Πέμπτη, 29 Αυγούστου 2013

Ελληνορουμανικές διαχρονικές σχέσεις και γένεση του Κουτσοβλαχικού Ζητήματος



 (Ομιλία του Α. Λαζάρου στο Ξηρολίβαδο Βέροιας στις 17-8-2013)


Επιστημονικά ανακοινώθηκε ότι το Μαντείο της Δωδώνης από την πανάρχαια εποχή ακτινοβολούσε στη χερσόνησο του Αίμου, δηλαδή στα Βαλκάνια, και ευρύτερα στη νοτιοανατολική Ευρώπη. Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Βουκουρεστίου και ακαδημαϊκός ECondurachi μεταπολεμικά προσκλήθηκε στο Ζάγκρεμπ της Κροατίας, όπου οργανώθηκε διεθνές συνέδριο προς τιμήν του Κροάτη ακαδημαϊκού GNovak, και ανέπτυξε το θέμα «Η Δωδώνη και οι σχέσεις με τον Βαλκανικό κόσμο». 
Αρχικά ανέφερε ότι ιδρυτής  του μαντείου είναι ο Δευκαλίων, ο πατέρας  του Ελληνος, του οποίου το όνομα  καθιερώθηκε ως εθνώνυμο, υπαρκτό από τότε Ελλάς, η δε γλώσσα  ελληνική τόσο επιτόπια όσο και στην ξενιτειά, όπως ενωρίς σαφέστατα αποφάνθηκαν ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Σορβόννης Jean Berard και ο Ιταλός Antonio Antinorio, ενδιάμεσα δε ο καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης  Μιχαήλ Σακελλαρίου.

