Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2012

Η πρώτη μεγάλη οικονομική κρίση στην Ιστορία της Ευρώπης και ο αντίκτυπος της στην Ελλάδα (1848)



Το έτος 1848 υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα στην Ιστορία της Ευρώπης. Η χρονιά ξεκίνησε με την εξέγερση των Ιταλών στην Σικελία και κορυφώθηκε με την επανάσταση των Γάλλων κατά του Λουδοβίκου-Φίλιππου και της δυναστείας των Βουρβρώνων. Τα εθνικιστικά και δημοκρατικά συνθήματα της Γαλλικής εξέγερσης κατά του θεσμού της μοναρχίας, πυροδότησαν μια σειρά από επαναστάσεις με τα ίδια χαρακτηριστικά σε όλη την Ευρώπη με σημαντικότερες αυτές στα Γερμανικά κρατίδια, στην Ουγγαρία και στην Δανία. Οι εθνικές αυτές επαναστάσεις οδήγησαν στην εθνική ενοποίηση της Ιταλίας και της Γερμανίας ενώ υπονόμευσαν την αυτοκρατορία των Αψβούργων που έμελλε 70 χρόνια μετά να χωριστεί σε Αυστρία και Ουγγαρία.  Ήταν τέτοιο το μέγεθος του αναβρασμού και της αναταραχής που η χρονιά αυτή έμεινε στην Ιστορία ως η “Άνοιξη των Εθνών”.

Όπως είναι φυσικό, οι επαναστάσεις αυτές προκάλεσαν μια μεγάλη αναστάτωση σε πανευρωπαϊκή κλίμακα στις οικονομικές δραστηριότητες, στην κατανάλωση, στην ζήτηση και στο εμπόριο που τελικώς δημιούργησαν σοβαρά προβλήματα στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της εποχής και οδήγησαν σε μια μεγάλη οικονομική κρίση, η οποία όμως λόγω των περιορισμένων συγκοινωνιών δεν εκδηλώθηκε ομοιόμορφα ενώ η διάδοση της έγινε με βραδείς ρυθμούς. 

Η κρίση όμως δεν άργησε να μεταδοθεί και στο νεότευκτο Ελληνικό Βασίλειο του Όθωνα. Η Ελλάδα εκείνη την εποχή ήταν μια μικρή Χώρα με πολύ περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες, και ένα αρχαϊκό προκαπιταλιστικό οικονομικό σύστημα που βασιζόταν σχεδόν εξ’ ολοκλήρου στην αγροτική παραγωγή, χωρίς καθόλου κλάδο μεταποίησης και δευτερογενούς παραγωγής. Μόλις πέντε χρόνια πριν είχε ιδρυθεί η Εθνική τράπεζα με κεφάλαιο που κατέβαλλε κατά το 1/5 το ίδιο το φτωχό κράτος. Η κρίση λοιπόν εισήχθη στο Βασίλειο όταν όλες οι μικρές εξαγωγές σε αγροτικά προϊόντα προς την Ευρώπη ελαττώθηκαν απότομα η σταμάτησαν εντελώς, με αποτέλεσμα όλοι οι αγροτικοί παραγωγοί (κυρίως σταφιδέμποροι) να μην μπορούν να εκπληρώσουν τις δανειακές υποχρεώσεις τους προς την Εθνική τράπεζα.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η Εθνική τράπεζα να μην διαθέτει τα απαραίτητα κεφάλαια για να στηρίξει την κυκλοφορία των χαρτονομισμάτων καθώς με τους τραπεζικούς κανόνες της εποχής έπρεπε “επί τη εμφανίσει” τους στο γκισέ της τράπεζας να αλλαχθούν με χρυσό (μετάλλευμα). Έτσι η τράπεζα το 1848 σε κυκλοφορούν χαρτονόμισμα αξίας 1.974.000 δρχ είχε μεταλλική κάλυψη μόνο 690.000 δρχ. Την εποχή που εκδηλώθηκε η κρίση, ξεκίνησε ένας αμείλικτος οικονομικός πόλεμος από τους τοκογλύφους της εποχής που έβλεπαν στον θεσμό της τράπεζας έναν επικίνδυνο ανταγωνιστή που θα έβαζε τέλος στις βρώμικες δραστηριότητες τους. Έτσι οι τοκογλύφοι με αμοιβαίες συνεννοήσεις ξεκίνησαν συνδυασμένα να εμφανίζουν για μετατροπή σε χρυσό μεγάλες ποσότητες χαρτονομισμάτων τις οποίες είχαν εξασφαλίσει με τον γνωστό αντικοινωνικό και απάνθρωπο τρόπο. 

Το αποτέλεσμα ήταν η Εθνική τράπεζα να βρεθεί σε ιδιαίτερα δυσμενή θέση σε τέτοιο σημείο ώστε οι υπάλληλοι της να προσφέρουν μέρος του μισθού τους στη διοίκηση για όσο θα διαρκούσε η κρίση.

Η λύση ήρθε από το κράτος που με μια σειρά νόμων με αποτελεσματικότερο αυτόν της 4ης Απριλίου 1948, ανέστειλαν την αναγκαστική μετατροπή των χαρτονομισμάτων σε χρυσό επιβάλλοντας όμως στην Εθνική τράπεζα επιτόκιο 8% για οποιοδήποτε ποσό δεν μετέτρεπε. Έτσι το χαρτονόμισμα της Εθνικής τράπεζας έγινε για λίγο καιρό επίσημο νόμισμα του κράτους. Στην κρίσιμη αυτή στιγμή η Εθνική τράπεζα, αλλά και η Ελλάδα γενικότερα, ευτύχησε να έχει στη διοίκηση της τον έμπειρο και έντιμο τραπεζικό Γεώργιο Σταύρου. Ο Σταύρου χρησιμοποιώντας την κρατική κάλυψη των νέων νόμων και χάρις τις μεγάλες του διασυνδέσεις με πλούσιους Ευρωπαίους εμπόρους και κεφαλαιούχους κατάφερε να προσελκύσει  κεφάλαια στην εθνική τράπεζα, μάλιστα πολύ μεγαλύτερα ακόμη και από αυτά που απαιτούνταν. Έτσι τον Δεκέμβριο η Εθνική τράπεζα είχε ήδη κάλυψη για 1.080.000 δρχ, όταν το κυκλοφορούν χαρτονόμισμα είχε ελαττωθεί σε 1.234.000 δρχ. Έτσι στις 16 Δεκεμβρίου 1848 ο Σταύρου δήλωσε και επίσημα πως η τράπεζα μπορούσε πλέον να εξυπηρετεί οποιαδήποτε εξαργύρωση χαρτονομίσματος.

