρόνικου, την εποχή των Αγγέλων, την Δ' Σταυροφορία και την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους το 1204. H αρχή της ιστορίας του, που ασχολείται με την εποχή του Ιωάννη Κομνηνού, είναι πολύ σύντομη. Το έργο διασπάται με ένα δευτερεύον γεγονός και δεν παρουσιάζει πλήρες σύνολο. Ίσως, λέει ο Uspensky, δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην πλήρη του μορφή. Για την ιστορία του ο Νικήτας αναγνωρίζει δύο μόνο πηγές: τις διηγήσεις των αυτοπτών μαρτύρων και την προσωπική παρατήρηση. Οι γνώμες των ιστορικών ποικίλουν ως προς το κατά πόσο ο Νικήτας χρησιμοποίησε τον Ιωάννη Κίνναμο ως πηγή του. Η ιστορία του Νικήτα είναι γραμμένη σ’ ένα πληθωρικό, εύγλωττο και γραφικό ύφος, που αποδεικνύει βαθειά γνώση τόσο της αρχαίας φιλολογίας όσο και της θεολογίας. Παρόλα αυτά, όμως, ο ίδιος ο συγγραφέας έχει τελείως διαφορετική γνώμη για το ύφος του.

Παρά την ύπαρξη κάποιας μεροληψίας στην περιγραφή των γεγονότων της μιας ή της άλλης βασιλείας, ο Νικήτας, που ήταν σταθερά πεπεισμένος για την πλήρη υπεροχή «των Ρωμαίων» επί των βαρβάρων της Δύσης, αποτελεί ως ιστορικός κάτι που αξίζει να το προσέξουμε με εμπιστοσύνη και προσοχή. Στην ειδική μονογραφία που έχει γράψει ο Uspensky για τον Νικήτα Χωνιάτη, αναφέρει ότι «ο Νικήτας αξίζει να μελετηθεί έστω και για τον απλό λόγο ότι στην ιστορία του ασχολείται με την πιο σπουδαία εποχή του Μεσαίωνα, οπότε οι εχθρικές σχέσεις μεταξύ Ανατολής και Δύσης είχαν φτάσει στο ανώτερο σημείο τους για να ξεσπάσουν στις Σταυροφορίες και την ίδρυση της Λατινικής αυτοκρατορίας στην Κωνσταντινούπολη. Οι γνώμες του για τους Σταυροφόρους της Δύσης και για τις σχέσεις μεταξύ Ανατολής και Δύσης διακρίνονται από μια βαθειά αλήθεια και μια ευφυή ιστορική διορατικότητα, την οποία δε βρίσκουμε στα καλύτερα έργα της μεσαιωνικής φιλολογίας της Δύσης».

Εκτός από την «Ιστορία» του, ο Νικήτας Χωνιάτης έχει πιθανόν γράψει μια μικρή διατριβή σχετική με τα αγάλματα που καταστράφηκαν το 1204, από τους Λατίνους στην Κωνσταντινούπολη, μερικά έργα ρητορικής φύσης, προς τιμή διαφόρων αυτοκρατόρων, καθώς και μια θεολογική διατριβή, τον «Θησαυρό Ορθοδοξίας». Το τελευταίο αυτό έργο, που είναι συνέχεια της «Πανοπλίας» του Ευθύμιου Ζιγαβηνού, γράφτηκε μετά από μελέτη πολλών συγγραφέων και έχει ως αντικείμενο την ανασκευή ενός μεγάλου αριθμού αιρετικών πλανών.ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ


Ανάμεσα στους εκλεκτούς εκπροσώπους του πολιτισμού του 12ου αιώνα, ανήκει κι ο ικανός δάσκαλος και φίλος του Μιχαήλ Χωνιάτη, Αρχιεπίσκοπος ΘεσσαλονίκηςΕυστάθιος, «η πιο φτωχή φυσιογνωμία του κόσμου των γραμμάτων του Βυζαντίου, από την εποχή του Μιχαήλ Ψελλού» (Gregorovius). Μορφώθηκε στην Κωνσταντινούπολη, έγινε διάκονος της Αγίας Σοφίας και υπήρξε διδάσκαλος της ρητορικής. Τα περισσότερα από τα έργα του τα έγραψε εκεί, αλλά τα ιστορικά του έργα και διάφορες άλλες εργασίες τις επεξεργάστηκε αργότερα στη Θεσσαλονίκη. Το σπίτι του Ευστάθιου στην Κωνσταντινούπολη ήταν ένα είδος σχολής για νέους σπουδαστές και έγινε ένα κέντρο, γύρω από το οποίο συγκεντρώνονταν τα καλύτερα πνεύματα της πρωτεύουσας, καθώς και νέοι που διψούσαν για μάθηση. Σαν θρησκευτικός ηγέτης της Θεσσαλονίκης, που ερχόταν (ως προς τη σπουδαιότητα) αμέσως μετά την πρωτεύουσα, ο Ευστάθιος αφιέρωσε ένα μεγάλο μέρος από τη δραστηριότητά του στην εξύψωση του πνευματικού και ηθικού επιπέδου των συνθηκών του μοναστηριακού βίου της εποχής του, με αποτέλεσμα μερικές φορές να δημιουργεί εχθρούς μεταξύ των μοναχών. Από την πολιτιστική πλευρά έχουν πολύ ενδιαφέρον οι επανειλημμένες εκκλήσεις τους προς τους μοναχούς, να μη σπαταλούν τους θησαυρούς των βιβλιοθηκών. Ο Ευστάθιος πέθανε μεταξύ του 1192 και του 1194. Ο μαθητής και φίλος του Μητροπολίτης Αθηνών Μιχαήλ Ακομινάτος, τίμησε τη μνήμη του με ένα συγκινητικό επικήδειο λόγο.