Ομολογουμένως η ρουμανική επιστήμη διερεύνησε σε βάθος και πλάτος τις δραστηριότητες  των αποδήμων Ελλήνων όλων των περιόδων  και όχι  αποκλειστικά  στον χώρο της σημερινής ρουμανικής επικράτειας αλλά πολύ πλατύτερα, όπως συνάγεται  και μόνο από το πλήθος των συγγραφών του Condurachi, του οποίου ενδεικτικά μνημονεύονται οι επόμενες: 1) Στοιχεία ενότητας των ελληνικών αποικιών στη Δοβρουτσά  και στο νότο  της Σοβιετικής Ενώσεως. 3) Οι στατήρες (νομίσματα) της Κυζίκου και οι εμπορικοί δρόμοι  από τον Ελλήσποντο  στον Δούναβη. 4) Επιδράσεις ελληνικές  και ρωμαϊκές  στα Βαλκάνια, στην Ουγγαρία  και στην Πολωνία. 5) Οι Λαοί της ΝΑ Ευρώπης  και ο ρόλος τους στην ιστορία (αρχαιότητα). 6) Ο Δούναβις λίκνο του πολιτισμού της κεντρικής και νοτιανατολικής Ευρώπης. Βέβαια ο Condurachi δεν είναι ο μοναδικός Ρουμάνος ερευνητής. Υπάρχουν πολλοί και διάσημοι, μεταξύ των οποίων ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Βουκουρεστίου και ακαδημαϊκός NBanescu. Αυτός κατά την αναγόρευσή του ως αντεπιστέλλοντος μέλους της ακαδημίας Αθηνών έχει γνωστοποιήσει δημιουργία  κατά τους αρχαίους χρόνους  «χώρας αληθινά γετοελληνικής». 
Συγκρίνοντας  δε τα προρωμαϊκά  δρώμενα  προς τα  μεταρωμαϊκά, όταν ακτινοβολούσε  ο ελληνικός πολιτισμός, αποφάνθηκε: «αυτή  η επίδραση του ελληνικού πολιτισμού δεν διακόπτεται εξ αιτίας της ρωμαιοκρατίας».
Στη συνέχιση της ελληνικής πολιτισμικής επιδράσεως έχει εμβαθύνει επίσης ο καθηγητής  του Πανεπιστημίου Βουκουρεστίου  και ακαδημαϊκός Vasile Parvan, ο οποίος είχε την διεύθυνση του επιστημονικού περιοδικού Orfeu (Ορφεύς), Ανάγει δε τον Ελληνισμό τόσο στον Θράκα Ορφέα όσο και στον Φρύγα  Πέλοπα τονίζοντας τα εξής: «Οι αρχαίες ελληνικές παραδόσεις, σωζόμενες κυρίως στους επικούς κύκλους, από τους οποίους εμπνεύσθηκαν  οι τραγικοί, εμπεριέχουν γνώσεις  παμπάλαιες, αφότου οι Έλληνες, Θράκες, Φρύγες ανήκαν οπωσδήποτε σε κοινό των τριών έθνος. Ο Ορφεύς ήταν Θράξ, ο Πέλοψ ήταν Φρύξ, αλλά και οι δυο ταυτόχρονα ήταν και Έλληνες. Τα ομηρικά ποιήματα εμφανίζουν αυτήν την πνευματική κατάσταση. Τα δε αρχαιολογικά ευρήματα του τελευταίου μισού του αιώνα επιβεβαιώνουν ολοένα και περισσότερο την ακρίβεια των αρχαίων ελληνικών παραδόσεων».
Πολλαπλώς ενημερωτική αποδείχθηκε  γαλλόγλωσση  συγγραφή του Parvan με τίτλο «Η ελληνική και ελληνιστική διείσδυση στην κοιλάδα του Δουνάβεως». Διότι αποκαλύπτει την πολυσχιδή προσφορά των Ελλήνων, ώστε οι ποταμοί Δούναβις και Δνείπερος να ονομάζονται από τον Parvan Ελληνικοί.
Μετέπειτα ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Βουκουρεστίου και ακαδημαϊκός Dumitru Pippidi έχει συγγράψει σειρά βιβλίων, των οποίων το πληρέστερο, ιταλόγλωσσο, επιγράφεται «Οι Έλληνες  στον Κάτω Δούναβι από την αρχαϊκή εποχή έως την ρωμαϊκή κατάκτηση». Εξαιρετικά διαφωτιστικός γίνεται  ο Pippidi και με γαλλόγλωσσο τόμο, τον οποίον επιγράφει «Βραχέα Σκυθικά. Έρευνες στις ελληνικές αποικίες των ρουμανικών ακτών της Μαύρης Θάλασσας». Σ’αυτόν ο Pippidi σκιαγραφεί και την πολύδραστη προσωπικότητα του Ακορνίωνος από την Διονυσόπολη, στον οποίο ο βασιλιάς Burevista απένειμε το αξίωμα του "πρώτου και μεγίστου", δηλαδή του υπουργού των Εξωτερικών, αναθέτοντάς του τις διαπραγματεύσεις με τον Πομπήιο στην Ηράκλεια (Μοναστήρι, Βιτώλια) της Πελαγονίας.  Ως γνωστόν, όχι μόνο η Δακία αλλά και η διάδοχος Ρουμανία των νεωτέρων χρόνων έχει αναγορεύσει  υπουργό  Εξωτερικών και πρωθυπουργό Έλληνα, τον Iorgaτου οποίου την εξ αμφοτέρων των γονέων ελληνική καταγωγή έχει αποκαλύψει οRTeo με γαλλόγλωσσο δημοσίευμα επιγραφόμενο «Η Ελληνική συμβολή στο μεγαλείο και την λαμπρότητα της Ρουμανίας».
Πάντως ο Ακορνίων αναδείχθηκε, διότι διέθετε ιδιάζοντα προσόντα για την εποχή του, κατ’εξοχήν δε τη λατινομάθεια. 
Φυσικά δεν ήταν ο μοναδικός λατινομαθής, όπως μας πληροφορεί ο Pippidi, κατά τον οποίο ένα και μισό αιώνα προ της κατακτήσεως της Δακίας από τους Ρωμαίους, εντοπίσθηκαν «Ρωμαίοι» πολίτες ελληνικής καταγωγής, Έλληνες λατινόφωνοι, ελληνόβλαχοι! Έτσι κατανοούνται και όσα έχει γράψει ο καθηγητής του Πανεπιστημίου  Βουκουρεστίου και ακαδημαϊκός Ι.Ι. Russu για την ελληνική και λατινική γραφή στην προρωμαϊκή Δακία. Εύλογα δε ο ακαδημαϊκός Radu Vulpe σχολιάζοντας παρατήρηση του Parvan έχει παρουσιάσει  τους από μακρού  εγκατεστημένους στη Δακία, σχεδόν εντόπιους, και επήλυδες Έλληνες, χρήστες της λατινικής γλώσσας! Στις ημέρες μας ο καθηγητής του Πανεπιστημίου  Βουκουρεστίου  και Bochum Γερμανίας, συνάμα δε γενικός γραμματέας του Ινστιτούτου Ρουμανικών Σπουδών στο Παρίσι ‘Κάρολος ο Α΄’ Cicerone Poghirc την έναρξη του εκλατινισμού Ελλήνων  στα πάτρια εδάφη, ακριβέστερα στην Βόρειο Ήπειρο, ορίζει  το 229 π.Χ., ενώ ο καθηγητής  του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και ακαδημαϊκός Αγαπητός Τσομπανάκης διαφοροποιείται  κατά μια δεκαετία ήτοι 239 π.Χ.. Αποδεδειγμένα οι Βορειοηπειρώτες εξοικειώνονται  με τη λατινική γλώσσα προ ρωμαιοκρατίας συμμετέχοντες στα βοηθητικά (auxilia) τμήματα του ρωμαϊκού στρατού, σύμφωνα με αρχαίες πηγές  και επιστημονικές μαρτυρίες, Tίτος Λίβιος και σύγχρονοί μας διακεκριμένοι επιστήμονες S.IOostN.G.HammondG.CheesmaanPCabanes
Kατά τον Ρουμάνο καθηγητή του Πανεπιστημίου Κοπεγχάγης Eugene Lozovanο Ελληνισμός στη Δακία έλαβε τεράστιες διαστάσεις, όταν ο αυτοκράτορας  Τραϊανός έκαμε δυο εκστρατείες κατά των Δακών στρατολογώντας και τους Έλληνες της Εγγύς Ανατολής, καθώς και Κρητικούς ικανούς σκαπανείς και γεφυροποιούς, τους κατασκευαστές  της φημισμένης γέφυρας  Drobeta στον Δούναβι, προπάντων Κυπρίους, οι οποίοι ήσαν ασυναγώνιστοι και στην ανέγερση φρουρίων για διαφύλαξη της νέας ρωμαϊκής επαρχίας με τον επικεφαλής  μηχανικό αρχιτέκτονα Απολλόδωρο, τον δημιουργό και της επινίκιας στήλης του Τραϊανού στη Ρώμη, καθώς και πολλών καλλιτεχνικών δημιουργημάτων. Ταυτόχρονα ο Τραϊανός  είχε στο επιτελείο του ως προσωπικό  ιατρό  και προϊστάμενο της υγειονομικής υπηρεσίας τον Κρίτωνα (Titus Statilius Crito), ο οποίος  έγινε και πρώτος ιστορικός της κατακτημένης χώρας γράφοντας ελληνικά, αν και γνώστης της λατινικής γλώσσας ως Ρωμαίος πολίτης. Έχει κιόλας πρωτοτυπήσει  γνωρίζοντας  και την εθνολογική σύνθεση της περιοχής των Γετών, οπότε την συγγραφή του επιγράφει Γετικά. Αποσπάσματά της  έχει διασώσει ο Ιωάννης Λυδός, καθηγητής του Πανεπιστημίου Κωνσταντινουπόλεως  και επί Ιουστινιανού διοικητής της βυζαντινής επαρχίας  Ευρώπη, όπως τότε ονομάζονταν τα σημερινά Βαλκάνια, αυτόπτης δε μάρτυρας  της τύχης Ελλήνων χρηστών της λατινικής γλώσσας: «καίπερ Έλληνες εκ του πλείονος όντες, τη των Ιταλών φθέγγεσθαι φωνή, και μάλιστα τους δημοσιεύοντας».
