Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2011

Οι επιπτώσεις της συντριβής της Μακεδονίας από τον Αιμίλιο Παύλο το 168 π.Χ στην Πύδνα




Η οριστική ήττα της Μακεδονίας κατά τον Γ’ Μακεδονικό πόλεμο επέφερε σημαντικές αλλαγές και ανακατατάξεις, τόσο στον ελλαδικό όσο και στον ευρύτερο ελληνιστικό κόσμο, ενώ, παράλληλα εδραίωσε τη ρωμαϊκή παρουσία στην Ανατολή.

Κατ’ αρχάς η ίδια η Μακεδονία έπαψε να υφίσταται ως ένα ανεξάρτητο και ενιαίο βασίλειο. Διαχωρίστηκε σε τέσσερα ημιαυτόνομα διαμερίσματα υπό τύπου καντονιών. Μεταξύ αυτών των τεσσάρων επικρατειών είχε απαγορευθεί η επικοινωνία, με αποτέλεσμα να περάσουν σε καθεστώς πλήρους απομόνωσης. Επιπρόσθετα, οι Ρωμαίοι φρόντισαν να απαγορεύσουν την εξόρυξη χρυσού και αργύρου, ενώ, παράλληλα επέβαλλαν την αποστρατικοποίηση. Είναι φανερό ότι ο σκοπός αυτών των σκληρών μέτρων ήταν η οριστική απαλλαγή της Ρώμης από τη Μακεδονική απειλή.

Έπειτα, μετά την ήττα του Περσέως στην Πύδνα από τον Αιμίλιο Παύλο, η Πέργαμος και η Ρόδος, από τις πλέον πιστές συμμάχους των Ρωμαίων, παύουν να έχουν τη στρατηγική τους χρησιμότητα ως αντίβαρα απέναντι στο Βασίλειο της Μακεδονίας, τη μοναδική, έως τότε, υπολογίσιμη δύναμη στην Ελλάδα. Μάλιστα όταν η Πέργαμος δέχεται επίθεση από τη Βιθυνία οι Ρωμαίοι αδιαφορούν στις εκκλήσεις της. Πρόκειται για μία ακόμη απόδειξη της ρωμαϊκής στρατηγικής, η οποία λειτουργούσε αποτρεπτικά στην υπέρογκη ενίσχυση των συμμάχων της, στη λογική, αφενός μεν της αδιαμφισβήτητης πρωτοκαθεδρίας, αφετέρου δε της μελλοντικής κατίσχυσης επί αυτών. Εξάλλου, ένας ιδιαίτερα ισχυρός σύμμαχος, ενδεχομένως να στραφεί κάποια στιγμή εναντίον της Ρώμης, διεκδικώντας τα σκήπτρα.

Η αλήθεια είναι ότι ήδη, μετά τη νίκη τους επί του Αντιόχου του Γ’ το 190 π.Χ στη μάχη της Μαγνησίας και τη συνακόλουθη συνθήκη της Απάμειας το 188 π.Χ, οι Ρωμαίοι είχαν απαλλαγεί από το βραχνά των Σελευκιδών και είχαν επικεντρωθεί στο να διαλύσουν τη Μακεδονία. Να σημειωθεί εδώ ότι στον πόλεμό τους κατά του Αντιόχου είχαν ως σύμμαχο τον Μακεδόνα βασιλιά Φίλιππο τον Ε’, τον οποίο είχαν ήδη νικήσει το 197 π.Χ στη θέση Κυνός Κεφαλαί. Ήταν επόμενο, λοιπόν, αφού τα κατάφεραν στην Πύδνα, να σταματήσουν να ενισχύουν τους παλαιούς συμμάχους τους. Άλλωστε ο ρωμαϊκός στρατηγικός σχεδιασμός προέβλεπε τη σταδιακή εξουδετέρωση συμμάχων τε και αντιπάλων της Ρώμης, από έναν κάθε φορά. 

Όμως, οι επιπτώσεις της ρωμαϊκής κατίσχυσης επί των Μακεδόνων το 168 π.Χ δεν σταματούν εδώ. Την ίδια εποχή λάμβανε χώρα ο 6ος Συριακός Πολέμος μεταξύ των ελληνιστικών βασιλείων Αιγύπτου και Συρίας. Οι Σελευκίδες, αν και είχαν καταλάβει την Αίγυπτο, υποχρεώθηκαν να αποχωρήσουν ταπεινωμένοι από αυτήν. Συγκεκριμένα, ο ηγέτης της Συρίας Αντίοχος ο Δ’, ο επονομαζόμενος και «Επιφανής», αναγκάσθηκε να υποκύψει στο ρωμαϊκό αίτημα που υποδείκνυε την εκκένωση της Αιγύπτου από τα στρατεύματά του. Είναι χαρακτηριστικό το εκβιαστικό δίλημμα που του έθεσε ο Γάιος Πόπλιος Λάϊνας όταν χάραξε έναν κύκλο γύρω από εκείνον, ζητώντας του να αποφασίσει τη φιλία ή την έχθρα της Ρώμης` Μιλώντας από θέση ισχύος, φυσικά, από τη στιγμή που οι ρωμαϊκές λεγεώνες είχαν ήδη κατατροπώσει τη Μακεδονική Φάλαγγα στην Πύδνα.

Επιπλέον, στην κυρίως Ελλάδα, παρατηρείται η ανάπτυξη φιλορωμαϊκών μερίδων σε κάθε πόλη, οι οποίες συγκρούονται με τις αντιρωμαϊκές. Οι πρώτες τίθενται υπέρ της διατήρησης του Status με την υποστήριξη των πλουσίων, ενώ οι δεύτερες είχαν την αμέριστη υποστήριξη των χαμηλοτέρων στρωμάτων, τα οποία δυσανασχετούσαν. Είναι, δε, αξιοπρόσεκτο το γεγονός ότι μετά την τελική ρωμαϊκή νίκη επί των Μακεδόνων, οι νικητές απαίτησαν να αποσταλούν ως εγγύηση στη Ρώμη χίλιοι επιφανείς Αχαιοί (μεταξύ των οποίων ο Πολύβιος ο Μεγαλοπολίτης που συνέγραψε τις περίφημες «Ιστορίες» του).

Όλα τα παραπάνω δείχνουν την ουσιαστική απώλεια της ελληνικής ανεξαρτησίας. Είναι θέμα χρόνου και η τυπική που θα επέλθει μετ’ ολίγων ετών, δηλαδή το 146 π.Χ.