Το κατόρθωμα της Εθνικής τράπεζας να ανταπεξέλθει τόσο γρήγορα στις δυσκολίες μιας τόσο σοβαρής οικονομικής κρίσης την καθιέρωσε ανάμεσα στα κορυφαία και πλέον αξιόπιστα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της Ευρώπης την εποχή εκείνη. Ταυτόχρονα κατέστησε ελκυστικότερη την Ελληνική οικονομία σε επενδύσεις, ενώ στερέωσε και την αναγκαιότητα της τράπεζας στην συνείδηση του Ελληνικού λαού, κάτι που τότε μόνο αυτονόητο δεν ήταν. Η Εθνική τράπεζα στήριξε με χορηγήσεις της όλους τους πελάτες της για όσο διήρκεσε η κρίση, η οποία τερματίστηκε ένα χρόνο μετά. Ο Γεώργιος Σταύρος εκλέχθηκε από το διοικητικό συμβούλιο της τράπεζας ισόβιος διοικητής της, θέση που θα υπηρετήσει με πολύ μεγάλη επιτυχία ως το 1869, όταν και απεβίωσε σε ηλικία 81 ετών.

www.istorikathemata.com

Ι. Β. Δ.

Πηγή:

Επαμεινώνδας Στασινόπουλος, Η Ιστορία της Εθνικής τράπεζας της Ελλάδος

Αναβιώνει ο εφιάλτης του '30;



Του Ρ. Σκιντέλσκι
 
Παρά τις δεσμεύσεις των παγκόσμιων ηγετών για το αντίθετο, φαίνεται να αναβιώνει ο εφιαλτικός προστατευτισμός της δεκαετίας 1930. Ο εμπορικός πόλεμος εκείνης της εποχής ξεκίνησε από τις Ηνωμένες Πολιτείες με την επιβολή δασμών στο πλαίσιο του νόμου Σμουτ-Χόλεϊ. Οι Βρετανοί ανταπέδωσαν θεσπίζοντας τον Νόμο περί Δασμών επί των Εισαγωγών του 1932, τον οποίο διαδέχθηκε το Προνομιακό Δασμολόγιο της Βρετανικής Κοινοπολιτείας. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, το παγκόσμιο εμπόριο κατέληξε να είναι «δρόμος μετ' εμποδίων».

Την πρώτη βολή στον εμπορικό πόλεμο της δεκαετίας του 1930 την έριξε η Βρετανία τον Σεπτέμβριο 1931, όταν εγκατέλειψε τον χρυσό κανόνα. Τα πυρά ανταπέδωσαν οι ΗΠΑ εγκαταλείποντας και αυτές τον χρυσό κανόνα τον Απρίλιο 1933. Η στερλίνα υποχώρησε έναντι του δολαρίου και με τη σειρά του το δολάριο υποχώρησε έναντι της στερλίνας. 

Τα δύο ισχυρότερα νομίσματα εκείνης της εποχής άντεξαν τον πόλεμο, ενώ η Γαλλία ηγήθηκε μιας ομάδας κρατών που έμειναν πιστές στον κανόνα του ευρώ (gold block). Τα νομίσματα, όμως, των κρατών αυτών υπερτιμούνταν διαρκώς έναντι των δύο μεγαλύτερων, μέχρις ότου η ομάδα διαλύθηκε το 1936. 

Εάν αντικαταστήσουμε τη Βρετανία της δεκαετίας του 1930 με τη σημερινή Κίνα και την ομάδα «gold bloc» με την ευρωζώνη, θα συνειδητοποιήσουμε ότι η σημερινή κατάσταση είναι εξίσου ανησυχητική. 


Η αμερικανική Fed προτείνει την τόνωση της αμερικανικής οικονομίας με το τύπωμα νέου χρήματος, εγκαινιάζοντας έναν δεύτερο γύρο ποσοτικής χαλάρωσης (QE2) ύψους 600 δισ. δολαρίων. Κανείς, όμως, δεν φαίνεται να θυμάται ότι ακριβώς το ίδιο προσπάθησε να κάνει το 1933 ο Αμερικανός πρόεδρος Φράνκλιν Ρούσβελτ. Το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους οι τιμές είχαν αρχίσει να πέφτουν, μετά από μια σύντομη άνθηση του τομέα των εμπορευμάτων. Ο Τζορτζ Φ. Γουόρεν, καθηγητής Αγροτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο του Κόρνελ, είχε συμβουλεύσει τον Ρούσβελτ ότι για να αυξήσει τις τιμές έπρεπε να μειώσει την αξία του δολαρίου σε χρυσό.

Σύμφωνα με τον κανόνα του χρυσού, το δολάριο μετατρέπονταν σε χρυσό βάσει της σταθερής τιμής των 20,67 δολαρίων/ουγγιά. Για σταθεροποίηση του επιπέδου τιμών, ο οικονομολόγος Ίρβινγκ Φίσερ είχε καταρτίσει ένα σχέδιο «αντισταθμισμένου δολαρίου», σύμφωνα με το οποίο η αξία του δολαρίου σε χρυσό θα μεταβαλλόταν προκειμένου να αντισταθμίζεται η αύξηση ή μείωση των τιμών, επιτρέποντας έτσι στη Fed να τυπώνει περισσότερο ή λιγότερο χρήμα ανάλογα με τις οικονομικές συνθήκες. 