Συνετός παρατηρητής της πολιτικής ζωής της εποχής του, καταρτισμένος θεολόγος που με θάρρος αναγνώριζε την κατάπτωση της μοναστικής ζωής, καθώς και βαθύς λόγιος, του οποίου οι γνώσεις σχετικά με την αρχαία φιλολογία του εξασφάλιζαν μια τιμητική θέση όχι μόνο στην ιστορία του βυζαντινού πολιτισμού, αλλά και στην ιστορία της κλασικής φιλολογίας, ο Ευστάθιος είναι αναμφίβολα μια εκλεκτή προσωπικότητα της πνευματικής ζωής του Βυζαντίου του 12ου αιώνα. Το πνευματικό του κληροδότημα μπορεί να διαιρεθεί σε δύο ομάδες: στην πρώτη ομάδα ανήκουν τα εκτενή και λεπτομερή του σχόλια της Ιλιάδας, της Οδύσσειας, του Πίνδαρου και μερικών άλλων, ενώ στη δεύτερη ομάδα ανήκουν τα έργα που γράφτηκαν στη Θεσσαλονίκη: η ιστορία της κατάκτησης της Θεσσαλονίκης από τους Νορμανδούς, το 1185, η σημαντική του αλληλογραφία, η διατριβή του σχετικά με τις μεταρρυθμίσεις της μοναχικής ζωής, ένας λόγος που γράφτηκε με την ευκαιρία του θανάτου του αυτοκράτορα Μανουήλ και άλλα συγγράμματα.ΘΕΟΦΥΛΑΚΤΟΣ


Στα τέλη του 11ου και στις αρχές του 12ου αιώνα, έζησε στη Βουλγαρία ένας πολύ σπουδαίος θεολόγος, ο Θεοφύλακτος Αρχιεπίσκοπος Αχρίδας, ο οποίος γεννήθηκε στην Εύβοια και υπηρέτησε για ένα διάστημα ως διάκονος στην Αγία Σοφία. Μορφώθηκε πολύ καλά από τον περίφημο Μιχαήλ Ψελλό και διορίστηκε πιθανόν από τον Αλέξιο Α' Κομνηνό Αρχιεπίσκοπος Αχρίδας, στη Βουλγαρία, που την εποχή αυτή βρισκόταν κάτω από την εξουσία του Βυζαντίου. Κάτω από τις αυστηρές και βάρβαρες συνθήκες ζωής της Βουλγαρίας, ο Θεοφύλακτος δεν μπορούσε να ξεχάσει τη ζωή που ζούσε πριν στην Κωνσταντινούπολη και ευχόταν με όλη τη δύναμη της ψυχής του να επιστρέψει στην πρωτεύουσα. Η ευχή του όμως δεν εκπληρώθηκε και πέθανε στη Βουλγαρία στις αρχές του 12ου αιώνα (περίπου το 1108). Υπήρξε ο συγγραφέας μερικών θεολογικών έργων και τα σχόλιά του που αναφέρονται στα βιβλία της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης είναι ιδιαίτερα γνωστά. 

Για εμάς όμως η πιο σημαντική φιλολογική κληρονομιά που μας άφησε ο Θεοφύλακτος είναι οι επιστολές του και το βιβλίο του σχετικά με τα σφάλματα των Λατίνων. Σχεδόν όλα τα γράμματα γράφτηκαν μεταξύ του 1091 και του 1108 και δίνουν μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα εικόνα της ζωής των επαρχιών του Βυζαντίου. Οι επιστολές αυτές ελκύουν το ενδιαφέρον αν και δεν έχουν προσεχτικά μελετηθεί σε σχέση με την εσωτερική ιστορία της αυτοκρατορίας. Το βιβλίο του σχετικά με τα σφάλματα των Λατίνων υπήρξε σημαντικό λόγω των συμβιβαστικών τάσεων που παρουσιάζει σε σχέση με την Καθολική Εκκλησία.

ΜΙΧΑΗΛ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ


Ο Μιχαήλ Θεσσαλονίκης έζησε κι έγραψε στη διάρκεια της βασιλείας του Μανουήλ. Άρχισε τη σταδιοδρομία του ως διάκονος και καθηγητής της ερμηνείας των Ευαγγελίων, στην Αγία Σοφία της Κωνσταντινούπολης, αλλά τελικά καταδικάστηκε ως αιρετικός και στερήθηκε όλων των τίτλων του. Συνέγραψε μερικές ομιλίες προς τιμή του Μανουήλ, η τελευταία από τις οποίες εκφωνήθηκε ως επικήδειος, λίγες μέρες μετά το θάνατο του αυτοκράτορα. Οι ομιλίες του Μιχαήλ δίνουν μερικές ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες για τα ιστορικά γεγονότα της εποχής του.