Εξακριβωμένα Έλληνες δεν είχαν απουσιάσει και πρωτύτερα πέρα της Ιουστινιάνειας Ευρώπης, δηλαδή πέρα των Βαλκανίων, δοθέντος ότι και κατά τους σκοτεινούς αιώνες, 4ο-5ο, όταν εκεί εγκαταστάθηκαν μεταναστευτικοί λαοί, όπως οι Γότθοι, οι οποίοι εκχριστιανίσθησαν από αλλοτριωμένο  ανθρωπωνυμικά  Έλληνα Γούλφιλα ή Ούλφιλα, δημιουργό και της "Γοτθικής Γραφής"! Δεν είχαν βραδύνει  να εμφανισθούν και παράτολμοι απόδημοι από τον κυρίως ελλαδικό χώρο, όπως ο αμφίλεκτος φιλόσοφος AithiusHistricus, όνομα αναγόμενο κατ’ευθείαν  στο Ηπειρωτικό φύλο των Αιθίκων της Πίνδου. Αναμφίβολα παρεμβάλλεται χρονικό διάστημα έως την επανεμφάνιση αισθητότερης αποδημίας  Ελλαδιτών  πέρα του Δουνάβεως. Διακρίνονται  δε πάλι Ηπειρώτες, μεταξύ των οποίων  διασημότερος οπωσδήποτε  είναι ο Μιχαήλ Γενναίος. Διότι ανήλθε και σε θρόνο ηγεμονικό, εκπληρώνοντας  και διακαή πόθο  των γηγενών  με την επίτευξη της ενώσεως των τριών Ηγεμονιών. Ταυτόχρονα έχει πασχίσει  Pro Republica Christiana (1593-1603), όπως  με ομότιτλο  δημοσίευμα  έχει πληροφορήσει ο καθηγητής  τους Πανεπιστημίου Σάλτσμπουργκ AlRanda. Αυτό άλλωστε συνάγεται και από την επικοινωνία, την οποία είχε με τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Μελέτιο Α΄, αληθινά ποδηγέτη  και εμψυχωτή, όπως βεβαιώνουν οι γραφές του:
«Εσείς είσθε το γένος εκείνο το περιφρονημένον των Ρωμαίων, το οποίον εκυρίευσε όλην την Οικουμένην με την δύναμη των αρμάτων. Η πρώτη μοναρχία των Περσών  μετετέθη εις Αιγύπτιους, από τους Αιγύπτιους εις Μακεδόνας, οι οποίοι ήσαν Έλληνες, το γνήσιον γένος σας…». 
Επιπρόσθετα ο Μιχαήλ Γενναίος δημιουργεί δυνατούς δεσμούς  με τους απανταχού ομογενείς, ιδίως δε με τους δυναμικούς ιεράρχες, Διονύσιο Ράλλη-Παλαιολόγο, μητροπολίτη Τιρνόβου, Διονύσιο  τον Φιλόσοφο, μητροπολίτη Τρίκκης και Σταγών, με λαϊκούς απλούς, Κυκλαδίτες, Κρητικούς και αλλογενείς Ανδεγαυούς, Ισπανούς… Έχει συγκροτήσει  αντιοθωμανικό συνασπισμό  κατανικώντας τους Τούρκους τον Αύγουστο του 1595. Όραμά του ήταν η άνοδος του στον θρόνο  του Βυζαντίου. Τον απόηχο αυτού αποτελούν οι ύμνοι συγχρόνων του λογίων, Σταυρινού, Ματθαίου του Μυρέων, Παλαμίδη, Πετρίτση, Διακρούστη, Σπόντη… Οι αγώνες  δοξολογήθηκαν  και με δημοτικά τραγούδια, βουλγαρικά, σερβικά, ελληνικά… Την απουσία δε ρουμανικών ερμήνευσαν  λαογράφοι, ιδίως ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών  Δ. Οικονομίδης, εξ αφορμής επισημάνσεως μοναδικού, το οποίο αποδείχθηκε λόγιο από τον Demosten Russo, καθηγητή του Πανεπιστημίου Βουκουρεστίου, ο οποίος είχε αποκαλύψει  και τον δημιουργό, τον εθνικό ποιητή  της Ρουμανίας  Vasile Alecsandri, ελληνικής καταγωγής!
Ωστόσο αδιανόητη  παραποίηση της πραγματικότητας  επιχειρήθηκε  μόλις το 1979  στο ζήτημα της καταγωγής  του ηγεμόνα της Μολδαβίας  Bασιλείου Λούπου, του οποίου ως απαρχή  του γένους του  προτιμήθηκε ο Ρωμαίος Valerius Cernicus, 349 π.X
(Dumitru VelciuGrigore UrecheEditura MinervaBucuresti 1979,194)
Η δε αποκατάσταση  στο ορθόν  έγινε στις αρχές  του 21ου αιώνα μ.Χ. στην εντεύθεν της Αδριατικής  Βόρειο Ήπειρο! Φρικτότερη εκτροπή  διεπράχθη από τον ακαδημαϊκό, τον Haralambie Mihaescuoοποίος σ’αντίθεση με τους ομολόγους του Ρουμάνους, καθώς και άλλων  χωρών, την επιστημονικά πολύτιμη  μαρτυρία «Έλληνας  εκ του πλείονος όντας» του Ιωάννου Λυδού αλλοιώνει  σε διαδοχικά δημοσιεύματα, ρουμανόγλωσσα, γαλλόγλωσσα, γερμανόγλωσσα εξαφανίζοντας  την πλέον ουσιαστική λέξη «Έλληνας». Στο δε ιταλόγλωσσο σβήνει από το κυρίως κείμενο  την ίδια λέξη ¨Ελληνας», ενώ στη σημείωση παραθέτει αναλλοίωτο το πρωτότυπο, αλλά προβαίνει σε χειρότερη νόθευση  προσθέτοντας  την ανύπαρκτη στον Ιωάννη Λυδό  «delle regioni danubiane», αναγκαία δε στον Mihaescu  για την εμφύτευση  λατινογλώσσων  στη Δακία. Διότι  η θορυβώδης  και ήδη μυθώδης  κάθοδος  από Δακία  Βλάχων έπαυσε  να συζητείται  μετά τα εκτενέστατα Προλεγόμενα του Γάλλου ακαδημαϊκού PLemerle στο ισχνότατο χρονικό του Κεκαυμένου, ο οποίος τελικά παραδέχεται την εντοπιότητα των Βλάχων της Ελλάδος διακρίνοντάς τους σε αστούς, κτηματίες, κτηνοτρόφους. Ρουμάνοι άλλωστε ομόλογοί του Mihaescu, καθώς και άλλων χωρών, υποστηρίζουν  ότι λατινόφωνοι ανέρχονται  στην Δακία  από την ‘Ευρώπη’ του Ιωάννου Λυδού. Αυτό απέδειξε με δίτομο ογκώδες  σύγγραμμα, ευγλωττότατα επιγραφόμενο  ‘Η καταγωγή των Ρουμάνων’ κατά τα έτη 1923-1927, ο ακαδημαϊκός και θεμελιωτής  της Γλωσσολογικής Σχολής Ιασίου Alexandru Philippide. Το δε επιστημονικό επίτευγμα επιδοκιμάστηκε τόσο στη Ρουμανία  (ASacerdoteanuISiadbeiCDaicoviciu-HDaicoviciu) όσο και άλλες χώρες (EBourciezPGarde). Ως προς τον ηγεμόνα  Βασίλειο Λούπο πληροφορίες ποικίλες έχουν και οι C.CGiurescuD.CGiurescu στο ογκώδες σύγγραμμά τους επιγραφόμενο "Ιστορία των Ρουμάνων από τους αρχαιότερους χρόνους έως σήμερα"
Κατά πρώτον τονίζουν  ότι  στο χρονικό διάστημα  του 17ου αιώνα και των αρχών του 18ου πραγματώνονται  πρωτόφαντα πολιτισμικά επιτεύγματα. Συγκεκριμένα τότε οι Ρουμάνοι  βαθμιαία αποδεσμεύθηκαν από την αφόρητη καταπίεση  να εκφράζονται σλαβωνικά  και επιδόθηκαν δειλά στη χρήση του λατινογενούς προφορικού ιδιώματος, το οποίο διέτρεχε  τον κίνδυνο του αφανισμού, αν δεν συνέβαινε  άνοδος λατινοφώνων από την Ιουστινιάνεια Ευρώπη. Αξιοσημείωτο είναι επίσης  ότι τα Χρονικά της χώρας συντάσσονται πλέον στη γλώσσα των αυτοχθόνων μετά την πρωτοποριακή  συμβολή  του  μοναχού Κορέση, που κατάγεται από νησί του Αρχιπελάγους του Αιγαίου, ακριβώς δε τη Χίο. Αυτός είχε κιόλας εκδώσει και λειτουργικά βιβλία  με απόλυτο σεβασμό στην Ορθοδοξία. Γι’αυτό η περίοδος  μεταξύ της ενάρξεως  της ηγεμονίας του Μπασαράβα και εκείνης του Βασιλείου Λούπου μέχρι του Δημητρίου  Καντεμίρ ονομάζεται κλασικός αιώνας! Οι νέοι αυτού του αιώνα  δεν αρκούνται στην Ακαδημία του Ιασίου, την οποία ίδρυσε ο Βασίλειος Λούπος, ώστε να αποτολμούν σπουδές και στο εξωτερικό: Πατριαρχική Ακαδημία Κωνσταντινουπόλεως, Πανεπιστήμια της Ευρώπης, Βενετίας, Πάδοβας…