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2011

Οι αλλαγές στη ρωμαϊκή κοινωνία κατά τον 2ο π.Χ αιώνα μετά τη θεμελίωση του Ρωμαϊκού Imperium και η σύγκρισή τους με την κατάσταση της σημερινής κοινωνίας

 
 
Η καταστροφή της Μεσαίας Τάξεως

Οι ρωμαϊκές κατακτήσεις κατά τον 2ο π.Χ αιώνα επέφεραν βαθειά οικονομική, κοινωνική και πολιτική μεταβολή. Η ρωμαϊκή κοινωνία μεταλλάχθη σε μεγάλο βαθμό. Επειδή η Ιστορία κάνει κύκλους, οι ίδιες καταστάσεις, με αυτά που θα εξιστορηθούν, συμβαίνουν τη σημερινή εποχή στις δυτικές κοινωνίες, και κατ’ επέκταση στην Ελλάδα. Ο θρίαμβος του οικονομικού φιλελευθερισμού σε βάρος του υπαρκτού σοσιαλισμού (αν και προδιαγεγραμμένος εκ των πραγμάτων, λόγωι του αδιεξόδου στο οποίο ωδηγήθηκε το κομμουνιστικό μοντέλο), καίτοι προοιώνιζε μία εποχή ανάπτυξης, εν τούτοις, είκοσι έτη μετά, ωδήγησε στο σημερινό παγκόσμιο οικονομικό ναυάγιο. Η κρίση που ξεκίνησε το 2008 είναι η βαθύτερη που βιώνουν οι αστικές κοινωνίες από την εποχή της βιομηχανικής επαναστάσεως. Έμπροσθεν της τωρινής κρίσης, εκείνη του 1929 φαντάζει παιδικό παραμύθι. Και τα χειρότερα δεν τα έχουμε δει ακόμη.

Αλλά, ας επανέλθουμε στην εξέταση εκείνης της εποχής.

Οι μακροχρόνιοι πόλεμοι της ρωμαϊκής Res Publica είχαν ως αποτέλεσμα την καταστροφή της μεσαίας τάξης. Όταν γράφουμε για μεσαία τάξη στη Ρώμη εννοούμε τους ιδιοκτήτες των μικρών κτημάτων εις την ύπαιθρον χώραν. Τους μεγάλους πολέμους διεξήγαγε, κυρίως, η μεσαία τάξις. Πολλοί έπεσαν στα πεδία των μαχών ή πέθαναν από τις κακουχίες και όσοι επανήλθαν, βρέθηκαν σε πολύ δύσκολη οικονομική θέση. Ο αγρός τους είχε μείνει ακαλλιέργητος, η οικογένειά τους είχε χρεωθεί για να συντηρηθεί, ενώ και οι ίδιοι άρχισαν να δανείζονται. Τότε ήταν που τους κατέστρεψε η τοκογλυφία. Συγχρόνως είχε καταντήσει αδύνατη η καλλιέργεια και η συντήρησις μικρών κτημάτων, από τη στιγμή, μάλιστα, που άνοιξαν οι μεγάλες σιταγορές της Σικελίας, της Σαρδηνίας, και, ιδίως, της Αφρικής. Η εισαγωγή άφθονων σιτηρών από εκείνες τις περιοχές συνετέλεσε στην ελαχιστοποίηση έως την παύση της παραγωγής αυτών στην Ιταλική χερσόνησο, καθόσον η υπερπροσφορά αυτή έριξε τις τιμές. Οι εισαγωγείς σιτέμποροι κυριάρχησαν στη ρωμαϊκή αγορά, εκτοπίζοντας με αυτόν τον τρόπο τα προϊόντα των γηγενών μικροκαλλιεργητών, οι οποίοι, μετά από αυτή την εξέλιξη, αναγκάσθηκαν να πουλήσουν τα κτήματά τους, να εγκαταλείψουν την ύπαιθρο και να μεταναστεύσουν στη Ρώμη (μήπως σας θυμίζει αυτό το γεγονός τη σημερινή κατάσταση με την εξαθλίωση των αγροτών, την εγκατάλειψη της ελληνικής υπαίθρου, τον συνωστισμό αυτών στα μεγάλα αστικά κέντρα, με τον παράλληλο κατακλυσμό της ελληνικής αγοράς από πάμφθηνα εισαγόμενα αγροτικά είδη, όπως πατάτες, κρεμμύδια, στάρι, λεμόνια, σκόρδα, κ.ά τα οποία διακινούν επιτήδειοι εισαγωγείς;).

Στη συνέχεια, οι μεγάλοι γαιοκτήμονες αγόρασαν τους αγρούς των μικροϊδιοκτητών, τα ένωσαν και σχημάτισαν τις μεγάλες ιδιοκτησίες, τα λεγόμενα latifundia. Στα κτήματα αυτά εγκατέστησαν δούλους, σταμάτησαν την καλλιέργεια δημητριακών, φύτευσαν αμπέλια και ελιές, επειδή την εποχή εκείνη ήταν περισσότερο προσοδοφόρα και ανέπτυξαν την κτηνοτροφία. Το αποτέλεσμα ήταν, αφενός μεν να ελαττωθεί στο μέγιστο η ιταλική παραγωγή δημητριακών, αφετέρου δε να αλλάξει η δημογραφική σύνθεσις της υπαίθρου (παρόμοια αντιστοίχησις με την εποχή μας όπου η αγροτική παραγωγή έχει συρρικνωθεί, ενώ ταυτόχρονα εργάζονται στα χωράφια, ως επί το πλείστον λαθρομετανάστες), διότι τη θέση των ρωμαίων καλλιεργητών να λάβουν δούλοι από την Ασία. Κατά συνέπεια, είχαν δίκιο εκείνοι που υποστήριζαν ότι τα μεγάλα κτήματα κατέστρεψαν τη Ρώμη (αυτό θα συμβεί, πολλούς αιώνες μετά με τους Δυνατούς στο Βυζάντιο).

Ανάλογη εξέλιξη έλαβε χώρα και στις πόλεις. Ενώ το εμπόριο και η βιομηχανία γνώρισαν μεγάλη ανάπτυξη, ταυτόχρονα οι ελεύθεροι μικροτεχνίτες καταστράφηκαν, γιατί δεν άντεχαν το συναγωνισμό των μεγάλων εργαστηρίων τα οποία χρησιμοποιούσαν, κυρίως, δούλους (το ίδιο συμβαίνει και στην Ελλάδα, αλλά και στη Δυτική Ευρώπη, όπου χρησιμοποιούνται είτε αφγανοπακιστανοί με φθηνά ή και ανασφάλιστα ημερομίσθια, είτε φθηνοί ανατολικοευρωπαίοι εργάτες, μάλιστα, για να το προχωρήσουμε περισσότερο, οι μεγαλοβιομήχανοι μεταφέρουν τις βιομηχανικές τους μονάδες είτε στην Ανατολική Ευρώπη, είτε στην Ασία για περαιτέρω περιορισμό τόσο των εργατικών, όσο και εν γένει του λειτουργικού κόστους). Τοιουτοτρόπως, αυτοί οι μικροτεχνίτες, όπως και οι μικροκαλλιεργητές πιο πάνω, οι οποίοι συνέθεταν τη μεσαία τάξη, τη ραχοκοκαλιά δηλαδή της ρωμαϊκής κοινωνίας, περιήλθαν σε μεγάλη ένδεια και κατήντησαν πένητες. Αυτό είχε σοβαρότατες συνέπειες.