Για τις πληθωριστικές πιέσεις, το σχέδιο του Φίσερ έδινε στις τράπεζες τη δυνατότητα να μειώνουν τα αποθεματικά τους και, ως εκ τούτου, να αυξάνουν το δανεισμό τους (ή να δημιουργούν καταθέσεις). Η αύξηση των δαπανών θα οδηγούσε σε αύξηση των τιμών με αποτέλεσμα την τόνωση της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Ο Φίσερ αντιπρότεινε μια νέα λογική στην υφιστάμενη πρακτική της χρήσης ευτελέστερων μετάλλων για την κατασκευή κερμάτων, το λεγόμενο «εκδοτικό προνόμιο» (seignorage).

Η εναλλακτική λύση που πρότεινε ο Γουόρεν - την οποία εφάρμοσε τελικά ο Ρούσβελτ το 1933- προέβλεπε την αύξηση της τιμής στην οποία η κυβέρνηση αγόραζε τον χρυσό από το νομισματοκοπείο. Η άνοδος τιμών θα σήμαινε ότι κάθε δολάριο θα στοίχιζε λιγότερο σε όρους χρυσού και το αποτέλεσμα θα ήταν το ίδιο με το σχέδιο του Φίσερ. Οι εγχώριες τιμές θα αυξάνονταν τονώνοντας την αγροτική παραγωγή, ενώ η εξωτερική αξία του δολαρίου θα μειώνονταν ευνοώντας τους εξαγωγείς.

Από την 25η Οκτωβρίου 1933, όταν εφαρμόστηκε το σχέδιο, ο εν ενεργεία υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Χένρι Μοργκεντάου, και ο επικεφαλής της Χρηματοδοτικής Εταιρείας για την Ανασυγκρότηση, Τζέσε Τζόουνς, είχαν συνάντηση κάθε πρωί στην κρεβατοκάμαρα του Ρούσβελτ για να καθορίσουν την τιμή του χρυσού. Μια μέρα, μάλιστα, αύξησαν την τιμή του χρυσού κατά 21 σεντ γιατί θεωρούσαν το 21 τυχερό αριθμό. Στην αρχή αγόραζαν μόνο νεόκοπο χρυσό από τις ΗΠΑ αλλά αργότερα αγόραζαν και αποθέματα χρυσού από το εξωτερικό.

Η πολιτική αγοράς χρυσού είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση της επίσημης τιμής του χρυσού από 20,67 δολάρια/ουγγιά τον Οκτώβριο 1933 σε 35 δολάρια/ουγγιά τον Ιανουάριο 1934 όπου το πείραμα έπρεπε να διακοπεί. Σε αυτό το διάστημα, εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια είχαν διοχετευτεί στο τραπεζικό σύστημα.

Τα αποτελέσματα, ωστόσο, ήταν απογοητευτικά. Μπορεί με την αγορά ξένου χρυσού να πέτυχαν υποτίμηση του δολαρίου σε όρους χρυσού, αλλά οι εγχώριες τιμές συνέχιζαν να πέφτουν καθ' όλη τη διάρκεια των τριών μηνών που διήρκησε η ξέφρενη αγορά χρυσού.

Εξίσου απογοητευτικά είναι τα αποτελέσματα των - πιο ορθόδοξων- προσπαθειών της Fed για ποσοτική χαλάρωση. O Τζον Κένεθ Γκάλμπρεϊθ έγραφε ότι «είτε εξαιτίας της έλλειψης δανειοληπτών, είτε της απροθυμίας για δανεισμό είτε της πρωταρχικής δίψας για ρευστότητα - σίγουρα ήταν και τα τρία - οι τράπεζες συσσώρευσαν περισσότερα αποθεματικά από τα απαιτούμενα. Τα αποθεματικά των τραπεζών-μελών της Fed ξεπερνούσαν κατά 256 δισ. δολάρια τα υποχρεωτικά επίπεδα του 1932, κατά 529 δισ. δολάρια τα υποχρεωτικά επίπεδα του 1933, κατά 1,6 δισ. δολάρια τα επίπεδα του 1936 και κατά 2,6 δισ. δολάρια τα επίπεδα του 1936».

Το λάθος στην πολιτική της Fed είναι η λεγόμενη «ποσοτική θεωρία του χρήματος» στην οποία στηρίζεται. Σύμφωνα με την εν λόγω θεωρία, οι τιμές εξαρτώνται από την προσφορά χρήματος σε σχέση με την ποσότητα αγαθών και υπηρεσιών που διατίθενται προς πώληση. Το χρήμα, όμως, περιλαμβάνει και τις τραπεζικές καταθέσεις, οι οποίες εξαρτώνται από την επιχειρηματική εμπιστοσύνη. 

Εκείνη την εποχή, ο Κέυνς έγραφε: 

«Κάποιοι φαίνεται να συμπεραίνουν ότι η παραγωγή και το εισόδημα μπορούν να ενισχυθούν μέσω της αύξησης στην ποσότητα του χρήματος. Είναι σαν να προσπαθείς να παχύνεις αγοράζοντας μεγαλύτερο ζωνάρι. Στις Ηνωμένες Πολιτείες σήμερα, το ζωνάρι είναι πολύ πιο μεγάλο από τη μέση... ο καθοριστικός παράγοντας δεν είναι η ποσότητα του χρήματος αλλά το ύψος των δαπανών».

Σήμερα οι Ηνωμένες Πολιτείες κάνουν ακριβώς το ίδιο στηριζόμενες στην ίδια αβάσιμη θεωρία. 