Λοιπόν αισθητότατα συμβάλλει ο Βασίλειος Λούπος στην πολιτισμική πρόοδο: Ιδρύει πόλεις, κτίζει  ναούς και ευαγή ιδρύματα, γέφυρες, όπως εκείνη προς Κωνσταντινούπολη με ολοφάνερο συμβολικό χαρακτήρα. Από τους ναούς αναφέρονται η εκκλησία του αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού στο Ιάσιο  και του αγίου Αθανασίου. Πλατύτερης φήμης  είναι το μοναστήρι των Τριών Ιεραρχών στο Ιάσιο. Εκτός δε της επικράτειάς του ο Βασίλειος Λούπος έγινε κτίτωρ  του ναού της αγίας Παρασκευής του Lvov (1644), προκαλώντας έκπληξη και για τα εισαγώμενα  δομικά υλικά, μάρμαρα! Δεν παρέλειψε δε προσφορά  και προς την κοιτίδα του κτίζοντας την αγία Λαύρα, η οποία συνιστά σύμβολο της εθνικής επαναστάσεως των απανταχού Ελλήνων του 1821, ταυτόχρονα δε απόδειξη αναιρετικής των περί αλβανικής καταγωγής του ισχυρισμών των Giurescu, που αγνόησαν  τα Αρχεία της Βενετίας, στα οποία  καταχωρήσθηκε με ημερομηνία 24 Φεβρουαρίου 1606 μνεία Ηπειρώτη, ο οποίος μολονότι έχει επώνυμο ελληνικό αναφέρεται ως αλβανός: «…σήμερα ήλθεν αλβανός ονόματι Σοφιανός…». Πόσο ‘Αλβανός’ λογιζόταν πασένας κατά τους χρόνους εκείνους μας ενημερώνει ο Κ. Ράδος γράφοντας για την αναλογία  στα’ αλβανικά’ σώματα των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών: «Εν Βλαχία εκ των εξήκοντα ‘καπιτανιών’ πεντήκοντα  οκτώ ήσαν ελληνικαί και, μία βουλγαρική και μια σερβική. Πρβλ. Ι. Φιλήμονος ‘Δοκίμιον Ιστορικόν’, τόμος β΄,σ.9». Προσθέτει δε ο Ράδος και τα επόμενα: «Όσον δ’αφορά εις την επωνυμίαν  Αλβανικόν, αύτη προεκρίθη δια διαφόρους λόγους. Δια να μην δυσαρεστείται  ή ανησυχεί η Πύλη, δια να μην ταράσσονται οι υπεράγαν Λατίνοι, διότι το εκ του σχίσματος γεννηθέν μίσος  ήτο τοσούτον βαθέως ερριζωμένον εις την ψυχήν των δυτικών λαών, παρ’οίς το όνομα grecusgrecgriego, κοινώς εφέρετο  ουχί ως δηλούν  το έθνος μας αλλά τα πιστά καθόλου τέκνα της ανατολικής εκκλησίας ώστε επεκράτησε να γίνεται χρήσις αυτού αντί των χειροτέρων ύβρεων… Γάλλοι και πολιτικοί καλώς εγίγνωσκον  ότι τα υπ’αυτών μισθούμενα στρατεύματα συνέκειντο εξ Ελλήνων, κατά το εν τρίτον μόνον αλβανοφώνων και υπ’ακραιφνών  ελληνικών αισθημάτων διαπνεομένων… Επεκράτησε δ΄άλλως και από Ενετοκρατίας να λέγονται τα εξ’Ελλήνων Αλβανοί, ένεκα των εν αυτοίς Χειμαριωτών, αποτελούντων τα δυο τρίτα  των στρατευομένων. Και αυτή δε η Επτάνησος Πολιτεία  τον πρώτον σχηματισθέντα  υπ’αυτής  πυρήνα  μισθοφορικού  εξ αρματωλών στρατεύματος απεκάλεσε, παρασυρθείσα εκ της συνηθείας, Corpo Albanese».  
Επομένως  δεν εκπλήσσει το γεγονός  ότι ο Γεωργάκης Ολύμπιος, καταγόμενος  από το Λιβάδι Ολύμπου ή Βλαχολίβαδο της επαρχίας Ελασσόνας, παρασημοφορήθηκε  από τον τσάρο της Ρωσίας ως …Αλβανός! Οι δε Giurescu διευκρινίζουν ότι είναι Βλάχος την καταγωγή χωρίς τον άλλοτε συνηθισμένο  χαρακτηρισμό ‘Ρουμάνος’, όπως μεθοδεύθηκε μετά  την πανευρωπαϊκή  επανάσταση του 1848, στην οποίαν είχαν συμμετάσχει  και οι Ρουμάνοι επιδιώκοντας την απελευθέρωση της Τρανσυλβανίας. Αλλά υπό την απειλή  της Βιέννης και την υπόδειξη διεκδικήσεως ως Ρουμάνων των Βλάχων της Οθωμανικής επικράτειας, δηλαδή Μακεδονίας…., οι οποίοι  μετονομάσθηκαν ‘Μακεδορουμάνοι’(!), προέκυψε το «Κουτσοβλαχικό Ζήτημα», με συνέπειες επώδυνες  για τους Βλάχους των ελληνικών περιοχών, επιβλαβέστατες δε για το σύνολο του Ελληνισμού, αν και έγκαιρα και επίσημα ρουμανική προσωπικότητα, επιστημονική και πολιτική, ο Mihail Kogalniceanuαπό το βήμα  της Ρουμανικής Βουλής  είχε διαβεβαιώσει  ότι το εγχείρημα  θα ίσχυε "επί του παρόντος": «Έκαστος λαός έχει ανάγκην να στρέφει τας σκέψεις και τους εθνικούς  αυτού πόθους προς έν οιονδήποτε ιδανικό. Η Μακεδονική ρωμουνική πολιτική εφευρέθη προς αποτροπήν του ρωμουνικού λαού  από της περί των εν Τρανσυλβανία υποδούλων αδελφών αυτών μερίμνης. Εάν εγκαταλείψωμεν την μακεδονικήν  πολιτικήν, οι συμπατριώται ημών  θα αναγκασθώσι να στραφώσι προς την Τρανσυλβανίαν. Αλλ’ εν τοιαύτη περιπτώσει αι σχέσεις  ημών  προς την Αυστρουγγαρίαν θα διαταραχθώσι σπουδαίως, το οποίον εκ παντός τρόπου δέον ν’αποφύγωμεν υπό τας παρούσας περιστάσεις. Δια τούτο είναι αναγκαίον  επί του παρόντος να διευθύνωμεν την προσοχή του Ρωμανικού λαού προς την Μακεδονίαν».
Όμως  η παραγνώριση των προηγουμένων απέτρεψε την επικράτηση του δικαίου  και των επιστημονικών δεδομένων το 1913 στη Συνδιάσκεψη του Βουκουρεστίου. Σ’αυτήν άλλωστε η ελληνική απερισκεψία και προχειρότητα άφησε αναξιοποίητη και την άσβεστη ελληνική συνείδηση ‘Ρουμάνου’ εγκεφάλου  της Συνδιασκέψεως, Ν. Μισσίου, με αποτέλεσμα  να συνεχίζεται  ο στιγματισμός των Βλάχων ως αλλοτρίων στην αείποτε πατρίδα τους, Ελλάδα, και να τίθενται  υπό την σκέπη της Ρουμανικής Εκκλησίας, την οποία ουδέποτε ανέχθηκαν οι Βλάχοι. Εύστοχες δε παρατηρήσεις διατυπώθηκαν από τους καθηγητές του Πανεπιστημίου Αθηνών Ν. Σαρίπολο και ΠΚαρολίδη, ενώ ο ίδιος ο Ελευθέριος Βενιζέλος επικρίθηκε έντονα από τον Αντ. Θ. Σπηλιοτόπουλο κ.α.
Πάντως η ρουμανική επιστήμη, μολονότι ακόμη δεν απουσιάζουν κάποιες αγκυλώσεις, σέβεται την αποστολής της. Αξιοσημείωτη επιστημονική πρόοδος  στον προκείμενο τομέα  οφείλεται στην Paula Scalcauη οποία και στο σχετικά πρόσφατο σύγγραμμά της, επιγραφόμενο ‘Ο Ελληνισμός στην Ρουμανία’ (Βουκουρέστι  2006,60 κε) αναγνωρίζει τον Βασίλειο Λούπο ως γόνο της Ηπείρου. Η πλήρης άλλως τε και ολοφάνερη ελληνικότητά του αποκαλύπτεται και έμπρακτα: «Ενθαρρύνει  τις πολιτισμικές σχέσεις με τον ελληνικό κόσμο και ιδρύει σχολές, στις οποίες διδάσκεται ο ελληνικός ανθρωπισμός  και ο βυζαντινός πολιτισμός. Εισάγει την ελληνική γλώσσα στην Εκκλησία, ενώ ταυτόχρονα, κατά την διάρκεια της ηγεμονίας του, μετακαλεί  πολλούς Έλληνες καλογήρους, στους οποίους οι βογιάροι (Ρουμάνοι αξιωματούχοι) εμπιστεύονται την εκπαίδευση  των παιδιών τους». Σ’αυτό δε η συγγραφέας  επικαλείται και μαρτυρία  του Δημητρίου Καντεμίρ, του οποίου προ πολλού σημειώθηκε  η ελληνική καταγωγή του (Revue des Etudes Roumaines,XII-XIV, 1974, 69 σημ.1).
Εξ άλλου  σύμφωνα  με δημοσίευμα του GAsachi, της ψυχής των ρουμανικών Αρχείων, η εισαγωγή της ρουμανικής γλώσσας στη δημόσια εκπαίδευση της Μολδαβίας έγινε μετά πλήρη αιώνα και περισσότερο στη θέση της ελληνικής. 