Στα μέσα του 12ου αιώνα, γράφτηκε ο διάλογος Τιμαρίων, κατά τα πρότυπα των νεκρικών διαλόγων του Λουκιανού, ο οποίος συνήθως θεωρείται ως ανώνυμος και του οποίου συγγραφέας θεωρείται ο Τιμαρίων. Ο Τιμαρίων περιγράφει την ιστορία της μετάβασής του στον Άδη και παρουσιάζει τις συζητήσεις του με τους νεκρούς που συνάντησε εκεί. Είδε στον Άδη τον αυτοκράτορα Ρωμανό Διγενή, τον Ιωάννη Ιταλό, τον Μιχαήλ Ψελλό, τον Εικονομάχο αυτοκράτορα Θεόφιλο και άλλους. Ο «Τιμαρίων», ο οποίος αναμφίβολα αποτελεί το καλύτερο έργο απομίμησης του Λουκιανού, είναι γεμάτος από δύναμη και χιούμορ. Εκτός όμως από αυτό, το έργο τούτο της εποχής των Κομνηνών αποτελεί μια πολύ ενδιαφέρουσα πηγή για την εσωτερική ζωή του Βυζαντίου.ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΖΕΤΖΗΣ


Ένας άλλος σύγχρονος των Κομνηνών, ο Ιωάννης Τζέτζης, που πέθανε πιθανόν στα τέλη του 12ου αιώνα, είναι πολύ σπουδαίος από άποψη φιλολογική, ιστορική και πολιτική, καθώς και από την άποψη της κλασσικής αρχαιότητας. Μορφώθηκε φιλοσοφικά πολύ καλά στην πρωτεύουσα και για ένα διάστημα υπήρξε καθηγητής της γραμματικής. Μετά αφιερώθηκε στη φιλοσοφική δράση, από την οποία και συντηρείτο. Στα έργα του ο Ιωάννης Τζέτζης δεν παραλείπει να αναφέρει τις συνθήκες της ζωής του, παρουσιάζοντας έναν άνθρωπο του 12ου αιώνα που ζει χάρη στο φιλολογικό του έργο, που συνεχώς αγωνίζεται με τη φτώχεια και τη δυστυχία, που υπηρετεί τους πλούσιους και τους αγενείς, αφιερώνοντάς τους τα έργα του, και που συχνά αγανακτεί για τη μικρή αναγνώριση των υπηρεσιών του. 

Κάποια μέρα βρέθηκε σε τόση ανάγκη που δεν του έμεινε κανένα από τα βιβλία του, εκτός από τον Πλούταρχο. Μη διαθέτοντας χρήματα, μερικές φορές, δεν διέθετε ούτε βιβλία και, βασιζόμενος πολύ στη μνήμη του, έκανε πολλά ιστορικά σφάλματα γράφοντας τα έργα του. Σ’ ένα από τα έργα του γράφει: «Για μένα βιβλιοθήκη είναι το κεφάλι μου. Μη έχοντας καθόλου χρήματα, δεν έχω βιβλία και επομένως δεν μπορώ να ονομάσω ακριβώς τον συγγραφέα». Σ’ ένα άλλο του έργο, αναφερόμενος στη μνήμη του, γράφει ότι «ο Θεός δεν έχει φανερώσει άλλον άνθρωπο, παλαιότερα ή τώρα, με μεγαλύτερη μνήμη απ’ αυτήν του Τζέτζη». Η επαφή του Τζέτζη με αρχαίους και βυζαντινούς συγγραφείς ήταν πραγματικά πολύ αξιόλογη. Γνώριζε πολλούς ποιητές, δραματικούς, ιστορικούς, ρήτορες, φιλοσόφους, γεωγράφους και φιλόλογους και κυρίως τον Λουκιανό. Τα έργα του, γραμμένα σε ύφος ρητορικό και φορτωμένα από μυθολογία και ιστορικά αποσπάσματα, είναι δύσκολα και μάλλον χωρίς ενδιαφέρον για τον αναγνώστη. 

Ανάμεσα στα πολλά του έργα βρίσκουμε τη συλλογή των 107 επιστολών του, οι οποίες, παρά τα φιλολογικά τους σφάλματα, έχουν κάποιο ενδιαφέρον τόσο για τη βιογραφία του συγγραφέα τους όσο και για τη βιογραφία των προσώπων στα οποία απευθύνονται. Μια «Βίβλος ιστοριών», γραμμένη σε λαϊκό ύφος, σε στίχους δηλαδή που είναι γνωστοί ως «πολιτικοί», αποτελείται από 12.000 γραμμές και πλέον και είναι ένα ποιητικό έργο με ιστορικό και φιλολογικό χαρακτήρα. Επειδή ο συγγραφέας διαίρεσε το έργο, για ευκολότερη χρήση του, σε τμήματα από χίλιες γραμμές, ονομάζεται συνήθως «χιλιάδες». Οι ιστορίες ή οι χιλιάδες του Ιωάννη Τζέτζη περιγράφονται από τον Krumbacher σαν «τίποτε άλλο από ένα τεράστιο σχόλιο σε στίχους των επιστολών του, τις οποίες εξηγεί γράμμα προς γράμμα. Οι σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των επιστολών του και των ‘χιλιάδων’ είναι τόσο στενές ώστε το ένα πράγμα να μπορεί να θεωρηθεί σαν λεπτομερής δείκτης του άλλου». Το γεγονός αυτό και μόνο στερεί τις «χιλιάδες» από οποιαδήποτε μεγάλη φιλολογική σημασία. Ένας άλλος επιστήμονας, ο Vasilievsky, παρατηρεί ότι «οι ‘χιλιάδες’, από φιλολογική άποψη, είναι πλήρης ανοησία αν και μερικές φορές εξηγούν ό,τι έχει παραμείνει σκοτεινό στον πεζό λόγο», δηλαδή στις επιστολές του Τζέτζη. Ένα άλλο εκτενές έργο του Τζέτζη είναι οι Αλληγορίες του που αφιερώνονται στη σύζυγο του αυτοκράτορα Μανουήλ, τη Γερμανίδα πριγκίπισσα Βέρθα-Ειρήνη, την οποία ο συγγραφέας ονομάζει «ομηρικότατη», δηλαδή τη μεγαλύτερη θαυμάστρια του Ομήρου. Αρχίζοντας τις Αλληγορίες του ο Τζέτζης λέει με έπαρση ότι θα κάνει τον Όμηρο προσιτό για όλους τους ανθρώπους που θα εισχωρήσουν στα αόρατα βάθη της σοφίας του. Το έργο αυτό, όπως λέει ο Vasilievsky, δεν στερείται μόνο καλού γούστου, αλλά και κοινής λογικής. Εκτός από τα έργα αυτά, ο Ιωάννης Τζέτζης άφησε μερικά συγγράμματα σχετικά με τον Όμηρο, τον Ησίοδο και τον Αριστοφάνη, μερικά ποιήματα και μερικά άλλα έργα.