Όπως είναι αναμενόμενο, η Κίνα κατηγορεί τις ΗΠΑ για σκόπιμη προσπάθεια υποτίμησης του δολαρίου. Ο ακριβής στόχος, όμως, είναι η συνεπαγόμενη αύξηση των αμερικανικών εξαγωγών σε βάρος των Κινέζων, των Ιαπώνων και των Ευρωπαίων παραγωγών.

Το ευρώ θα υπερτιμάται βαθμιαία, όπως ακριβώς συνέβη με την «ομάδα του χρυσού» τη δεκαετία 1930. Από τη στιγμή που η ευρωζώνη δεσμεύτηκε για λιτότητα, το μόνο της όπλο είναι ο προστατευτισμός. Εν τω μεταξύ, η πολιτική της Κίνας για αργή ανατίμηση του γιουάν έναντι του δολαρίου ίσως να γυρίσει μπούμερανκ, προκαλώντας τις ΗΠΑ για λήψη προστατευτικών μέτρων.

Η αδυναμία της συνόδου κορυφής του G20 στη Σεούλ να καταλήξει σε συμφωνία για τις συναλλαγματικές ισοτιμίες και τις μελλοντικές συμφωνίες για τα αποθεματικά ανοίγει το δρόμο για επανάληψη της δεκαετίας του 1930. Ας ελπίσουμε ότι θα επικρατήσει η σύνεση και δεν θα αναδυθεί ένας νέος Χίτλερ.

Σημείωση: Ο Ρόμπερτ Σκιντέλσκι είναι μέλος της Βουλής των Λόρδων στη Βρετανία και επίτιμος καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο του Γουόρικ. Επίσης, είναι συγγραφέας της πολυβραβευμένης βιογραφίας του οικονομολόγου Τζον Μέυναρντ Κέυνς και μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Σχολής Πολιτικών Σπουδών της Μόσχας.

http://www.naftemporiki.gr

Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2012

Οκταβιανός Αύγουστος



Ο Οκταβιανός Αύγουστος ήταν ο θεμελιωτής της αυτοκρατορικής εξουσίας στη Ρώμη. Να ξεκαθαρίσουμε εδώ ότι η διακήρυξη του Imperium Romanum είχε προηγηθεί πριν μερικές δεκαετίες. Μετά τη λήξη των εμφυλίων συγκρούσεων ο Οκταβιανός μετέβη στη Ρώμη όπου έκλεισε τις πύλες του Ιανού, πράξη η οποία συμβόλιζε την οριστική λήξη των πολέμων μεταξύ των ισχυρών Ρωμαίων ανδρών.

Σε αντίθεση με τον Ιούλιο Καίσαρα ο Οκταβιανός επέλεξε να μην προκαλέσει τη Σύγκλητο και τον λαό. Ο ίδιος έθεσε την παραίτησή του μπροστά στη Σύγκλητο και κήρυξε την παλινόρθωση της Res Publica το 27 π.Χ. Πρόκειται ομολογουμένως για μία ευφυέστατη κίνηση η οποία τον ανέβασε στα μάτια των Ρωμαίων. Με τον τρόπο του οδήγησε την ίδια τη Σύγκλητο να του προσφέρει την εξουσία στο πιάτο. Οι συγκλητικοί -ανέτοιμοι όντες και εξαντλημένοι από τους συνεχείς πολέμους, αλλά και μη διαθέτοντες την εξουσία του στρατού- του ζήτησαν να παραμείνει ως «εγγυητής» του πολιτεύματος. Έτσι οι εξουσίες του Οκταβιανού ενισχύθηκαν. Ο ίδιος κατέβαινε τα πρώτα χρόνια ως υποψήφιος ύπατος. Μετά την παρέλευση ορισμένων ετών διορίσθηκε ισόβιος ανθύπατος των εξωτερικών επαρχιών που γειτνίαζαν με τον εξωρωμαϊκό κόσμο και αποτελούσαν το όριο αμύνης της αυτοκρατορίας. Σε αυτές εγκατέστησε τον Ρωμαϊκό στρατό, ενώ, παράλληλα, συνταξιοδότησε τους παλαιμάχους στρατιωτικούς.

Εκτός, όμως, από ανώτατος διοικητής του στρατού διορίσθηκε και ισόβιος Δήμαρχος –όπως είχε διορισθεί και ο Ιούλιος Καίσαρ άλλωστε-, ενώ του απενεμήθη ο τίτλος Αύγουστος (Augustus), που σήμαινε σεβαστός. Με αυτόν τον τίτλο ξεπεράστηκαν τα όποια προβλήματα, τα οποία πιθανότατα θα αναφύονταν στην υποψία και μόνο της επαναφοράς της Βασιλείας στη Ρώμη. Επρόκειτο για απαγορευμένο θεσμό από το 509 π.Χ όταν εξεδιώχθει ο τελευταίος βασιλιάς ο Ετρούσκος Ταρκύνιος ο Υπερήφανος. Οι Ρωμαίοι απεχθάνονταν τη Βασιλεία και η απόπειρα του Ιουλίου Καίσαρα για την κατάληψη της εξουσίας, έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι περιφρόνησε εξώφθαλμα τους θεσμούς, με αποτέλεσμα να θεωρηθεί ύποπτος για εγκατάσταση μοναρχικού πολιτεύματος.

Ο Οκταβιανός, από την  άλλη, σοφά ποιούμενος, απέφυγε τις υπερβολές του θείου του, καθοδηγώντας τα τεκταινόμενα προς την κατεύθυνση που επιθυμούσε, δίχως φανερή δική του επέμβαση. Έπειτα, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Rostovtzeff, ο Οκταβιανός ακολούθησε διαφορετικό δρόμο προς την εξουσία από εκείνον που είχε χαράξει ο Ιούλιος Καίσαρας και ο συνεχιστής των ιδεών του Μάρκος Αντώνιος. Συγκεκριμένα, ο Ιούλιος Καίσαρας είχε προτάξει την ιδέα της εγκαθίδρυσης μίας στρατιωτικού τύπου μοναρχίας, η οποία θα βασιζόταν στην υποστήριξη του πληθυσμού όλης της Ρωμαϊκής επικράτειας. Πρέσβευε την άποψη που προέκρινε τη συγχώνευση των κατοίκων της Ιταλίας με εκείνους των επαρχιών σε ένα ενιαίο σύνολο υπηκόων, το οποίο θα ορκίζονταν πίστη στον ηγεμόνα της Ρώμης.