Ταυτόχρονα ο Βασίλειος Λούπος σκιαγραφήθηκε  ως μεγάλος  προστάτης της Ορθοδοξίας με βάση απτές και ουσιώδεις προσφορές του σε θρησκευτικά ιδρύματα της ανατολικής Ορθοδοξίας. Επαλήθευση αυτών δημοσιοποιείται από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Αθανάσιο Πατελλάριο, ο οποίος  έχει αποκαλέσει τον ηγεμόνα Βασίλειο Λούπο «μοναδική δόξα και χάρμα του ελληνικού έθνους». Δεν είναι μικρότερης σπουδαιότητας και πρωτοβουλίες, οι οποίες συνήθως υποτιμώνται ή αποσιωπώνται. Εμπνευσμένα ο λόγιος Ευστράτιος, τρίτος λογοθέτης του Βασιλείου Λούπου, μετέφρασε στη ρουμανική  γλώσσα από την νεοελληνική τη ‘Νομική Επτομή’, έργο προδρομικό σχολικών ρουμανικών βιβλίων, πρωτομεταφρασμένο από τη βυζαντινή ελληνική και βασισμένο  στα βυζαντινά εγχειρίδια των Αρμενοπούλου και Ματθαίου Βλασταρά. Άξιο δε ιδιαίτερης μνείας είναι και η συγκυρία, ότι, αν και ανήλθε  στον ηγεμονικό θρόνο κατά την διάρκεια πρωτοφανούς ανθελληνικού κλίματος, ο Βασίλειος Λούπος περιβλήθηκε από πολλούς Έλληνες, τους οποίους συχνά αξιοποίησε στις σχέσεις του με την Τρανσυλβανία, Ρωσία,Τουρκία. Αλλά της Paula Scalcau κορυφαία επιτυχία συνιστά η ανεύρεση του πραγματικού επωνύμου της πατρικής οικογένειας του Βασιλείου Λούπου με αναφορά  στον αδελφό του Γεώργιο Κώτση, επωνυμία ιδιαζόντως Ηπειρωτική!
Έτσι όταν οι C. και D. Giurescu είχαν χαρακτηρίσει Βλάχο τον Γεωργάκη Ολύμπιο, θα ήταν επιτρεπτή η προσθήκη: «ελληνικής καταγωγής».  Αυτό ασπάζεται και ο ρουμανικός λαός, κατά τον οποίο ‘Κουτσόβλαχος’ σημαίνει  Έλληνα, όπως μας διαβεβαιώνουν  πολλοί, π.χ. οι CGiurescuPNasturel. Ο δε ICoteanu έχει τονίσει ότι οι Κουτσόβλαχοι δεν αισθάνθηκαν ποτέ ότι ανήκουν στον ίδιο λαό με τους Ρουμάνους. Εξ άλλου στην ξενιτειά οι Κουτσόβλαχοι πάντοτε στις τοπικές αρχές καθιστούσαν γνωστή και την εθνικότητά τους, όπως ενωρίτατα έχει διαπιστώσει ο Ι. Iorga στα Πολωνικά Αρχεία, όπου οι Μοσχοπολίτες, Βορειοηπειρώτες  Βλάχοι καταγράφονται Γραικοί. Οι λόγιοι ή επιστήμονες  Βλάχοι, όπως οι Μετσοβίτες Ν. Τζαρτζούλης και Τρ. Μπάρτας δεν άφηναν ευκαιρία διακηρύξεως της ελληνικής μάλιστα και αρχαιοελληνικής καταγωγής, όπως αναφέρει  για τον πρώτο ο καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Αθανάσιος Καραθανάσης.
Ήδη  οι προηγούμενες θέσεις είναι δεκτές από την επιστημονικά ακραιφνή ρουμανική κοινότητα, η οποία  με σειρά αυτοτελών βιβλίων αποκαθιστά την αλήθεια σε ζήτημα, που έχει ταλανίσει τις δυο χώρες Ελλάδα-Ρουμανία, εξ αιτίας της Αψβουργικής στην νοτιοανατολική Ευρώπη πολιτικής, η οποία είχε συμπαρασύρει και εκπροσώπους της Καθολικής Εκκλησίας φορτισμένους με ασυγκράτητο μίσος κατά του ελληνισμού, σύμφωνα με αποκάλυψη του GWeigand για τον αββά Faverial: «Mε ιδιαίτερη εμπάθεια μιλούσε για τους ‘maudits Grecs’ (καταραμένους Έλληνες), που οι Λαζαριστές είναι οι αδιόρθωτοι αντίπαλοί τους, όσο και να ξετρελαίνεται ο γαλλικός λαός για την Ελλάδα». Φυσικά εκμυστηρεύθηκε  στον Γερμανό GWeigand, διότι ήταν μίσθαρνο όργανο της ρουμανικής προπαγάνδας. Για δε τη μισθοδοσία του πληροφορούν και οι εγκυκλοπαίδειες της Ρουμανίας DiaconovichMinervaPredescu… Αλήθεια ποια θα έπρεπε να ήταν η στάση του ρουμανικού λαού, ιδίως δε της Ρουμανικής Εκκλησίας, αν αναπολούσαν όσα προσέφεραν  στην Ρουμανία δύο μόνο Έλληνες ορθόδοξοι καλόγεροι, ο Κορέσης και ο Δανιήλ Φιλιππίδης;
Ευτυχώς πλέον στο Βουκουρέστι, όπως υπογραμμίζεται σε βιβλίο της Scalcau, «οι ελληνορουμανικές  σχέσεις αποτελούν  ένα από τα πιο πλούσια κεφάλαια της παγκόσμιας ιστορίας». Αυτό οφείλεται  και στη σταθερή παρουσία, επί χιλιετίες, των Ελλήνων στο έδαφος της σημερινής Ρουμανίας». Διερευνήθηκε  δε και διακηρύχθηκε ότι ο ελληνισμός ως ενότητα πληθυσμιακή σε ρουμανικό χώρο χρονολογείται από τον 7ο αι. π.Χ., αν και γίνεται δεκτός και ο απόηχος της ελληνικής παρουσίας από την αργοναυτική εκστρατεία, δοθέντος ότι κατά την παράδοση η ‘Αργώ’ από τον Εύξεινο Πόντο  εισήλθε στο ρεύμα του Δουνάβεως και ποτέ δεν λησμονήθηκε. Διότι οι Μοσχοπολίτες Βλάχοι - και όχι μόνο - διακρίθηκαν και στη ναυσιπλοΐα. Αληθινά η οικογένεια Σίνα, της  οποίας ο Γεώργιος υπήρξε  και ο πατέρας των σιδηροδρόμων των προς νότο του Δουνάβεως χωρών και ολόκληρης της Βαλκανικής, απέκτησε  ήδη το 1830 το πρώτο τεχνικώς τελειότερο ατμόπλοιο του Δουνάβεως και για λόγους ευνοήτους έδωσε το όνομα του αυτοκράτορα της Αυστροουγγαρίας Φραγκίσκου Α΄ (Franz I). To δεύτερο, που ναυπηγήθηκε το 1839, έλαβε το όνομα του πρώτου πλοίου του κόσμου ‘Αργώ’, που θυμίζει την αρχική πατρίδα  των πλοιοκτητών, την Ελλάδα! Κατά το 1850 η εταιρία  των Σίνα  διέθετε περισσότερο από πενήντα πλοία και εκτελούσε συγκοινωνία μεταξύ Linz  Βιέννης, Βουδαπέστης, Σεμπλίνου, Γαλατσίου, Βάρνας, Τραπεζούντος, Κωνσταντινουπόλεως, Θεσσαλονίκης, Σμύρνης, Ρόδου, Συρίας και Αλεξανδρείας.
Προσφυέστατα η Paula Scalcau κατανέμει την ύλη των ελληνορουμανικών σχέσεων  στις επόμενες ενότητες: Παλαιοί δεσμοί, Οι Έλληνες στη Δακία, Οι Ελληνες στη ρωμαϊκή Δακία, Το Βυζάντιο και ο ρουμανικός χώρος, Έλληνες έμποροι στις ρουμανικές χώρες, Ελληνες αξιωματούχοι στις ρουμανικές χώρες, Ελληνες καλλιτέχνες στις ρουμανικές χώρες, Ελληνες στις ρουμανικές χώρες κατά τον ‘φαναριώτικο’ αιώνα. Ακολουθούν  οι πρωταγωνιστές  του νέου καθεστώτος, οι Ελληνες μητροπολίτες, γραμματικοί, σύμβουλοι και εκπρόσωποι της ηγεμονίας, τυπογράφοι, βιβλιοπώλες, εκδότες, Ελληνες καθηγητές των Ηγεμονικών Ακαδημιών……. Σε όλες δε τις δραστηριότητες διαπρέπουν και απόδημοι Βλάχοι του ελλαδικού χώρου αποκαλούμενοι απλούστατα …Ελληνες!
Μετά ταύτα δικαιολογημένα ο πασαένας απορεί και διερωτάται  για την πρόσφατη και ανεπιστημονική σπουδή του Ρουμανικού Κοινοβουλίου τροποποιήσεως του άρθρου 1 του νόμου 299/13.11.2007, ώστε πολλοί  ακροατές και ο ομιλητής να μεταλλαχθούν σε Ρουμάνους!
Οποιαδήποτε διαμαρτυρία ή και μεμψιμοιρία κατά του Ρουμανικού Κοινοβουλίου θα προκαλούσε θυμηδία, όταν και το ελληνικό κατεστημένο των πολιτικών φωράται (συλλαμβάνεται) ανίδεο και αδιάφορο. Αποδεδειγμένα δε η Μεταπολιτευτική Ελληνική Δημοκρατία (!) επιχορηγούσε κιόλας σωματεία- ιδρύματα, συντομογραφικά ΜΚΟ (Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, π.χ. ΚΕΜΟ, ΕΛΙΑΜΕΠ, για την "ανακάλυψη" μειονοτήτων  στην Ελλάδα, μολονότι μόλις μεταπολεμικά ξένοι διαπρεπείς επιστήμονες μετά πολυετείς και ενδελεχείς επιτόπιες έρευνες αποφάνθηκαν, όπως ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Σορβόννης Andre Blanc, ότι «το κράτος το πιο ενιαίο, το πιο ομοιογενές είναι το ελληνικό». Καταγέλαστο είναι το περιστατικό συνεδρίας στο αρμόδιο υπουργείο, στο οποίο προσκλήθηκαν και εκπρόσωποι της Ευρωπαϊκής Ενώσεως στην τελετή "αναγορεύσεως" των Βλάχων  Ελλάδος ως "μειονοτικών"! 