Η ανάδυσις των νέων κοινωνικών τάξεων

Τα παραπάνω φαινόμενα είχαν ως αποτέλεσμα η κοινωνική ειρήνη και η ισότης, οι οποίες είχαν επιτευχθεί στη Ρώμη μετά από πλείστους όσους αγώνες των Πληβείων, να διαταραχθούν και να δημιουργηθεί ένα τεράστιο κοινωνικό χάσμα που εγκυμονούσε μεγάλους κινδύνους για την ρωμαϊκή κοινωνική συνοχή. Κατά τον 2ο π.Χ αιώνα στη Ρώμη υπήρχαν δύο κοινωνικές τάξεις` Μία μειοψηφία πλουσίων και ένα πλήθος ακτημόνων και νεοπτώχων. Στην πρώτη ανήκουν οι Συγκλητικοί και οι Ιππείς, ενώ στη δεύτερη ο λεγόμενος Αστικός όχλος.

Ι. Οι Συγκλητικοί, της οποίας ο πλούτος συνίστατο, κυρίως, στη μεγάλη γαιοκτησία, έχουν ως αποκλειστικό έργο τη διακυβέρνηση του ρωμαϊκού κράτους. Από εκείνους εκλέγονται οι άρχοντες, οι οποίοι πολλές φορές είναι ανίκανοι ή κάνουν κακή χρήση της δύναμής τους, περιφρονούν τους νόμους, διαφθείρουν τη συνείδηση των κατώτερων λαϊκών στρωμάτων και δεν κυβερνούν σωστά τις επαρχίες.

ΙΙ. Οι Ιππείς είναι οι πλούσιοι του χρήματος. Στην ουσία πρόκειται για τους νεόπλουτους αστούς, οι οποίοι αντί των πολιτικών αξιωμάτων προτιμούν το εμπόριο, τις τραπεζικές εργασίες και τις προμήθειες στο δημόσιο (σημερινή αντιστοίχισις των νεόπλουτων, αριστερής κοπής, αποκλειστικών δημοσίων εργολάβων οι οποίοι δήθεν κόπτονται για τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα). Εμπορεύονται κυρίως τα σιτηρά, τα οποία εισάγουν σε μεγάλες ποσότητες από την Αίγυπτο και τη Σικελία, ενώ συγχρόνως επιδίδονται στην τοκογλυφία. Η βασικότερη, όμως, πηγή του πλούτου τους προέρχεται από τις προμήθειες του δημοσίου (αντιστοιχήστε τους σημερινούς διαγωνισμούς για τα μεγάλα δημόσια έργα και την τροφοδοσία των δημοσίων υπηρεσιών), καθώς και από την ενοικίασιν των φόρων. Είναι δηλαδή Δημοσιώναι (φέρτε στο νου σας την ανάθεσιν των χρονιζόντων φορολογικών υποθέσεων σε διεθνή και σε ελληνικά δικηγορικά γραφεία, σε διεθνείς ή ελληνικές ελεγκτικές και λογιστικές εταιρείες με αμοιβή επί των βεβαιωμένων). Οι ιππείς καταρτίζουν εταιρικά σχήματα, μέσω των οποίων αναλαμβάνουν την κατασκευή δημοσίων έργων. Επιπλέον, προμηθεύουν τον εξοπλισμό του ρωμαϊκού στρατού, και, το κυριώτερο, ενοικιάζουν τους φόρους. Αγοράζουν δηλαδή από την πολιτείαν τους φόρους μεγάλων περιφερειών, προκαταβάλλουν το αντίτιμο εις το δημόσιον και μετά τους πωλούν τμηματικώς στις επαρχίες σε μικρότερους ιδιώτες-επιχειρηματίες, τους λεγόμενους και Τελώνες. Εκείνοι, με τη σειρά τους, επιδίδονται στην είσπραξη αυτών των φόρων χρησιμοποιώντας σκληρά και απάνθρωπα μέσα. 

Συνεπώς, από τη μία μεριά τα μέλη της Συγκλήτου ως κυβερνήτες της Res publica, και από την άλλη οι Ιππείς είτε με την επιχειρηματική ιδιότητα, είτε, προπάντων, με την ιδιότητά τους ως δημοσιώνες, ρήμαξαν τις επαρχίες και κατήντησαν αληθινή πληγή.

ΙΙΙ. Εκτός, όμως, της τάξης των συγκλητικών και των ιππέων, το μεγαλύτερο κομμάτι της ρωμαϊκής κοινωνίας αποτελούσε ο Αστικός όχλος. Η θέσις όλων εκείνων που συγκροτούσαν αυτό το τεράστιο πλήθος είναι τραγική. Αδυνατούν να βρουν εργασία, διότι στα κτήματα και στα μεγάλα εργαστήρια προτιμώνται οι δούλοι (η σημερινή ανεργία των Ελλήνων, εκτός των τραγικών κυβερνητικών επιλογών, οφείλεται, σε μεγάλο ποσοστό, στην παράνομη απασχόληση φθηνών αλλοδαπών εργατικών χεριών). Ο κόσμος αυτός διαβιεί κάτω από δύσκολες συνθήκες σε μικρές και ανθυγιεινές κατοικίες, ενώ παράλληλα εξαρτώνται από τον οίκτο της πολιτείας και των πλουσίων, οι οποίοι, ενίοτε, προβαίνουν σε προσφορά ενδύσεως και τροφίμων, με σκοπό να τους πάρουν με το μέρος τους (όρα τις φιλανθρωπίες των σημερινών μεγιστάνων, οι οποίοι πετούν ορισμένα ψίχουλα με σκοπό να εξωραΐσουν την εικόνα τους στο ευρύ κοινό)

Επιπρόσθετα, και αυτό είναι το μεγάλο δράμα, για ένα πιάτο φαγητό η μάζα των νεοπτώχων προβαίνει στην πώληση της ψήφου των στις εκλογές. Το μόνον που τους έχει απομείνει είναι ο τίτλος του Ρωμαίου Πολίτου, τα μεγάλα θεάματα και οι διάφορες γιορτές (ας αναλογιστούμε τη σημερινή κατάσταση της ελληνικής κοινωνίας με την αγορά ψήφων μέσωι ρουσφετολογικών προσλήψεων στο δημόσιο ή διαφόρων διευκολύνσεων, την αποχαύνωση του φιλοθεάμονος κοινού με άξονα τη ρηχή διασκέδαση, την trash tv, την αποκτήνωση των νέων με το άφθονο αλκοόλ, τα ναρκωτικά και τον αχαλίνωτο και ανεξέλεγκτο ηδονισμό, απότοκο του οποίου είναι η εμφάνιση ιδιορρύθμων μειοψηφιών με ιδιαίτερους σεξουαλικούς προσανατολισμούς, την ασύδοτη δήθεν ελευθεριακή κουλτούρα και την αποδοχή του δυτικού μαζικού καταναλωτικού προτύπου υποπροϊόντων της δυτικής υποκουλτούρας).

Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2011

Η ΕΙΚΟΝΟΜΑΧΙΑ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ

 
Η εικονομαχική έριδα προέκυψε κατά τον 8ο αιώνα και έλαβε τέλος στο πρώτο μισό του 9ου. Ταλάνισε το Βυζάντιο πλέον του αιώνα, και απείλησε την ενότητα της αυτοκρατορίας. Είναι αξιοσημείωτο ότι ενώ μέχρι τον 8ο αιώνα οι διάφορες αιρέσεις ξεπήδησαν από διάφορους λαϊκούς, κληρικούς ή θεολόγους, αντιθέτως η Εικονομαχία προκλήθηκε από τον αυτοκράτορα. 