Δυστυχώς για τον Καίσαρα η Ρώμη δεν ήταν ακόμη έτοιμη να δεχθεί την πολιτική εξομοίωση των κατοίκων της, καθώς και της υπόλοιπης Ιταλίας με εκείνους των επαρχιών. Να μην ξεχνάμε ότι μόλις πριν μερικές δεκαετίες είχαν ενταχθεί στο καθεστώς του Ρωμαίου Πολίτου οι υπόλοιποι Ιταλιώτες, μετά από τον ιδιαίτερα σκληρό Συμμαχικό Πόλεμο που είχε προηγηθεί, στον οποίο είχαν επιβληθεί με δυσκολία οι Ρωμαίοι. Θα έπρεπε να περιμένουμε τουλάχιστον 240 έτη μέχρι το 212 μ.Χ, όπου ο αυτοκράτορας Καρακάλλας θα απέδιδε την ιδιότητα του Ρωμαίου Πολίτη σε όλους τους ελεύθερους κατοίκους της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας με την Constitutio Antoniniana.

Κατά συνέπεια, ο Οκταβιανός είχε πιάσει τον πολιτικό σφυγμό της εποχής του, γιατί τάχθηκε, αυθίς εξ αρχής, με την άποψη ότι οι Ρωμαίοι πολίτες δικαιούτο κυριαρχική θέση στο σύνολο της αυτοκρατορίας, με τα αντίστοιχα προνόμια φυσικά. Για παράδειγμα ολόκληρη η Ιταλία εξαιρείτο από τη φορολογία. Ήταν αυτό το Εθνικό συναίσθημα, το οποίο εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο ο Οκταβιανός στην καθοριστικής σημασίας αντιπαράθεσή του με τον Μάρκο Αντώνιο, αλλά και μεταγενέστερα στην πορεία του προς την εγκαθίδρυση του θεσμού του αυτοκράτορος.

Επομένως, ο αυτοκρατορικός θεσμός, με τον επιδέξιο τρόπο που τον προέκρινε ο Οκταβιανός, δεν ήρθε για να αντικαταστήσει τη Res Publica, αλλά για να τη συμπληρώσει και να την ενισχύσει. Ο αυτοκράτωρ δεν ήταν ηγεμόνας αλλά ο «Πρώτος Πολίτης» (Princeps), ο οποίος «εγγυάτο» το πολίτευμα. Εξάλλου, ο πλήρης τίτλος του Οκταβιανού δηλοί τις ιδιότητες του και τις εξουσίες του. Αλλά ας τον δούμε για να εξάγουμε τα κατάλληλα συμπεράσματα: Imperator Caesar Divi Filious Augustus Princeps. Μάλιστα, από τον τελευταίο του τίτλο (Princeps) ονομάσθηκε η νέα αυτή μορφή διακυβέρνησης του ρωμαϊκού κράτους, το λεγόμενο principatus. Στην ελληνική απόδοση δίδεται ο όρος: «Ηγεμονία». Το principatus θα διατηρηθεί μέχρι τον 4ο αιώνα, κατά τη διάρκεια του οποίου μετασχηματίζεται η ρωμαϊκή αυτοκρατορία στο μεταγενέστερο σχήμα της Βυζαντινής, η οποία χαρακτηριζόταν από τη λεγόμενη δεσποτεία: το Dominatus.

Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2012

Αιρετικές διδασκαλίες στο Βυζάντιο και αντιμετώπιση αυτών. Επιπτώσεις τους στη συνοχή της αυτοκρατορίας



Σχόλιο ιστολογίου: Το Ιστορίας Αλήθεια εύχεται στους αναγνώστες του και στον υπόλοιπο κόσμο Καλή Χρονιά με Υγεία και Ευτυχία. Είθε το 2012 να κρατά το κλειδί της εξόδου μας από την πολυποίκιλη αυτή κρίση την οποία βιώνουμε.
 

Τα θρησκευτικά ζητήματα στην Ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, η οποία στη συνέχεια μετεξελίχθη σε Βυζαντινή, ήταν βαρύνουσας σημασίας και σημάδεψαν την ιστορία του κράτους. Εξάλλου, οι σπουδαιότερες κοινωνικές συγκρούσεις πήγαζαν από τις θρησκευτικές δογματικές αντιπαραθέσεις. Στα χρόνια του Βυζαντίου ο θεολογικός διάλογος και οι πάσης φύσεως ερμηνευτικές προσεγγίσεις είχαν φθάσει στο σημείο να αποτελούν τις καθημερινές συζητήσεις στην αγορά της Κωνσταντινουπόλεως. Αλλά ποιες ήταν εκείνες οι δογματικές διαφοροποιήσεις που συνετάραξαν –σε ορισμένες περιπτώσεις συθέμελα- το βυζαντινό κράτος; Θα εξετάσουμε τις σημαντικότερες.