Με βάση τις παρατηρήσεις αυτές, προκύπτει φυσικά το ερώτημα αν ο Ιωάννης Τζέτζης έχει καμιά σημασία για την πολιτιστική κίνηση του 12ου αιώνα. Έχοντας όμως κατά νου τον εξαιρετικό ζήλο με τον οποίον συνέλεγε το υλικό του, τα έργα του αποτελούν μια πλούσια πηγή αρχαιολογικών σημειώσεων που είναι σημαντικές για την κλασσική φιλολογία. Επιπλέον, η μέθοδος της εργασίας του συγγραφέα και η εκτενής επαφή του με την κλασσική φιλολογία, οδηγεί σε μερικά συμπεράσματα σχετικά με τον χαρακτήρα της φιλολογικής «αναγέννησης» της εποχής των Κομνηνών.ΙΣΑΑΚ ΤΖΕΤΖΗΣ


Ο μεγαλύτερος αδελφός του, Ισαάκ Τζέτζης, που ασχολήθηκε με τη φιλολογία και τη μετρική, δεν υπάρχει λόγος να αναφερθεί. Στη φιλολογία όμως «οι αδελφοί Τζέτζη» αναφέρονται συχνά με τέτοιο τρόπο που νομίζει κανείς ότι και οι δύο είχαν την ίδια αξία. Στην πραγματικότητα, ο Ισαάκ Τζέτζης δεν διακρίθηκε για τίποτε και γι’ αυτό θα ήταν πιο σωστό να πάψουμε να αναφερόμαστε στους «αδελφούς Τζέτζη».

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ


Μια πολύ ενδιαφέρουσα προσωπικότητα της εποχής των τριών πρώτων Κομνηνών, και κυρίως του Ιωάννη και του Μανουήλ, είναι ο πολύ μορφωμένος ποιητής Θεόδωρος Πρόδρομος ή Πτωχοπρόδρομος, όπως πολλές φορές αποκαλεί ο ίδιος τον εαυτό του με ένα πνεύμα μιας μάλλον παρεξηγημένης ταπείνωσης. Τα διάφορα έργα του Προδρόμου παρέχουν πολύ υλικό για μελέτη στον φιλόλογο, τον φιλόσοφο, τον θεολόγο και τον ιστορικό. Αν και τα δημοσιευμένα έργα, που αποδίδονται στον Πρόδρομο, είναι πολυάριθμα, όμως διατηρείται ανάμεσα στα χειρόγραφα των διαφόρων βιβλιοθηκών της Δύσης και της Ανατολής αρκετό υλικό που δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί. 

Προς το παρόν η προσωπικότητα του Προδρόμου δημιουργεί στους ιστορικούς πολλά ζητήματα, επειδή δεν έχει ξεκαθαριστεί σε ποιον πράγματι ανήκουν τα πολυάριθμα άεργα που αποδίδονται στον Πρόδρομο, με βάση τα χειρόγραφα. Μια ομάδα ειδικών αναγνωρίζει δυο συγγραφείς με το όνομα Πρόδρομος, μιας άλλη τρεις και μια τρίτη μόνον ένα. Το πρόβλημα δεν έχει λυθεί ακόμα και πιθανόν η λύση του θα είναι δυνατή μόνο αφού δημοσιευθεί όλη η φιλολογική κληρονομιά που σχετίζεται με το όνομα του Προδρόμου.

Η καλύτερη περίοδος της δράσης του Προδρόμου υπήρξε το πρώτο ήμισυ του 12ου αιώνα. Ο θείος του, γνωστός με το μοναστικό του όνομα Ιωάννης, υπήρξε Μητροπολίτης Κιέβου (Ιωάννης Β') στη Ρωσία και, όπως αναφέρει το 1089 ένας Ρώσος χρονογράφος, ο Ιωάννης ήταν «ένας άνθρωπος που χρησιμοποιούσε με ικανότητα τα βιβλία, μορφωμένος, αλλά και ελεήμων για τους φτωχούς και τις χήρες». Ο Πρόδρομος πέθανε, κατά πάσα πιθανότητα, το 1150 περίπου.