Το εικονομαχικό ζήτημα, θα πρέπει να το εντάξουμε στο γενικότερο πλαίσιο ανακατατάξεων που έλαβαν χώρα κατά τον 8ο και τον 9ο αιώνα. Εκείνα τα χρόνια συνέπεσαν ταυτόχρονα τεράστιες εξωτερικές και εσωτερικές πιέσεις, οι οποίες ασκήθηκαν στην αυτοκρατορία. Οποιαδήποτε άλλο κράτος θα είχε καταρρεύσει, όχι όμως το Βυζάντιο. Τούτο οφείλεται στους τρεις βασικούς πυλώνες, στους οποίους εδράζεται η ίδια η υπόσταση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας: Τη Ρωμαϊκή Διοίκηση και νομοθεσία, την Ελληνική Γλώσσα και Παιδεία και την Χριστιανική Πίστη. Όσοι ταυτίζουν τη βυζαντινή εποχή μόνον με τη θρησκεία αδυνατούν να εξηγήσουν το πως κατάφερε να εξέλθει της δογματικής κρίσης κατά την εικονομαχική περίοδο. Μιλάμε για τη σοβαρότερη κρίση της μέσης βυζαντινής περιόδου, η οποία, όντως, απείλησε να τινάξει το κράτος στον αέρα.

Κατά βάθος η εικονομαχία ήταν έριδα μεταξύ των ανατολικών ανεικονικών δοξασιών και του ελληνικού πνεύματος της θείας απεικονίσεως, δηλαδή αντανακλούσε τη σύγκρουση δύο κόσμων. Επομένως, η έκβαση αυτής της διαπάλης θα έδινε στο κράτος την οριστική του μορφή και θα προσδιόριζε τη θέση του. Εάν επικρατούσαν οι εικονομάχοι, τότε αργά αλλά σταθερά θα οδηγούμασταν σε μία καθεαυτό ανατολικού τύπου αυτοκρατορία, η οποία, ίσως, να εξισλαμιζόταν συν τωι χρόνωι. Εδώ να επισημάνουμε ότι η στρατιωτικοπολιτική στάσις των Ισαύρων απέβη, τελικά, σωτήρια για εκείνη την εποχή. Έριξαν το βάρος τους στην αντιμετώπιση της ισλαμικής πλημμυρίδος στη Μικρά Ασία, καταφέρνοντας έτσι να απομακρύνουν τους Άραβες από το ζωτικό αυτό χώρο για το Βυζάντιο. Η Μικρά Ασία ήταν η πλέον πλούσια επαρχία, ενώ εφοδίαζε τον βυζαντινό στρατό με πλήθος ικανών και αξιόμαχων στρατιωτών. Η απώλειά της κατά τα τέλη του 11ου από τους Σελτζούκους κατέδειξε τη σπουδαιότητά της αυτή.

Τελικά, μετά το πέρας της αντιπαραθέσεως, ευρέθη να ενισχύεται ο ελληνικός χαρακτήρας του χριστιανισμού. Προοδευτικά η ανατολική ορθόδοξη εκκλησία μετασχηματίζεται σε ελληνορθόδοξη, συντελώντας σε μεγάλο βαθμό, με αυτόν τον τρόπο, στη διαδικασία μετασχηματισμού της ιδιοσυγκρασίας και φυσιογνωμίας του βυζαντινού κράτους. Πρόκειται για μία αργή εξελικτική διαδικασία ελληνοποιήσεως του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους από τα τέλη του 4ου αιώνος όταν χωρίζεται οριστικά το ρωμαϊκό κράτος σε Ανατολικό και Δυτικό.

Εν ολίγοις ο Λέων ο Γ’ ο Ίσαυρος (717-741) το 727 κατέβασε την εικόνα του Χριστού από τη Χαλκή Πύλη, δίνοντας το εναρκτήριον λάκτισμα της εικονομαχίας. Ο ικανότατος στρατιωτικός αυτός αυτοκράτωρ παρατήρησε ότι οι Βυζαντινοί υπολείποντο σε θρησκευτικό ενθουσιασμό από τους μουσουλμάνους Άραβες. Οι τελευταίοι κατηγορούσαν τους χριστιανούς ως ειδωλολάτρες επειδή έδειχναν τη λατρεία τους στις εικόνες, στα λείψανα των αγίων και σε διάφορα ιερά κειμήλια. Με τη συμβολική του αυτή κίνηση θέλησε να τονίσει ότι η πίστη δεν χρειάζεται να εικονογραφείται και να επιδεικνύεται. Διατηρείται, μάλιστα, περισσότερο άσβεστη, αν όχι αναζωπυρώνεται στο μέγιστο, όταν ενυπάρχει καθαρή και ανόθευτη από απεικονίσεις, οι οποίες προσβάλλουν τη οντότητα του θείου.

Την ίδια τακτική ακολούθησε ο επίσης ικανός αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος ο Ε’ (741-775), γιος του Λέοντος. Συνεκάλεσε, μάλιστα, στο 754 τη σύνοδο της Ιέρειας για να καταδικάσει τη λατρεία και την προσκύνηση των εικόνων. Στη συνέχεια κατεδίωξε απηνώς εκείνους που συνέχιζαν να προσκυνούν τις εικόνες. Ομολογουμένως, η στάσις αυτών των δύο αυτοκρατόρων ήταν ιδιαιτέρως σκληρή προς τους εικονολάτρες. Το ζήτημα λύθηκε, τελικά, με τη σύγκληση της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου το 787 από την Ειρήνη την Αθηναία. Η δογματική λύσις του ζητήματος στην Ζ’ Οικουμενική Σύνοδο στηρίχθηκε στα συγγράματα του Ιωάννου Δαμασκηνού. Υποστηρίχθηκε ότι η τιμητική προσκύνησις των εικόνων δεν αποδίδεται στο ξύλο, αλλά μεταβαίνει στο πρόσωπο του αγίου που αναπαρίσταται.

Η διαμάχη επανήλθε επί της βασιλείας του Λέοντος του Ε’ (813-820). Ο ίδιος συνεκάλεσε σύνοδο στη Βλαχέρνα το 815. Η σύνοδος αυτή ακύρωσε τις αποφάσεις της Ζ’ Οικουμενικής. Στην αλλαγή αυτή στάσεως αντιτάχθηκε ο Θεόδωρος Στουδίτης. Εν τέλει, η οριστική αποκατάστασις της εικονικής λατρείας έλαβε χώρα το 843, μετά το θάνατο του Θεοφίλου, από τη σύζυγό του Θεοδώρα.

Πάντως, η αλήθεια είναι ότι παρά το γεγονός πως το ίδιο το κράτος δημιούργησε το πρόβλημα, τελικά ήταν εκείνο έδωσε τη διέξοδο από αυτό. Σε αυτό συνετέλεσε η οριστική ανάσχεσις των αραβικών επιθέσεων και η στερεοποίησις του ελέγχου επί των μικρασιατικών εδαφών. Έτσι, έλαβε τέλος ο ιδιότυπος θρησκευτικός συγκρητισμός, αν και η ανεικονική διάθεσις διατηρήθηκε, σε κάποιο βαθμό, στις ανατολικές επαρχίες, οι οποίες γειτνίαζαν με το χαλιφάτο.