Είναι αξιοσημείωτο ότι όλοι οι αυτοκράτορες μετά τον Μεγάλο Κωνσταντίνο, και μέχρι τον Θεοδόσιο -πλην του Ιουλιανού- είχαν ασπαστεί τον Χριστιανισμό υπό τη μορφή της Αρειανικής διδασκαλίας (Κωνστάντιος, Βάλης). Αυτή η εξέλιξη επέδρασε καταλυτικά στον εκχριστιανισμό των Γότθων, οι οποίοι βαφτίστηκαν χριστιανοί του αρειανικού δόγματος από τον επίσκοπο Ουλφίλα στα μέσα του 4ου αιώνος. Ο ίδιος είχε χειροτονηθεί επίσκοπος από τον Αρειανό επίσκοπο Νικομηδείας Ευσέβιο, είχε δε μεταφράσει τη Βίβλο στα Γοτθικά. Τελικά, το δόγμα της Νικαίας του 325, που καταδίκαζε τον Άρειο και τους οπαδούς του, το οποίο είχε εγκαταλειφθεί, το επανέφερε σε ισχύ ο Θεοδόσιος όταν συνεκάλεσε τη Β' Οικουμενική το 381 στην Κωνσταντινούπολη. Έχουμε λοιπόν τους Ελληνορωμαίους να είναι Ορθόδοξοι και τους Γότθους να είναι Αρειανοί. Έτσι, αυτομάτως, η θρησκευτική διαφορά επεξετάθη σε εθνική.

Αλλά ας πιάσουμε το νήμα από την αρχή. Η πρώτη συνάθροιση του ανωτάτου χριστιανικού κλήρου από όλη την αυτοκρατορία έλαβε χώρα στη Νίκαια της Βιθυνίας το 325, μετά από πρόσκληση του Μεγάλου Κωνσταντίνου (έκτοτε οι Οικουμενικές Σύνοδοι συγκαλούνται και προεδρεύονται από τον εκάστοτε αυτοκράτορα, δηλώνοντας με αυτόν τον τρόπο την ισχυρή σύνδεση της κοσμικής με τη θρησκευτική εξουσία). Σε αυτή την Α’ Οικουμενική Σύνοδο, αν και καταδικάστηκε ο Άρειος μετά της διδασκαλίας του, εντούτοις εξακολουθούσε να προσελκύει οπαδούς, ακόμη και μεταξύ των αυτοκρατόρων, όπως είδαμε. Τι δίδασκε όμως ο Άρειος; Κατ’αρχάς να διευκρινίσουμε ότι ο Αρειανισμός συγκεταλέγεται στα λεγόμενα και «χριστολογικά» αιρετικά δόγματα, τα οποία εξέταζαν τις φύσεις του Χριστού. Ο Άρειος, λοιπόν, εν ολίγοις, κήρυττε ότι ο Υιός και Λόγος του Θεού δεν είναι ίσος και όμοιος με τον Πατέρα, αλλά δημιούργημά του, κτίσμα του. Αυτή η παραδοχή, όμως, έθετε αυτομάτως υπό αμφισβήτηση τη θεία φύση του Χριστού. Το ζήτημα λύθηκε με τη διατύπωση των πρώτων άρθρων του Συμβόλου της Πίστεως, όπου διακηρύχθηκε το «Ομοούσιον» μεταξύ Πατρός και Υιού. Έτσι, ο Κωνσταντίνος κατάφερε –προσωρινά φυσικά- να διασώσει τη θρησκευτική ενότητα της νεοσχηματιζόμενης χριστιανικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, πάνω στην οποία είχε επενδύσει τα πάντα.

Το 381 συνεκλήθη η Β’ Οικουμενική Σύνοδος από τον Μεγάλο Θεοδόσιο, με σκοπό να εξετάσει τις απόψεις ιεραρχών και θεολόγων, οι οποίες προωθούσαν ερμηνευτικές προσεγγίσεις για το Θεό και την πίστη ασυμβίβαστες με το δόγμα της Νικαίας. Η σύνοδος κατεδίκασε, μεταξύ άλλων, ως αιρετικές τις θεωρίες του Αρείου (για δεύτερη φορά) και του Μακεδόνιου. Οι δογματικές διακηρύξεις του δεύτερου αφορούσαν το Άγιο Πνεύμα, το οποίο θεωρούσε ότι ήταν κτίσμα του Πατρός, εγκαινιάζοντας έτσι ένα νέο κεφάλαιο αιρετικών διδασκαλιών που ονομάστηκαν «Τριαδολογικές». Η Σύνοδος , ταυτόχρονα με τις καταδίκες, διεκήρυξε το «ομοούσιον» του Αγίου Πνεύματος και συμπλήρωσε τα άρθρα του Συμβόλου της Πίστεως.

Το 431 είχαμε τη σύγκληση της Γ’ Οικουμενικής Συνόδου από τον Θεοδόσιο τον Β’ στην Έφεσο. Η σύνοδος αυτή καταδίκασε τον Νεστόριο (Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως από το 428) και καθόρισε τη θεϊκή μητρότητα της Παρθένου Μαρίας, την οποία αμφισβητούσε βάσει των θεολογικών του ερμηνειών (την αποκαλούσε Χριστοτόκο και όχι Θεοτόκο).

Μετά από είκοσι έτη, το 451 ο Μαρκιανός, σύζυγος της Πουλχερίας και αυτοκράτωρ του Βυζαντίου, συνεκάλεσε τη Δ’ Οικουμενική Σύνοδο στη Χαλκηδόνα. Σε αυτή καταδικάστηκε ο «Μονοφυσιτισμός» που ξεπήδησε από τις διδασκαλίες του Ευτύχη και του Διοσκούρου Αλεξανδρείας. Ο Μονοφυσιτισμός υποστήριζε την επικράτηση της θείας φύσης του Χριστού σε βάρος της ανθρώπινής του. Στην ίδια σύνοδο κατεδικάσθη –για ακόμη μία φορά- ο Νεστόριος.