Ο Πρόδρομος, όπως λέει ο Diehl, ανήκε σε μια ξεπεσμένη τάξη της πρωτεύουσας, στο φιλολογικό προλεταριάτο, που αποτελείτο από έξυπνους, καλλιεργημένους και διακεκριμένους ανθρώπους, που η ζωή με τη δριμύτητά της είχε ταπεινώσει. Έχοντας γνωριμίες στους κύκλους της αυλής και με την αυτοκρατορική οικογένεια, αλλά και με ανώτερους και ισχυρούς υπαλλήλους του κράτους, αυτοί οι φτωχοί συγγραφείς αγωνίζονταν με δυσκολία να αποκτήσουν προστάτες, των οποίων η γενναιοδωρία θα μπορούσε να τους εξασφαλίσει τα βιοποριστικά. Όλη η ζωή του Προδρόμου πέρασε με μια προσπάθεια να βρει προστάτες, με ένα συνεχή αγώνα εναντίον της φτώχειας, της αρρώστιας και των γερατειών καθώς και με αιτήσεις για υποστήριξη. Γι’ αυτό και δεν φείδεται κολακειών και ταπεινών εκφράσεων, άσχετα με το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση για υποστήριξη ή η κολακεία. Πρέπει όμως να εκτιμηθεί το γεγονός ότι ο Πρόδρομος έμεινε για πάντα σχεδόν πιστός σ’ ένα πρόσωπο, που ήταν η γυναικαδέλφη του Μανουήλ, Ειρήνη.

Η κατάσταση των ανθρώπων των γραμμάτων, σαν τον Πρόδρομο, ήταν μερικές φορές πολύ δύσκολη. Σ’ ένα ποίημα, π.χ., που αποδιδόταν στον Πρόδρομο, παρουσιάζεται ο συγγραφέας του να εκφράζει τη λύπη του γιατί δεν είναι τσαγκάρης ή ράφτης, βαφέας ή αρτοπώλης, εφόσον αυτοί έχουν κάτι να φάνε. Ο συγγραφέας όμως δέχεται από τον πρώτο που συναντά την ειρωνική απάντηση: «Φάγε τα συγγράμματά σου και συντηρήσου από αυτά, αγαπητέ! Μάσησε άπληστα τα γραπτά σου! Βγάλε τα εκκλησιαστικά σου ενδύματα και γίνου εργάτης!».

Πάρα πολλά έργα με διαφορετικό χαρακτήρα έχουν διασωθεί με το όνομα του Προδρόμου, ο οποίος ήταν μυθιστοριογράφος, αγιογράφος, ρήτορας, συγγραφέας επιστολών, ενός αστρολογικού ποιήματος, θρησκευτικών ποιημάτων, φιλοσοφικών έργων, σάτυρων και χιουμοριστικών έργων. Πολλά από τα έργα του αποτελούν συνθέσεις που έγιναν με την ευκαιρία νικών, γεννήσεων, θανάτων, γάμων κλπ. και είναι πολύ σπουδαία για τους υπαινιγμούς που κάνουν για τις προσωπικότητες και τα γεγονότα στα οποία αναφέρονται, καθώς και για τις πληροφορίες που δίνουν σχετικά με τη ζωή των κατώτερων τάξεων της πρωτεύουσας. Ο Πρόδρομος υπέστη συχνά σοβαρές επικρίσεις από τους ειδικούς που τονίζουν τη «φτώχεια των θεμάτων» του και την «αηδιαστική εξωτερική μορφή των ποιημάτων του», λέγοντας ότι «η ποίηση δεν μπορεί να απαιτηθεί από συγγραφείς που γράφουν για να κερδίσουν το ψωμί τους». 

Η επίκριση όμως αυτή γίνεται με βάση τα χειρότερα και δυστυχώς πιο γνωστά του έργα, όπως είναι το μεγάλο στομφώδες ποιητικό του μυθιστόρημα «τα κατά Ροδάνθη και Δοσικλέα», το οποίο μερικοί χαρακτηρίζουν ως απελπιστικά μονότονο έργο που η ανάγνωσή του αποτελεί πραγματική δοκιμασία. Η γνώμη αυτή όμως δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ως η τελευταία λέξη. Μια γενική επισκόπηση του έργου του, μαζί με τα πεζά έργα του, τους σατυρικούς διαλόγους, τους λίβελους και τα επιγράμματα (στα οποία ακολουθεί τα καλύτερα υποδείγματα της αρχαιότητας και κυρίως τον Λουκιανό) οδηγεί στην υπέρ του Πρόδρομου αναθεώρηση της γενικής κρίσης του φιλολογικού του έργου. Στα έργα αυτά υπάρχουν θαυμάσιες και λεπτές παρατηρήσεις για την πραγματικότητα της εποχής εκείνης, οι οποίες αναμφίβολα αποτελούν ενδιαφέρουσες πηγές για την κοινωνική ιστορία γενικά και για την ιστορία της φιλολογίας ειδικά. Ο Πρόδρομος αξίζει να τον προσέξουμε και για μια άλλη πολύ σπουδαία συμβολή του. Σε μερικά από τα έργα του, κυρίως στα χιουμοριστικά, εγκατέλειψε τη χρήση της τεχνικής κλασικής γλώσσας και χρησιμοποίησε την ομιλούμενη ελληνική του 12ου αιώνα, στην οποία άφησε πολύ ενδιαφέροντα κομμάτια. Γι’ αυτό και πρέπει να τον ευγνωμονούμε. Οι καλύτεροι Βυζαντινολόγοι της εποχής μας αναγνωρίζουν ότι, παρά τις ελλείψεις που παρουσιάζει, ο Πρόδρομος ανήκει αναμφίβολα στα αξιοπαρατήρητα φαινόμενα της βυζαντινής φιλολογίας και είναι (όσο λίγοι Βυζαντινοί είναι) μια διακεκριμένη φιλολογική και ιστορική προσωπικότητα. [4]


ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΤΙΛΒΗΣ

Την εποχή των Κομνηνών και των Αγγέλων έζησε κι ο Κωνσταντίνος Στιλβής, ένας ανθρωπιστής, για τον οποίον γνωρίζουμε πολύ λίγα πράγματα. Μορφώθηκε πολύ καλά, έγινε διδάσκαλος στην Κωνσταντινούπολη και αργότερα πήρε τον τίτλο του Διδασκάλου της Φιλολογίας. Είναι γνωστό ότι συνέθεσε 35 ποιήματα. Από αυτά, το πιο γνωστό είναι ένα σχετικό με τη μεγάλη φωτιά της Κωνσταντινούπολης (της 25ης Ιουλίου του 1197), ποίημα που αποτελεί και την πρώτη αναφορά αυτού του γεγονότος. Το ποίημα αποτελείται από 938 στίχους και δίνει πολλές πληροφορίες για την τοπογραφία, την κατασκευή και τις συνήθειες της πρωτεύουσας της Ανατολικής αυτοκρατορίας. Σε άλλο του ποίημα, ο ίδιος συγγραφέας, περιγράφει μια άλλη φωτιά της Κωνσταντινούπολης που συνέβη το 1198. Τα έργα αυτού του συγγραφέα διατηρούνται σε πολλές βιβλιοθήκες της Ευρώπης κι η προσωπικότητά του ασφαλώς αξίζει να μελετηθεί περισσότερο.

ΧΡΟΝΙΚΟΓΡΑΦΟΙ

Την εποχή των Κομνηνών έχουμε επίσης αρκετούς εκπροσώπους του βυζαντινού χρονικού, οι οποίοι αρχίζουν τη διήγησή τους με τη Δημιουργία του κόσμου. Ο Γεώργιος Κεδρηνός, που έζησε την εποχή του Αλέξιου Κομνηνού, διηγείται γεγονότα που φτάνουν στις αρχές της βασιλείας του Ισαάκιου Κομνηνού, το 1057. Η περιγραφή των γεγονότων μετά το 811 είναι σχεδόν απαράλλακτη με αυτήν του χρονογράφου του 11ου αιώνα Ιωάννη Σκυλίτση. Ο Ιωάννης Ζωναράς, κατά τον 12ο αιώνα, δεν έγραψε ένα συνηθισμένο ξερό χρονικό, αλλά ένα εγχειρίδιο παγκόσμιας ιστορίας, που προοριζόταν για την εκπλήρωση ανώτερων απαιτήσεων και το οποίο στηριζόταν σε αξιόπιστες πηγές. Ο Ζωναράς διηγείται τα γεγονότα μέχρι την ενθρόνιση του Ιωάννη Κομνηνού (1118). 

Το χρονικό του Κωνσταντίνου Μανασσή, που γράφηκε το πρώτο ήμισυ του 12ου αιώνα σε στίχους και το οποίο αφιερώθηκε στη γυναικαδέλφη του Μανουήλ, Ειρήνη, περιγράφει τα γεγονότα μέχρι την εποχή της ενθρόνισης του Αλέξιου Κομνηνού (1081). Στις αρχές του περασμένου αιώνα δημοσιεύθηκε μια συνέχεια του χρονικού του Μανασσή που περιέχει 79 στίχους καλύπτοντας σύντομα την περίοδο από τον Ιωάννη Κομνηνό μέχρι τον Βαλδουίνο, τον πρώτο Λατίνο αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης. Το μισό σχεδόν από το έργο του ασχολείται με τον Ανδρόνικο. Ο Μανασσής έγραψε επίσης ένα ιαμβικό ποίημα με τον πιθανόν τίτλο «Οδοιπορικό», που ασχολείται με σύγχρονά του γεγονότα και που δημοσιεύτηκε το 1904. Τελικά ο Μιχαήλ Γλυκάς έγραψε τον 12ο αιώνα ένα Διεθνές χρονικό για τα γεγονότα μέχρι το θάνατο του Αλέξιου Κομνηνού (1118).

ΤΕΧΝΗ

Όσον αφορά τη βυζαντινή τέχνη, η εποχή των Κομνηνών και των Αγγέλων ήταν συνέχεια του Β' Χρυσού Αιώνα, που την αρχή του πολλοί επιστήμονες τοποθετούν στα μέσα του 9ου αιώνα, στην άνοδο δηλαδή στο θρόνο της Μακεδονικής δυναστείας. Φυσικά η ταραχώδης περίοδος του 11ου αιώνα (λίγο πριν την άνοδο στην εξουσία της δυναστείας των Κομνηνών) διέκοψε για μικρό χρονικό διάστημα τη λαμπρότητα της καλλιτεχνικής δημιουργίας της εποχής των Μακεδόνων αυτοκρατόρων. Με τη νέα όμως δυναστεία των Κομνηνών το Βυζάντιο κέρδισε και πάλι ένα μέρος της παλιάς του δόξας κι ευημερίας και η βυζαντινή τέχνη φαινόταν ικανή να συνεχίσει τη λαμπρή παράδοση της εποχής των Μακεδόνων. Ένα είδος όμως φορμαλισμού και ακινησίας χαρακτηρίζει την εποχή των Κομνηνών. «Τον 11ο αιώνα παρατηρούμε ήδη την παρακμή στα αισθήματα έναντι της αρχαιότητας. Η φυσική ελευθερία δίνει τη θέση της στον φορμαλισμό, η θεολογική σκοπιμότητα γίνεται πιο έκδηλη ο σκοπός για τον οποίον δημιουργείται ένα έργο» (Dalton). Σ’ ένα άλλο βιβλίο ο Dalton λέει ότι «οι πηγές της προόδου ξεράθηκαν, ενώ δεν υπήρχε πια καμιά δύναμη οργανικής ανάπτυξης... Καθώς η περίοδος των Κομνηνών προχωρούσε, η θεία τέχνη έγινε ένα είδος τυπικού, το οποίο απομνημονευόταν και εκτελείτο υπό την ασυνείδητη σχεδόν καθοδήγηση των ειδικών. Η τέχνη δε διέθετε πλέον φλόγα ή ζέση και κινείτο ασυναίσθητα προς τον φορμαλισμό».