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2011

Η ναυμαχία της Έλλης



Η ναυμαχία της Έλλης στις 3 Δεκεμβρίου 1912, ήταν η πρώτη από τις δύο κορυφαίες μάχες μεταξύ του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού και του Οθωμανικού Στόλου κατά τον Α' Βαλκανικό Πόλεμο και πραγματοποιήθηκε στην έξοδο των στενών των Δαρδανελλίων (ή Ελλησπόντου). Η ναυμαχία έληξε με τη νίκη του ελληνικού στόλου και τον εγκλεισμό του οθωμανικού εντός των στενών.

Πριν την ναυμαχία


Τους πρώτους μήνες του πόλεμου ο τουρκικός στόλος υπό την διοίκηση του ναύαρχου Ραμίζ Μπέη παρέμεινε προστατευμένος στα στενά των Δαρδανελίων (στο ναύσταθμο Ναγαρά), χωρίς να επιχειρήσει έξοδο στο Αιγαίο. Από την άλλη πλευρά ο ελληνικός στόλος υπό την διοίκηση του ναυάρχου Παύλου Κουντουριώτη κράτησε επιθετική στάση απελευθερώνοντας ένα ένα τα νησιά του Αιγαίου και αναμένοντας την έξοδο των τουρκικών πλοίων από τα Στενά. Αρχικά απελευθέρωσε τη Λήμνο και εγκατέστησε στον όρμο του Μούδρου το προκεχωρημένο αγκυροβόλιο του Στόλου. Ακολούθησε η απελευθέρωση του Αγίου Όρους, των νησιών του βορείου και ανατολικού Αιγαίου (Θάσος, Σαμοθράκη, Ίμβρος, Τένεδος, Αγ. Ευστράτιος, Μυτιλήνη, Χίος).
Μετά την απελευθέρωση της Τενέδου στις 24 Οκτωβρίου/6 Νοεμβρίου ο ναύαρχος Κουντουριώτης έστειλε τηλεγράφημα στον Τούρκο αρχηγό του στόλου με το μήνυμα "Σας περιμένομεν".
Η ναυμαχία

Την παραμονή, το βραδυ της 4 Δεκεμβρίου 1912, σύμφωνα με τη διήγηση του παρόντος Τούρκου Πλωτάρχη Χασάν Σαμί Μπέη, οι Τούρκοι αξιωματικοί έγραψαν τις διαθήκες τους και αποσύρθηκαν νωρίς για ύπνο ώστε να είναι ακμαίοι το πρωί. Τα ξημερώματα, ο Μουεζίνης κάλεσε τα πληρώματα γονατιστά να προσευχηθούν. Αμέσως μετά, ο Τουρκικός στόλος απέπλευσε. Το πρωί της 3/16 Δεκεμβρίου στις 8 η ώρα με καλό καιρό και ήσυχη θάλασσα, άρχισε η έξοδος του Τουρκικού στόλου από τα Στενά. Οι καπνοί του εξερχόμενου από τα Δαρδανέλια Τουρκικού στόλου φαίνονταν καθαρά. Τα ελληνικά ελαφρά σκάφη που περιπολούσαν στην περιοχή έστειλαν μήνυμα στην ναυαρχίδα ειδοποιώντας την για την έξοδο. Η αναφορά "ΕΧ ΕΧ ΕΧ" (εχθρός εν όψει) διέτρεξε όλα τα ελληνικά πλοία. Στον τουρκικό στόλο προηγούνταν το καταδρομικό Μετζιτιέ και τρία αντιτορπιλικά και ακολουθούσαν τα θωρηκτά Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα (ναυαρχίδα), Τουργούτ Ρεΐς, Μεσουντιέ και Ασάρι-ι-Τεφίκ. Στο τέλος βρίσκονταν 6-8 αντιτορπιλικά και πλωτό νοσοκομείο σε γραμμή παραγωγής. Ο ελληνικός στόλος με επικεφαλής την ναυαρχίδα θωρηκτό Αβέρωφ, ακολουθούμενη από τα θωρηκτά Ύδρα, Σπέτσες, αρχηγίδα του Μοιράρχου Πλοιάρχου Πέτρου Γκίνη και Ψαρά, και από πίσω τα αντιτορπιλικά Αετός, Ιέραξ, Λέων και Πάνθηρ (τα αποκαλούμενα Θηρία) έσπευσε να συναντήσει τον αντίπαλο στόλο.

Τα τέσσερα τουρκικά θωρηκτά με την έξοδό τους έστριψαν δεξιά παραπλέοντας το ακρωτήριο της Έλλης (επειδή δεν ήθελαν να απομακρυνθούν από τα φρούρια της ακτής), ενώ τα ελληνικά στράφηκαν προς συνάντησή τους. Οι δύο στόλοι ήρθαν αντιμέτωποι στις 09:00 σε διάταξη μάχης και απόσταση 17 χλμ. Σε αυτό το σημείο ο ναύαρχος Κουντουριώτης σήμανε πολεμική έγερση και εξέπεμψε το παρακάτω ιστορικό σήμα προς τον στόλο:

«Με την βοήθειαν του Θεού, τας ευχάς του Βασιλέως μας και εν ονόματι του Δικαίου, πλέω μεθ' ορμής ακαθέκτου και με την πεποίθησιν της νίκης κατά του εχθρού του Γένους». Ο ελληνικός στόλος δεν έβαλε πρώτος για να κάνει οικονομία πυρομαχικών. Ώρα 09:05 υψώνεται στο Αβέρωφ το προειδοποιητικό σήμα "αρχίσατε πυρ συγχρόνως μετά του Ναυάρχου". Στις 09:22 ο τουρκικός στόλος άνοιξε πρώτος πυρ από απόσταση 12.500 μ., ενώ ο ελληνικός περίμενε 3 λεπτά ανοίγoντας πυρ στις 09:25 από απόσταση 12.000μ. Τα τουρκικά θωρηκτά έβαλλαν κυρίως εναντίον του Αβέρωφ με ταχύ πυρ αλλά χωρίς επιτυχία, ενώ και το Αβέρωφ δεν έκανε ακριβείς βολές.

Στις 09:35 με την απόσταση των δύο στόλων στα 9.500 μ. ο Κουντουριώτης αποδέσμευσε τον στόλο από τις κινήσεις της ναυαρχίδας του υψώνοντας την σημαία "Ζ" (κινούμαι ανεξάρτητα), και εκμεταλλευόμενος την μεγαλύτερη ταχύτητα του Αβέρωφ όρμησε ακάθεκτος με ταχύτητα 21 κόμβων, διαγράφοντας τόξο μπροστά από την γραμμή του τουρκικού στόλου με σκοπό να υπερφαλαγγίσει τα τουρκικά θωρηκτά και να τα βάλει μεταξύ των πυρών του Αβέρωφ και των υπολοίπων ελληνικών θωρηκτών. Αυτός ο ελιγμός λέγεται «Ταύ» και πραγματοποιήθηκε με επιτυχία από τα Ιαπωνικά θωρηκτά εναντίον των Ρώσων στην ναυμαχία της Τσουσίμα. Καθώς η ταχύτητα της θωρηκτής μοίρας τύπου Ύδρα ήταν μικρή (14 κόμβοι), το Αβέρωφ υπερφαλάγγισε τον εχθρό μόνο του και ανάμεσα σε πυκνά πυρά του Τουρκικού στόλου και των απέναντι φρουρίων έφτασε σε απόσταση 2.900 μ. από τον αντίπαλο. Οι Τούρκοι, όταν κατάλαβαν ότι ο ελιγμός θα εκτελούνταν με απόλυτη επιτυχία, έκαναν διαδοχική στροφή 160ο και μπήκαν με φοβερή αταξία ξανά στα Στενά, κάτω από την κάλυψη των επάκτιων πυροβόλων των φρουρίων Σεντούλμπαχιρ και Κουμκαλέ.