Το ζήτημα, όμως, του Μονοφυσιτισμού και της καταδίκης του προκάλεσε σοβαρότατα προβλήματα στο κράτος. Οι ανατολικές επαρχίες της Συροπαλαιστίνης και της Αιγύπτου είχαν ασπασθεί, σε πολύ μεγάλο βαθμό, αρχικά τη διδασκαλία του Νεστορίου, αλλά, κυρίως, τον Μονοφυσιτισμό. Κατά συνέπεια, η πρόσφατη απόρριψη και των δύο δοξασιών στη σύνοδο της Χαλκηδόνας, ειδικά όμως της Μονοφυσιτικής, συνετέλεσε στη θρησκευτική απομάκρυνση αυτών των επαρχιών από την κεντρική εξουσία της Κωνσταντινουπόλεως. Βεβαίως, η ακολουθία αυτών των δογμάτων από τους πληθυσμούς των περιοχών αυτών, στην ουσία υπέκρυπτε τις εθνικές διαφοροποιήσεις Σύρων και Αιγυπτίων, οι οποίοι άρχισαν να αποξενώνονται σταδιακά από τον υπόλοιπο κορμό του κράτους. Επομένως, η Δ’ Οικουμενική Σύνοδος με τις αποφάσεις της επετάχυνε τις διαδικασίες για τη μελλοντική απόσχιση τους από τη Βυζαντινή αυτοκρατορία.

Επειδή οι ανατολικές επαρχίες ήταν οι πιο πλούσιες της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, έγιναν προσπάθειες για τη δογματική και συνακόλουθα πνευματική συμφιλίωση με την Κωνσταντινούπολη από την κεντρική εξουσία, στα πλαίσια της αποκατάστασης της τραυματισμένης εσωτερικής ενότητος (να μη λησμονούμε τον εξ ανατολών εχθρό της Σασανιδικής Περσίας). Σε αυτή τη γραμμή, λοιπόν, εντάσσεται το "Ενωτικόν" από τον Ίσαυρο αυτοκράτορα Ζήνωνα το 481. Το «Ενωτικόν» αφορά μία εγκύκλιο, η οποία αναθεμάτιζε τις δογματικές θέσεις του Νεστορίου, του Ευτύχους και κάθε άλλη διδασκαλία που ήταν αντίθετη με τις αποφάσεις των Συνόδων της Νικαίας και της Εφέσου, οπουδήποτε κι αν διατυπώθηκε. Δόθηκε, έτσι, η ευκαιρία στους μονοφυσίτες να υποστηρίξουν ότι οι αποφάσεις της συνόδου της Χαλκηδόνας, η οποία καταδίκαζε την πίστη τους, ήταν άκυρες.

Η αλήθεια είναι ότι το «Ενωτικόν» επέφερε μία κάποια ηρεμία στα ανατολικά της αυτοκρατορίας, προκάλεσε, όμως, τη σύγκρουση του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ακακίου (εμπνευστή του «Ενωτικού») με τον Πάπα της Ρώμης Φήλιξ. Στα επόμενα χρόνια και αφού η διά αλληλογραφίας επικοινωνία των δύο Εκκλησιών δεν απέδωσε, ο Πάπας αναθεμάτισε τον Πατριάρχη Ακάκιο το 484, οδηγώντας τον Πατριάρχη με τη σειρά του να πράξει το ίδιο. Έτσι, φθάνουμε στην πρώτη σοβαρή ρήξη μεταξύ των δύο Εκκλησιών, η οποία απετέλεσε το πρώτο σχίσμα, το λεγόμενο και «Ακακιανό». Η άρση του Ακακιανού σχίσματος έγινε το 519 επί του αυτοκράτορος Ιουστίνου του Α’.

Η επόμενη Οικουμενική Σύνοδος, η Ε’, έλαβε χώρα το 553 στην Κωνσταντινούπολη υπό την προεδρία του Ιουστινιανού του Α’. Σε αυτή καταδικάστηκε το δόγμα του Νεστορίου (που είχε οπαδούς κυρίως στη Συρία), μέσωι της «Καταδίκης των Τριών Κεφαλών». Επρόκειτο για τα έργα τριών συγγραφέων, οι οποίοι επρόσκειντο φιλικά στον Νεστοριανισμό, του Θεοδώρου Μοψουεστίας, του Θεοδωρήτου Κύρρου και του Κυρίλλου Αλεξανδρείας.

Το 638, όταν είχε ήδη εκδηλωθεί η Αραβική επίθεση, έρχεται η νέα συναινετική απόπειρα του Ηρακλείου με στόχο την ενδυνάμωση, εκ νέου, των σχέσεων της πρωτεύουσας με τις ανατολικές περιοχές που επέμεναν στην αποδοχή του Μονοφυσιτισμού. Η αγωνιώδης αυτή προσπάθεια του αυτοκράτορος να τα βρει με τους πληθυσμούς αυτούς είχε ως αποτέλεσμα τη δημοσίευση της «Εκθέσεως», στην οποία διακήρυττε τη μία θέληση του Χριστού.

Ήδη, μετά τη νίκη του επί των Περσών, οι μονοφυσιτικές επαρχίες της Ανατολής είχαν επανενταχθεί στο βυζαντινό κράτος (για βραχύ χρονικό διάστημα, αφού εντός ολίγων ετών αυτές οι περιοχές κατελήφθησαν από την πλημμυρίδα των Μουσουλμάνων Αράβων). Για να γεφυρωθεί το χάσμα, λοιπόν, με αυτά τα τμήματα της αυτοκρατορίας ο Ηράκλειος, με εισήγηση του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Σεργίου (είχε πρωτοστατήσει στην άμυνα της Πόλεως κατά την πολιορκία της το 626) εξέδωσε την «Έκθεσιν», διάταγμα το οποίο απαγόρευε οποιαδήποτε συζήτηση για τις δύο φύσεις ή τις ενέργειες του Χριστού. Τόνιζε, μάλιστα, ότι ο Χριστός είχε μία θέληση. Η διατύπωση αυτή δεν ικανοποίησε ούτε τους Μονοφυσίτες, ούτε τους Ορθοδόξους` Ούτε, όμως, διευκόλυνε την επικοινωνία. Αυτό το οποίο πέτυχε, εν τέλει, ήταν να δημιουργήσει μία νέα αίρεση: τον «Μονοθελητισμό».