Μέλος δε της επιτροπής, έγκριτη νομικός, σύζυγος αποβιώσαντος νομικού επίσης επιφανούς, μόλις κατά τα τέλη  της διαδικασίας συνειδητοποίησε  ότι η σύμβολή της αφορούσε και στο προσφιλές της πρόσωπο, το οποίο  όμως δια βίου  υπήρξε  υπόδειγμα επιστήμης  και ακραιφνέστατος Έλληνας, συμπατριώτης γαρ του Γεωργάκη Ολύμπιου! Προς έλεγχο  της υπόνοιάς της αμέσως επικοινώνησε με ακρίβεια δίνοντάς του και τα απαραίτητα στοιχεία, που διαβιβάσθηκαν ταχύτατα στους αιρετούς άρχοντες των Βλαχοχωριών, οπότε αποσοβήθηκε η εθνική καταισχύνη, αν δεν διατηρούσαν- επάξια την ελληνικότητά τους ήρωες του 21, Γ. Ολύμπιος, Αναστάσιος Μανάκης, Νικόλαος Στουρνάρης, Ιωάννης Κωλέττης, Χριστόδουλος Χατζηπέτρος, Νικόλαος Κασομούλης, πολιτικοί Σπυρίδων και Χαρίλαος Τρικούπης, Πατέρες της Ορθοδοξίας, εθνικοί ευεργέτες…, σύμπας ο Βλαχόφωνος Ελληνισμός!
Αχιλλεύς Λαζάρου