Πρώτο έκανε μεταβολή το Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα στις 09:50 ακολουθούμενο από τα υπόλοιπα αλλά έτσι τα τουρκικά πλοία βρέθηκαν πολύ κοντά το ένα στο άλλο, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα πυροβόλα τους και να μειωθεί η ταχύτητά τους στους 10 κόμβους. Ο σχηματισμός βαλλόταν συνεχώς από το Αβέρωφ και τα άλλα θωρηκτά, που στο μεταξύ πλησίασαν τον Τουρκικό στόλο σε απόσταση 4100 μ. Στις 09:55 το Μπαρμπαρόσα δέχτηκε πλήγμα στο κατάστρωμα της πρύμνης και λίγο αργότερα ένα άλλο βλήμα διαπέρασε τον πυργίσκο της πρύμνης και προκάλεσε ζημιές και στους λέβητες. Τα Τουργκούτ Ρεΐς και Μετζιτιέ είχαν μικρότερες ζημιές. Όμως η ταχύτητα πυρός του Αβέρωφ είχε ελαττωθεί και δεχόταν τα πυρά των θωρηκτών και των φρουρίων που είχε πλησιάσει κατά την εκτέλεση του ελιγμού, κι έτσι εγκατέλειψε την καταδίωξη. Η ναυμαχία έληξε στις 10:17 με τον τουρκικό στόλο να εξακολουθεί να είναι αποκλεισμένος μέσα στα Στενά στα αγκυροβόλια του Τσανάκκαλε και του Σεντούλμπαχιρ.

Σε όλη τη διάρκεια της εμπλοκής το θωρηκτό Αβέρωφ έριξε 127 βλήματα ενώ θα μπορούσε να εκτοξεύσει τετραπλάσια, γιατί κατά τη διάρκεια της ανεξάρτητης δράσης του τα πυροβόλα του έπαθαν προσωρινή εμπλοκή. Επίσης δέχτηκε τέσσερα βλήματα μεγάλου διαμετρήματος και δεκαπέντε μικρού, αλλά οι ζημιές που υπέστη ήταν ελάχιστες. Η πρώτη τουρκική μοίρα που, βγαίνοντας από τα Στενά έστριψε προς την Τένεδο, χωρίς να ακολουθήσει τα θωρηκτά, συνάντησε ομάδα ελληνικών πλοίων και επέστρεψε στον Ελλήσποντο μετά από μια μικρή ανταλλαγή πυρών.

Απώλειες

Οι απώλειες των Τούρκων ήταν 7 νεκροί και αρκετοί τραυματίες από το Barbarossa το οποίο υπέστη σημαντικές ζημιές στους λέβητες και το πυροβόλο των 180 χιλ. αχρηστεύτηκε εντελώς. Επιπλέον το Torgut Reis μέτρησε 51 νεκρούς και 40 τραυματίες που μεταφέρθηκαν στο νοσοκομειακό πλοίο Ρεσίτ Πασάς. Οι απώλειες του ελληνικού στόλου ήταν 2 άντρες του πληρώματος νεκροί και 5 τραυματίες, ενώ τραυματίστηκε και ένας ακόμη άντρας από το Σπέτσαι.

Η επόμενη μέρα

Την επόμενη ημέρα ο Κουντουριώτης έστειλε την αναφορά του στο Υπουργείο των Ναυτικών. Ο παράτολμος ελιγμός του θεωρήθηκε ασυλλόγιστος ηρωισμός, και ακόμη και ο βασιλιάς Γεώργιος Α' του τηλεγράφησε συστήνοντας του σύνεση και ψυχραιμία. Το Αβέρωφ ήταν η ισχυρότερη μονάδα του στόλου και πιθανή απώλειά του θα ανέτρεπε τον συσχετισμό δυνάμεων μεταξύ των δύο στόλων.  
 
Τον ελιγμό του Κουντουριώτη δικαιολόγησε ο αντίπαλός του Ραμίζ Μπέης στο ναυτοδικείο όταν παραπέμφθηκε για την υποχώρηση από την ναυμαχία, όπου απολογούμενος είπε ότι, αν δεν έστρεφε για να απομακρυνθεί, θα βρισκόταν μεταξύ δύο πυρών από τον Ελληνικό στόλο που θα τον εκμηδένιζαν. Ο Τούρκος ναύαρχος αθωώθηκε, καθόσον ο προϊστάμενός του υπουργός τον είχε διατάξει εγγράφως να μην εκθέσει το στόλο σε θανατηφόρα πυρά.
 
on alert.gr
http://www.istorikathemata.com

Οι εξισλαμισμένοι Έλληνες στη σημερινή Τουρκία

 
 
Ένα εκπληκτικό φαινόμενο που επιβιώνει μέχρι τις μέρες μας  

Του Βλάση Αγτζίδη
 
Η οριστική διαμόρφωση των πληθυσμών στην Ελλάδα και την Τουρκία καθορίστηκε από τη συνθήκη της Λωζάννης τον Ιoύλιο του 1923. Η συνθήκη πρόβλεπε την ανταλλαγή των πληθυσμών με βασικό κριτήριο κατάταξης τη θρησκευτική πίστη. Έτσι οι χριστιανοί θα έπρεπε να εκδιωχθούν από την Τουρκία και οι μουσουλμάνοι από την Ελλάδα. Η επιλογή με βάση το θρήσκευμα οδήγησε αφένός στην εξαίρεση των ελληνικών πληθυσμών που είχαν εξισλαμιστεί ή βρισκόταν σε κρυπτοχριστιανική κατάσταση στην Τουρκία, ενώ εκδιώχθηκαν από την Ελλάδα οι ελληνογενείς και ελληνόφωνοι μουσουλμάνοι.. Έτσι διαμορφώθηκε στη σημερινή Τουρκία ένας πολύμορφος μουσουλμανικός ελληνικός πληθυσμός που αποτελείται αφ' ενός από τους γηγενείς εξισλαμισμένους και κρυπτοχριστανούς του Πόντου και αφ' ετέρου από αυτούς που εκδιώχθηκαν από την Ελλάδα.