Αυτό όμως δεν θα πει ότι η βυζαντινή τέχνη, την εποχή των Κομνηνών, βρισκόταν σε κατάσταση παρακμής. Ειδικά στον τομέα της αρχιτεκτονικής εμφανίστηκαν πολλά αξιόλογα μνημεία.

Στην Κωνσταντινούπολη κτίστηκε το ανάκτορο των Βλαχερνών και οι Κομνηνοί άφησαν την παλιά αυτοκρατορική κατοικία (το Μεγάλο Παλάτι) κι εγκαταστάθηκαν σε νέο ανάκτορο, στην άκρη του Κεράτιου κόλπου. Η νέα κατοικία του αυτοκράτορα δεν υστερούσε καθόλου από το Μεγάλο Παλάτι και οι συγγραφείς της εποχής εκείνης την περιέγραφαν με ενθουσιασμό. Το Μεγάλο Παλάτι, που εγκαταλείφθηκε, παράκμασε και τον 15ο αιώνα ήταν ένα απλό ερείπιο που καταστράφηκε τελείως από τους Τούρκους.

Το όνομα των Κομνηνών συνδέεται και με την κατασκευή ή ανασυγκρότηση αρκετών εκκλησιών. Τέτοιες εκκλησίες είναι ο Παντοκράτορας, όπου θάφτηκε ο Ιωάννης Β' και ο Μανουήλ Α' και όπου αργότερα τον 15ο αιώνα επρόκειτο να θαφτούν οι αυτοκράτορες Μανουήλ Β' και Ιωάννης Η' Παλαιολόγος. Η περίφημη εκκλησία της χώρας (Qahrieh Jami) ανασυγκροτήθηκε στις αρχές του 12ου αιώνα. Γενικά, εκκλησίες χτίζονταν όχι μόνο στην πρωτεύουσα αλλά και στις επαρχίες. Στη Δύση εγκαινιάστηκε επίσημα, στη Βενετία, το 1095, ο Καθεδρικός Ναός του Αγίου Μάρκου, του οποίου το σχέδιο αναπαριστά την εκκλησία των Αποστόλων της Κωνσταντινούπολης, παρουσιάζοντας με τα μωσαϊκά της την επιρροή του Βυζαντίου. Στη Σικελία πολλά κτίρια και μωσαϊκά που παρουσιάζουν τα καλύτερα επιτεύγματα της βυζαντινής τέχνης, ανήκουν στον 12ο αιώνα. Στην Ανατολή τα μωσαϊκά της εκκλησίας της Γέννησης στη Βηθλεέμ, αποτελούν σπουδαία υπολείμματα μιας διακόσμησης που έγινε από Χριστιανούς καλλιτέχνες της Ανατολής, για τον αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνό, το 1169.

Έτσι τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση «η επιρροή της βυζαντινής τέχνης παρέμεινε ισχυρή κατά τον 12ο αιώνα, και εκεί ακόμα που δεν θα το περίμενε κανείς, δηλαδή ανάμεσα στους Νορμανδούς της Σικελίας και τους Λατίνους της Συρίας» (Diehl).

Πολύ σπουδαίες τοιχογραφίες του 11ου και του 12ου αιώνα ανακαλύφθηκαν στην Καππαδοκία και τη Νότια Ιταλία, καθώς και στη Ρωσία, στο Κίεβο, το Chernigov και το Novgorod.

Πολλά δείγματα της τέχνης της εποχής αυτής βρίσκει κανείς σε ελεφάντινα γλυπτά, στην αγγειοπλαστική, στην επεξεργασία του μετάλλου, στις σφραγίδες και σε χαραγμένους πολύτιμους λίθους.

Παρά την καλλιτεχνική όμως δημιουργία της εποχής των Κομνηνών και των Αγγέλων, η πρώτη περίοδος του Β' Χρυσού Αιώνα, που συμπίπτει με τη δυναστεία των Μακεδόνων,  υπήρξε πιο λαμπρή και πιο δημιουργική. Συνεπώς δεν μπορεί να συμφωνήσει κανείς με την άποψη του Duthuit (ενός Γάλλου συγγραφέα), που ισχυρίζεται ότι η δημιουργική δύναμη του Βυζαντίου και της χριστιανικής Ανατολής έφτασε στο απόγειό της, κατά τον 12ο αιώνα.