Ρωμανιστής- Βαλκανολόγος
Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών
Charge de cours a la Sorbonne (Paris IV)
Oι ενδιαφερόμενοι για πλήρη τεκμηρίωση βλ. ευρετήρια ονομάτων στην τετράτομη συγγραφή Αχ. Λαζάρου, ελληνισμός και λαοί ΝΑ Ευρώπης, Αθήνα 2009-2010]


Το είδαμε στο: http://infognomonpolitics.blogspot.gr

Δευτέρα, 26 Αυγούστου 2013

ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΒΩΜΟΥ ΣΤΟΝ ΨΗΛΟΡΕΙΤΗ




Θερμού Μαρία

Βρέθηκε καλά προστατευμένο, κάτω από ένα πέτρινο θρανίο που ακουμπά στον τοίχο. Λίθινο και το ίδιο αλλά με ασυνήθιστο σχήμα, καθώς αποτελείται από τρία βαθμιδωτά επίπεδα, που μεγαλώνουν από κάτω προς τα επάνω, με μια κοιλότητα μάλιστα στην άνω επιφάνειά του.

Υπήρξε όχι απλώς η σημαντικότερη ανακάλυψη της εφετινής ανασκαφής στη Ζώμινθο του Ψηλορείτη, αλλά και ένα από τα σπουδαιότερα ευρήματα που μας έρχονται από τη Μινωική Eποχή. Και αυτό επειδή σε κάθε μία από τις πλευρές του - δώδεκα συνολικά - είναι χαραγμένο από ένα σύμβολο της Γραμμικής Α γραφής. 

Πρόκειται για έναν τελετουργικό βωμό, εξ ου και οι μικρές διαστάσεις του (20Χ20 εκ.), όπως εξηγεί η αρχαιολόγος δρ Εφη Σαπουνά-Σακελλαράκη που τον έφερε στο φως πριν από λίγες ημέρες κατά την ανασκαφή του τεράστιου κτιριακού συγκροτήματος της Ζωμίνθου. Η μελέτη του και η προσπάθεια ανάγνωσης των συμβόλων είναι κάτι που θα απαιτήσει χρόνο και θα γίνει βεβαίως από επιστήμονες, ειδικούς στις μινωικές γραφές, με την ελπίδα ότι μπορεί να αποκαλυφθούν σημαντικά στοιχεία για τις τελετουργίες που ελάμβαναν χώρα σε υψόμετρο 1.200 μ. πριν από 3.500 -4.000 χρόνια. Ο βωμός δεν υπήρξε άλλωστε το μοναδικό τελετουργικό αντικείμενο που αποκαλύφθηκε εφέτος: μια σειρά παραπλήσιων ευρημάτων αποδεικνύει περίτρανα τον ιερό χαρακτήρα του συγκροτήματος, το οποίο πέραν πάσης αμφιβολίας πλέον χαρακτηρίζεται ως ανάκτορο.

«Ενα μεγάλο διοικητικό, πολιτικό και θρησκευτικό κέντρο, πολυτελής έδρα του ιερατείου του Ιδαίου Αντρου, ήταν αυτό το ανάκτορο» 
λέει η κυρία Σαπουνά-Σακελλαράκη. «Γιατί η λειτουργία του δεν θα μπορούσε να περιορίζεται μόνο στους τρεις μήνες που, λόγω υψομέτρου, είναι προσβάσιμο. Ετσι, για τον υπόλοιπο χρόνο το ιερατείο ήταν εγκατεστημένο εδώ στη Ζώμινθο» προσθέτει. Παράλληλα επισημαίνει και τις παραγωγικές λειτουργίες του ανακτόρου, με τα εργαστήρια κεραμικής, μεταλλουργίας και ορείας κρυστάλλου, τα οποία έχουν ήδη αποκαλυφθεί - εκτός φυσικά από την προφανή διαχείριση του φυσικού πλούτου. Ο έλεγχος ωστόσο φαίνεται ότι ανήκε στην Κνωσό. Στον κοντινότερο δρόμο που οδηγεί προς την Ιδα και το Ιδαίον Αντρον, το οποίο λειτουργούσε ως λατρευτικό κέντρο από την εποχή των πρώτων ανακτόρων στην Κρήτη, το ανάκτορο της Ζωμίνθου ελεγχόταν προφανώς από την κυρίαρχη Κνωσό, η οποία είχε υπό την εξουσία της και το ιερό.