Εξισλαμισμένοι Κρητικοί, Μακεδόνες και Κύπριοι

Είναι ιστορικά βεβαιωμένο ότι μεγάλο μέρος των λεγόμενων τουρκοκρητικών είναι ελληνικής καταγωγής. Εξ άλλου το "κρητικό ζήτημα" στις αρχές του αιώνα μας θύμιζε πάρα πολύ το σημερινό πρόβλημα της Βορείου Ιρλανδίας. Τη διαπίστωση αυτή, εκτός των ιστορικών πηγών, υποστηρίζει η ύπαρξη τέτοιων πληθυσμών στη Συρία (Χαμηδιέ) και στη Λιβύη οι οποίοι διατηρούν την ανάμνηση της ελληνικής τους προέλευσης και εξακολουθούν να δηλώνουν "Ελληνες".

Επίσης και στη κεντρική και νοτιοδυτική Μακεδονία (Αλιάκμωνας και περιοχή Κοζάνης) κατοικούσαν οι εξισλαμισμένοι Ελληνες που έγιναν γνωστοί ως "Βαλαάδες". Οι Βαλαάδες χαρακτηρίζονται σε εθνογραφικούς χάρτες του περασμένου αιών ως "Greek Muslims".


Οι ελληνογενείς μουσουλμάνοι της Κρήτης και της Μακεδονίας εκδιώχθηκαν στην Τουρκία το 1923, με τη συνθήκη της Λωζάννης. Εγκαταστάθηκαν κυρίως στη Δυτική και Νότια Μικρά Ασία. Στην πλειοψηφία τους παραμένουν και σήμερα ελληνόφωνοι. Για αυτούς τους πληθυσμούς δημοσίευαν οι τουρκικές εφημερίδες τα προγράμματα της ελληνικής τηλεόρασης.


Στις περιοχές της Κιλικίας (Αττάλεια) κατοικεί επίσης αριθμός ελληνοφώνων Κυπρίων μουσουλμάνων οι οποίοι μετακινήθηκαν εκεί από τα τέλη του περασμένου αιώνα. μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 20ου.

Εξισλαμισμένοι Πόντιοι

Η μεγαλύτερη και σπουδαιότερη ομάδα Ελλήνογενών εξισλαμισμένων είναι αυτή που κατοικεί στoν ιστορικό Πόντο και ειδικά στην επαρχία Τραπεζούντας. Οι εγκαταστάσεις αυτών που μιλούν τα ποντιακά ελληνικά περιγράφονται ως εξής στην έρευνα "Ethnic Groups in the Republic of Turkey" του γερμανικού παν/μίου του Τybingen:

"...αποτελούνται από μερικές εξάδες χωριών γύρω από την Τόνια και 40-50 εγκαταστάσεις στις κοιλάδες (επάνω μέρος) Σαλακλί και Γκιουρτσάϋ νότια του Οφι, γύρω από την Τσαϊκαρα και το Κιοπρούμπασι. Υπάρχουν τουλάχιστον δύο κύματα μετανάστευσης στην επαρχία Σακαρυά."

Υπάρχει ήδη μια αξιόλογξ διασπορά των εξισλαμισμένων στην Κωνσταντινούπολη και στα περισσότερα αστικά κέντρα της Τουρκίας. Κοινότητές τους έχουν δημιουργηθεί στην κατεχόμενη Κύπρο, την Ιμβρο καθώς και στο εξωτερικό (Γερμανία). Επίσης τα τελευταία χρόνια έχει δημιουργηθεί μια μικρή κοινότητα στην Ελλάδα.


Είναι συγκροτημένοι σε κλειστές κοινωνικές ομάδες στις οποίες επικρατεί ενδογαμία. Ξεχωρίζουν τον εαυτό τους από τους καθαρούς Τούρκους και τους διακρίνει φιλελληνισμός. Αυτοδηλώνονται ως "Ρωμαίοι" (Ρωμιοί) και είναι κυρίως ελληνόφωνοι. Οι ίδιοι υποστηρίζουν ότι σε όλο τον Πόντο ξεπερνούν τις 300.000 άτομα.. Οι ελληνόφωνοι αυτοί Ρωμιοί περιλαμβάνονται συνήθως στους πληθυσμούς που καταγράφονται ως "Λαζοί". Με την ονομασία αυτή δηλώνονται δύο βασικά εθνοτικές ομάδες: οι παραδοσιακοί Λαζοί, οι οποίοι είναι γεωργιανό φύλο που βρίσκεται πολύ κοντά στους Μιγγρέλους της Γεωργίας και οι "Ρωμαίοι".


Οι ελληνόφωνοι Ρωμιοί μιλούν διάφορα ιδιώματα της τραπεζουντιακής διαλέκτου της ελληνικής γλώσσας. Τη γλώσσα που μιλούν την ονομάζουν "ρωμαϊκά". Οι Οφλήδες μιλούν την αρχαιοπρεπέστερη ελληνική διάλεκτο που βρίσκεται εν ζωή. Είναι οι μόνοι που χρησιμοποιούν ως αρνητικό μόριο το "ου" και "ουκί" ενώ παρατηρείται και το φαινόμενο του τσιτακισμού. Η διάλεκτος ακόμα ακμάζει και διατηρεί την ικανοτητα να αφομοιώνει ξένες λέξεις και να τις διαμορφώνει με βάση τις ανάγκες της γλώσσας. Τον ελληνικό τύπο ακολουθούν και τα μουσουλμανικά ονόματα. Ο Μεμέτης, ο Κεμάλης, ο Τουργκούτης κ.λπ. Η Κωνσταντινούπολη επιβιώνει με την μεσαιωνική λαϊκή της ονομασία: Ισταμπόλη (από το "Εις την Πόλη"), απ' όπου προήλθε και το σημερινό τούρκικο όνομά της: Ισταμπούλ.


Η νεολαία σήμερα ξεπερνά την παλιά θρησκευτική προκατάληψη που αδιαφορούσε για τα εθνικά χαρακτηριστικά. Αρχίζει να αναζητεί την εθνική της προέλευση. Στην Κωνσταντινούπολη, όπου υπάρχει ισχυρή παροικία, καθώς και στην Τραπεζούντα έχουν ξεκινήσει προσπάθειες προβολής και υπεράσπισης του ελληνόφωνου πολιτισμού.

Η τραγωδία του Πόντου

Για τους ελληνόφωνους μουσουλμάνους της βόρειας Τουρκίας, δηλαδή του μικρασιατικού Πόντου, έχουμε πλήθος ιστορικών δεδομένων. Το 1914 ο ελληνικός πληθυσμός της περιοχής ανερχόταν σε 929.495 και κατανεμόταν ως εξής:

α) Ορθόδοξοι Ελληνες: 696.495,
β) Μουσουλμάνοι Ελληνες: 190.000,
γ) Κρυπτοχριστιανοί: 43.000

Οπως μας πληροφορεί ο μητροπολίτης Τραπεζούντος Χρύσανθος, οι εξισλαμισμοί στον Πόντο πραγματοποιήθηκαν την περίοδο 1648- 1687 από τις πιέσεις των φεουδαρχών, των Ντερεμπέηδων. Γράφει:


"Ενεκα των από των Τερε-βέηδων πιέσεων τούτων και των δεινών διωγμών οι από του ποταμού Ακάμψιος (Τσορόχ) μέχρι Τραπεζούντος συμπαγείς ελληνικοί πληθυσμοί, οι κατοικούντες τας περιφερείας Ριζαίου, Οφεως, Σουρμένων και Γημωράς εξισλαμίστηκαν αθρόως. Οι χριστιανοί της περιφέρειας Οφεως είχον εξισλαμισθεί κατά την παράδοσιν ομού μετά του επισκόπου αυτών Αλεξάνδρου μετονομασθέντος Ισκεντέρ...".