Δέκα χρόνια μετά, το 648 ο υιός του Ηρακλείου Κώνστας ο Β’ εκδίδει τον «Τύπο», στην προσπάθειά του να κατασιγάσει τις θρησκευτικές έριδες. Έτσι, απέσυρε την «Έκθεση», η οποία είχε αναρτηθεί στον νάρθηκα της Αγίας Σοφίας και δημοσίευσε τον «Τύπο», διάταγμα με το οποίο απαγόρευε κάθε συζήτηση περί των ενεργειών και των βουλήσεων του Χριστού. Όμως, η ρήξη των σχέσεων ήταν μία αναστρέψιμη, έτσι μοιραία, την ίδια εποχή, αυτές οι επαρχίες αποσχίστηκαν τελεσίδικα από το Βυζάντιο, όταν κατέβαλαν μηδαμινή αντίσταση έναντι του αραβικού Ισλάμ.

Η αλήθεια ήταν ότι από τη μία απώλεσε η αυτοκρατορία τα ανατολικά της τμήματα, ενώ από την άλλη οι ενέργειες τόσο του Ηρακλείου με την «Έκθεση» όσο και του Κώνσταντα του Β’ με τα τον «Τύπο» το μόνο που κατάφεραν ήταν να δημιουργήσουν δύο νέες αιρέσεις: τον «Μονοθελητισμό» και τον «Μονοενεργητισμό». Επιπρόσθετα, έδωσαν την αφορμή για μία νέα αντιπαράθεση μεταξύ του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και του Πάπα της Ρώμης. Συγκεκριμένα ο Πάπας Μαρτίνος συνεκάλεσε το 649 στη Ρώμη τη Σύνοδο του Λατερανού ώστε να καταδικάσει τα διατάγματα των Ηρακλείου και Κώνσταντα Β’.

Ήταν ευνόητο, επομένως, να αναγκασθεί ο αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος Δ’ ο Πωγωνάτος να συγκαλέσει το 681 την Στ’ Οικουμενική Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη με σκοπό να καταδικάσει τις νεοδημιουργηθείσες αιρέσεις. Εκεί η Εκκλησία κήρυξε ως ορθόδοξο το δόγμα των δύο θελήσεων και των δύο ενεργειών του Χριστού. Μάλιστα δεν αρκέσθηκαν στην παραπάνω σύνοδο, αλλά επί Ιουστινιανού του Β’ -του επονομαζομένου και ρινοτμήτου- διηξήχθη το 692 η «Πενθέκτη» ή «Έν Τρούλλω» Οικουμενική Σύνοδος. Σκοπός της ήταν να συμπληρώσει το έργο των δύο προηγουμένων συνόδων (της Ε’ και της Στ’) και να εκδώσει τους κανόνες που ρύθμιζαν ζητήματα εκκλησιαστικού δικαίου και διοικήσεως της Εκκλησίας.

Τέλος, το 787 έλαβε χώρα η Ζ’ και τελευταία Οικουμενική Σύνοδος στη Νίκαια, την οποία συνεκάλεσε η Ειρήνη η Αθηναία με προεδρεύοντα τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ταράσιο. Η Σύνοδος αποκατέστησε τη λατρεία των εικόνων υπό την έννοια ότι το προσκύνημα αναφέρεται στο εικονιζόμενο ιερό πρόσωπο και δεν έχει σχέση με την καθεαυτό λατρεία, η οποία προορίζεται μόνον για το Θεό. Ταυτόχρονα καταδίκασε την εικονομαχική σύνοδο της Ιέρειας που συνεκλήθη το 754 από τον Κωνσταντίνο τον Ε’, καθώς και τις προεικονομαχικές υπερβολές.

Αυτό το οποίο πρέπει να κρατήσουμε εδώ είναι ότι η ειδοποιός διαφορά της Εικονομαχίας σε σχέση με τα προηγούμενα θεολογικά ζητήματα, τα οποία ταλάνισαν το Βυζάντιο είναι πως ήταν το ίδιο το κράτος, το οποίο δημιούργησε το πρόβλημα. Ευτυχώς για την αυτοκρατορία ήταν, τελικά, εκείνο, με δική του πρωτοβουλία, που έδωσε τη διέξοδο από αυτό. Σε αυτό, φυσικά, συνετέλεσε η οριστική ανάσχεσις των αραβικών επιθέσεων και η στερεοποίησις του ελέγχου επί των μικρασιατικών εδαφών. Έτσι, έλαβε τέλος ο ιδιότυπος θρησκευτικός συγκρητισμός, αν και η ανεικονική διάθεσις διατηρήθηκε, σε κάποιο βαθμό, στις ανατολικές επαρχίες, οι οποίες γειτνίαζαν με το χαλιφάτο.

Αυτές ήταν οι κυριότερες δογματικές αντιπαραθέσεις που απασχόλησαν το Βυζάντιο. Υπήρξαν και κάποιες άλλες, ήσσονος όμως σημασίας, όπως το θέμα των παυλικιανών ή το κίνημα του ησυχασμού, ενώ το ζήτημα των σχέσεων μεταξύ των δύο Εκκλησιών που οδήγησε στο σχίσμα αποτελεί ξεχωριστό κεφάλαιο. Γεγονός πάντως είναι ότι στους πρώτους βυζαντινούς αιώνες η θρησκευτική και κατ’ επέκτασιν κοινωνική γαλήνη πέρασαν από πολλές αναταράξεις, απειλώντας τη συνοχή, ενίοτε και την ίδια την ύπαρξη της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τον 4ο αιώνα, που αποκαταστάθηκε ο χριστιανισμός, έως τον όγδοο είχαν συγκληθεί επτά οικουμενικές σύνοδοι, ξέχωρα των δεκάδων περιφερειακών.