Η βυζαντινή αναγέννηση του 12ου αιώνα είναι σπουδαία και ενδιαφέρουσα μόνο σαν αναπόσπαστο τμήμα της γενικής ευρωπαϊκής αναγέννησης του 12ου αιώνα, η οποία έχει τόσο ωραία περιγραφεί και ερμηνευτεί από τον Haskins στο βιβλίο του «Η Αναγέννηση του δωδέκατου αιώνα». Στις δύο πρώτες γραμμές του προλόγου του λέει ότι «ο τίτλος αυτού του βιβλίου θα φανεί σε πολλούς ότι περιέχει μια αντίθεση. Μια αναγέννηση κατά τον 12ο αιώνα!». Αλλά δεν υπάρχει καμιά αντίθεση. Τον 12ο αιώνα η Δυτική Ευρώπη γνώρισε την αναζωογόνηση των Λατίνων κλασικών, της λατινικής γλώσσας, του λατινικού πεζού λόγου και στίχου, του δικαίου και της φιλοσοφίας και των ιστορικών έργων. Ο αιώνας αυτός υπήρξε η εποχή των μεταφράσεων από τα ελληνικά και τα αραβικά, καθώς και της πρώτης δημιουργίας των Πανεπιστημίων. Και ο Haskins έχει απόλυτο δίκαιο όταν λέει ότι «δεν έχει γίνει πάντοτε αντιληπτό όσο πρέπει ότι υπήρχε και μια αξιόλογη άμεση επαφή με τις ελληνικές πηγές, τόσο στην Ιταλία όσο και στην Ανατολή και ότι οι μεταφράσεις που έγιναν απευθείας από τα ελληνικά πρωτότυπα υπήρξαν ένα σπουδαίο, άμεσο και πιστό μέσο για τη μετάδοση της γνώσης των αρχαίων». 

Τον 12ο αιώνα οι άμεσες σχέσεις μεταξύ της Ιταλίας και του Βυζαντίου, και κυρίως της Κωνσταντινούπολης, ήταν πιο εκτεταμένες και πιο συχνές απ’ όσο μπορεί κανείς να διαπιστώσει με την πρώτη ματιά. Λόγω των σχεδίων των Κομνηνών να πλησιάσουν πιο πολύ στη Ρώμη, έγιναν πολλές συζητήσεις στη Κωνσταντινούπολη (πολύ συχνά μπροστά στους αυτοκράτορες) με συμμετοχή μορφωμένων μελών της Καθολικής Εκκλησίας, που έρχονταν στην πρωτεύουσα του Βυζαντίου με σκοπό τον συμβιβασμό των δύο Εκκλησιών. Οι συζητήσεις αυτές συνέβαλαν πολύ στη μεταβίβαση της ελληνικής γνώσης στη Δύση. Επιπλέον οι εμπορικές σχέσεις των ιταλικών εμπορικών Δημοκρατιών με το Βυζάντιο, καθώς και τα χρήματα της Κωνσταντινούπολης που ανήκαν στους Ενετούς και τους κατοίκους της Πίζας, οδήγησαν στην πρωτεύουσα αρκετούς Ιταλούς λόγιους που έμαθαν ελληνικά και μετέφεραν ένα ποσοστό της ελληνικής γνώσης στη Δύση. Την εποχή κυρίως του Μανουήλ Κομνηνού παρατηρείται στην Κωνσταντινούπολη μια σταθερή εμφάνιση αποστολών του Πάπα, του αυτοκράτορα, των Γάλλων, των κατοίκων της Πίζας και άλλων, καθώς και μια συνεχής και διαδοχική μετάβαση Ελλήνων πρεσβευτών στη Δύση, που θυμίζει τη μετανάστευση των Ελλήνων στην Ιταλία στις αρχές του 15ου αιώνα.

Έχοντας υπόψη όλη αυτή τη δράση, το συμπέρασμα είναι ότι η μορφωτική κίνηση της εποχής των Κομνηνών και των Αγγέλων αποτελεί μια από τις λαμπρές σελίδες της ιστορίας του Βυζαντίου. Σε παλαιότερες εποχές το Βυζάντιο δεν παρουσίασε τέτοια αναβίωση και η αναβίωση του 12ου αιώνα γίνεται πιο σημαντική όταν συγκριθεί με την αναγέννηση που παρουσιάστηκε, συγχρόνως στη Δύση. Ο 12ος αιώνας μπορεί να χαρακτηριστεί ασφαλώς ως η εποχή της πρώτης ελληνικής Αναγέννησης της βυζαντινής ιστορίας.

Υποσημειώσεις:[1] Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα η Άννα Κομνηνή ήταν γνωστή κυρίως από την εμφάνιση του ονόματός της στο έργο του Sir Walter Scott «Count Robert of Paris». Έχειόμως τόσο μεταμορφωθεί ώστε είναι αγνώριστη. Σε μια απ’ τις σκηνές τουμυθιστορήματος (κεφ. IV) η Άννα διαβάζει ένα απόσπασμα από την ιστορία της το οποίο δεν υπάρχει στην «Αλεξιάδα».
[2] Η λέξη προέρχεται από το αραβικό άρθρο «αλ» και την ελληνική λέξη «μεγίστη» και είναι ο τίτλος με τον οποίο έγινε γνωστή στην Ευρώπη, σε αραβική μετάφραση, η«Μεγάλη μαθηματική σύνταξη της Αστρονομίας» του Κλαύδιου Πτολεμαίου.
[3] Οι αρχαίες Κολοσσές. Η πόλη αυτή καταστράφηκε από σεισμό το 60 μ.Χ.
[4] Πρέπει να θυμηθούμε ότι πολλά έργα που φέρουν το όνομα του Προδρόμου δεν ανήκουν σ’ αυτόν, αλλά γράφηκαν από όσους ανήκαν στον φιλολογικό κύκλο του.


http://byzantin-history.blogspot.com/