Το τελευταίο κύμα των εξισλαμισμών συμπίπτει χρονικά με την γενοκτονία (1916-1923) που εξαπέλυσαν οι Τούρκοι κατά του χριστιανικού ελληνικού πληθυσμού του Πόντου. Οι Νεότουρκοι είχαν αποφασίσει τον βίαιο εξισλαμισμό των χριστιανικών εθνοτήτων και για το σκοπό αυτό δημιούργησαν ορφανοτροφεία για τα παιδιά των χριστιανών που είχαν εξοντώσει. Στα ελληνόπαιδα παρείχαν τουρκική παιδεία και ισλαμική θεολογική μόρφωση. Τις ελληνίδες τις υποχρέωναν σε γάμο με μουσουλμάνους.


Το ότι δεν υπήρχαν αξιόλογοι τουρκικοί πληθυσμοί στο χώρο του Πόντου φαίνεται από το γεγονός ότι και οι ίδιες οι τουρκικές αρχές προτιμούσαν τη χρήση του όρου "μουσουλμάνος" και όχι "Τούρκος". Σε κείμενο συνεννόησης - που αφορούσε τους όρους αυτονομίας του Πόντου και πρόβλεπε την ισοπολιτεία των κατοίκων του - που υπογράφτηκε το Σεπτέμβριο του 1919 στην Κωνσταντινούπολη μεταξύ του μητροπολίτη Τραπεζούντας Χρυσάνθου και του βαλή Τραπεζούντας Σουλεϊμάν Νετζμή Βέη ανάφερε δύο ομάδες κατοίκων: τους Ελληνες και τους Μουσουλμάνους.


Στην επιχειρηματολογία πάντως των Χριστιανών Ποντίων προς τις συμμαχικές δυνάμεις χρησιμοποιήθηκε η ελληνική καταγωγή των μουσουλμάνων του Πόντου. Στην Συνδιάσκεψη Ειρήνης του Παρισιού στις 30/12/1918 υπεβλήθη υπόμνημα για την δημιουργία της "Ελληνικής Δημοκρατίας του Πόντου". Μεταξύ άλλων υπάρχει το εξής επιχείρημα:


"...από τον μουσουλμανικόν πληθυσμό μέγα μέρος είναι ελληνικής καταγωγής και δεν ελησμόνησαν ούτε την καταγωγήν αυτών, ούτε την ελληνικήν γλώσσαν, ην εξακολουθούν να ομιλώσιν."

Η Σημασία αυτών των Πληθυσμών

Οι εξισλαμισμένοι και κρυπτοχριστιανικοί πληθυσμοί μας βοηθούν στο να κατανοήσουμε την φύση της σύγχρονης Τουρκίας. Μας θυμίζουν την παλιά οικουμενικότητα του ελληνισμού. Ένα τμήμα της παλιάς ρωμιοσύνης παραμένει με κρυπτοχριστιανική ή μουσουλμανική μορφή, στους παλιούς ελληνικούς τόπους της Ανατολής.

Το τουρκικό κράτος προσπαθεί με κάθε τρόπο να αφομοιώσει τους πληθυσμούς αυτούς. Επιδιώκει την κοινωνική διάσπαση των συμπαγών πληθυσμών με μεταφορά σε άλλα μέρη της Τουρκίας. Ετσι δόθηκαν οικονομικά κίνητρα για μετανάστευση των ελληνόφωνων στο Κουρδιστάν, την Ιμβρο και την κατεχόμενη Κύπρο. Σήμερα ένα από τα τουρκικά χωριά της Ιμβρου κατοικείται από εξισλαμισμένους ελληνόφωνους ενώ περί τους 3.000 έχουν εγκατασταθεί ως έποικοι στην κατεχόμενη Κύπρο. Οι ελληνόφωνοι έποικοι είναι μία από τις λίγες εθνοτικές ομάδες που μεταφέρθηκαν εκεί και διατηρούν αρμονικές σχέσεις με τους εγκλωβισμένους.


Από την άλλη όμως οι ελληνογενείς μουσουλμάνοι της Τουρκίας προσπαθούν να διασώσουν την πολιτιστική τους ταυτότητα και να αναδειχθούν σε μια γέφυρα φιλίας και συνεργασίας μεταξύ των λαών της Τουρκίας και της Ελλάδας. Αποδεικνύουν επίσης ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος στις ελληνοτουρκικές σχέσεις πλην αυτού της αλληλοκατανόησης και της συνύπαρξης. Εμείς ελπίζουμε ότι η βασανιστική περιόδος μετασχηματισμού στην οποία έχει εισέλθει η Τουρκία θα τελειώσει με την δημιουργία μιας πραγματικής δημοκρατικής και πολυπολιτισμικής κοινωνίας.




ΕΝΘΕΤΟ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ

Για τις περιοχές των εξισλαμισμένων Ελλήνων του Πόντου ο Μητροπολίτης Τραπεζούντος Χρύσανθος γράφει:
"Οι περί των Ψυχρόν ποταμόν (Μπαλτατζή Ντερέ) οικούντες Οφίται ή Οφλήδες, διετήρησαν την ελληνικήν γλώσσαν και τα ελληνικά ήθη και έθιμα, ενθυμούνται ακόμη την εξ Ελλήνων καταγωγήν αυτών. Είναι ημερώτεροι των Λαζών και κατά την κληροδοτηθείσαν αυτοίς παρά των Ελλήνων προγόνων αυτών παράδοσιν ασχολούνται με τα γράμματα και την θεολογίαν. Αι μουσουλμανικαί ιερατικαί και θεολογικαί σχολαί του Οφεως ήσαν αι τελειότεραι εν των Οθωμανικώ κράτει. Οι άνδρες εν Οφει γιγνώσκουσιν και την τουρκικήν γλώσσαν, αλλ' αι γυναίκες ηγνόουν αυτήν, και δια τούτο μέχρι των ημερών ημών εις την κατ οίκον ομιλία εγίνετο χρήσις του Ελληνικού Ποντικού ιδιώματος του Οφεως. Τα χωρία αυτών μέχρι των ημερών ημών διετήρουν τα Ελληνικά αυτών ονόματα, Παλαιοχώριν, Μεσοχώριν, Υψηλή ή Υψηλάντων, όθεν προήλθεν η οικογένεια των Υψηλαντών, Ξένος, Αληθινός, Φωτεινός, Χαλάεσσα, Γοργορά, Κοντού, Χωλός, Οκελος, σώζονται δε εν αυτοίς πολλοί ναοί και χειρόγραφα ελληνικά... Ελληνόφωνοι, αλλ ουχί ήμεροι ως οι Οφίται παρέμειναν και οι εξισλαμισθέντες χριστιανοί της Θοανίας (Τόνγιας), τα δε χωρία αυτών διετήρησαν κατά το πλείστον ομοίως τα ελληνικά ονόματα, οίον Κατωχώριν, Μεσοπλάγιν, Μεσοπαίδιν."

http://kostasxan.blogspot.com