Θυσιαστήριο
Ένα δωμάτιο που έκρυβε εντυπωσιακά ευρήματα, τέτοια που μόνο σε ιερά εντοπίζονται, είναι η άλλη σπουδαία ανακάλυψη. Γιατί στη μία γωνία του ένας ημικυκλικός χώρος οριοθετημένος από όρθιες πλάκες έκρυβε πραγματικό θησαυρό: ένα χάλκινο θυμιατήρι με λαβή, δύο χάλκινους διπλούς πελέκεις και έναν μικρότερων διαστάσεων. Ακόμη, δύο απομιμήσεις πελέκεως και ξίφους, επίσης χάλκινα, και κάτω από αυτά πλήθος πήλινων αγγείων. Ολα τελετουργικά αντικείμενα τα οποία η κυρία Σαπουνά-Σακελλαράκη μαζί με τον αείμνηστο Γιάννη Σακελλαράκη είχαν εντοπίσει παλαιότερα στο Ιδαίο Αντρο και στο ιερό κορυφής των Κυθήρων.

Αλλά τα ευρήματα δεν σταματούν εδώ. Μέσα στον χώρο αυτόν βρέθηκε και ένας δεύτερος λίθινος, τελετουργικός βωμός, αρκετά καμένος όμως από τη φωτιά, έτσι ώστε να είναι αδύνατον, επί του παρόντος τουλάχιστον, να διαπιστωθεί αν φέρει και αυτός εγχάρακτα σύμβολα. Τέλος, γύρω-γύρω από το πέτρινο χώρισμα ήταν τοποθετημένα και δόντια αγριόχοιρου, ενώ στο δωμάτιο βρίσκονταν διάσπαρτα κέρατα αίγαγρων και ενός ελαφιού.

«Πρόκειται για ένα χαρακτηριστικό περιβάλλον θυσιαστηρίου» 
εξηγεί η ανασκαφέας επισημαίνοντας ότι σε αυτό το δωμάτιο εντοπίστηκε, κάτω από το θρανίο, και ο βωμός με τα σύμβολα. Χαρακτηριστικό για τη Ζώμινθο εξάλλου είναι το γεγονός ότι όλα τα τελετουργικά σκεύη έχουν βρεθεί προσεκτικά αποθηκευμένα. «Είχαν έναν θρησκευτικό συντηρητισμό στην Προϊστορική Εποχή, γι' αυτό διατηρούσαν όλα τα τελετουργικά αντικείμενα, ακόμη και των παλαιότερων εποχών, ως ιερά κειμήλια» προσθέτει. Επιπλέον διευκρινίζει ότι στο κτίριο θα πρέπει να υπήρχαν αρκετοί χώροι θυσιαστηρίου, ενδεχομένως με κάποιες διαφορές μεταξύ τους, ώστε να καλύπτουν όλες τις τελετουργίες. Η απόδειξη βρίσκεται σε άλλο δωμάτιο του ανακτόρου, το οποίο διασώζει στη μία πλευρά του ένα υψηλότερο επίπεδο ειδικής χρήσης, ένα είδος βωμού στον οποίο ανεβαίνει κανείς με μικρή κλίμακα.

Ο κίονας
Για πόσα χρόνια μπορεί να διατηρηθεί το ξύλο; Μια απάντηση δίνει το εύρημα που εντοπίστηκε στην άλλη πλευρά του δωματίου των θρανίων και των λίθινων βωμών (ένας τοίχος που δεν κλείνει στις άκρες του διαχωρίζει το δωμάτιο στα δύο). Πρόκειται για τη βάση ενός λίθινου κίονα, τετράγωνου αρχικώς, με διαστάσεις 70Χ100 εκ. πλάτος και 15 ύψος και στη συνέχεια κυλινδρικού (διαμέτρου 55 εκ. και ύψους 17 εκ.) που χρησιμοποιείται ως υποδοχή του ξύλινου κίονα. Σε ύψος περίπου 30 εκ. και με διάμετρο 26,5 εκ. διασώζεται έτσι στη θέση του αυτό το ξύλο, το οποίο οι Μινωίτες είχαν κόψει προφανώς από το βουνό όπου βρίσκονταν και ήταν ονομαστό άλλωστε για την ξυλεία του, προκειμένου να κατασκευάσουν το κτίριο.

Είναι γνωστό εξάλλου ότι με αυτόν τον τρόπο ήταν κατασκευασμένα όλα τα μινωικά ανάκτορα καθώς η χρήση του ξύλου επέτρεπε την ελαφριά ανωδομή ώστε να μπορούν να προσθέσουν δύο και τρεις ορόφους. Το συγκεκριμένο αφαιρέθηκε με τεράστια προσοχή προκειμένου να συντηρηθεί ενώ η κυρία Σαπουνά-Σακελλαράκη μας θυμίζει ότι ένα παρόμοιο εύρημα είχαν φέρει στο φως κατά την ανασκαφή των Αρχανών, στην είσοδο του ανακτόρου.

Ενας μακρύς διάδρομος μήκους 17,40 μ. (ως το σημείο που έχει φθάσει ως τώρα η ανασκαφή) και πλάτους 1,55 μ. χωρίζει το ανάκτορο σε δύο πτέρυγες, την ανατολική και τη δυτική. «Ολη η ανατολική πτέρυγα φαίνεται ότι είχε θρησκευτική χρήση» λέει η αρχαιολόγος.

Σε ένα από τα δωμάτια αυτής της πλευράς βρέθηκε μια πήλινη τριποδική τράπεζα με γαλάζιο κονίαμα ενώ σε ένα άλλο ήρθε στο φως ομάδα χάλκινων αντικειμένων θρησκευτικής χρήσης μεταξύ των οποίων διπλοί πελέκεις, αφιερωματικά εγχειρίδια αλλά και ένα μακρόστενο, χάλκινο αντικείμενο, απροσδιόριστης ακόμη χρήσης, με κρίκο στη μία άκρη του.

Εδώ θα πρέπει να προστεθούν και όλα τα άλλα σπουδαία ευρήματα των τελευταίων χρόνων, όπως τα χάλκινα ειδώλια, το σκήπτρο του ιερέα με τα χαραγμένα φίδια, τα θυμιατήρια, τα χάλκινα εγχειρίδια και τα χάλκινα κύπελλα, τα ρυτά σε σχήμα ζώου, τα κύπελλα κοινωνίας αλλά και πολλά αναθήματα, περόνες και περίαπτα, κοσμήματα, ελάσματα.

Τοιχογραφίες
Τεράστιος είναι ο όγκος των κονιαμάτων που προκύπτουν από την ανασκαφή. Ειδικά μάλιστα οι τοίχοι των δωματίων του άνω ορόφου, όχι μόνο έφεραν καλής ποιότητας κονιάματα, αλλά ήταν και καλά τοιχογραφημένα, όπως διακρίνεται από τα χρώματα που έρχονται στο φως: κόκκινο, κίτρινο και γαλάζιο. Αλλά για τις παραστάσεις θα μπορεί να μιλήσει κανείς μετά τη συντήρηση των τοιχογραφιών - αν και ήδη, σε ένα μικρό τμήμα από αυτές, διακρίνονται ορισμένα κλαδιά και ένα πουλί.

Με περισσότερα από 55 δωμάτια και εμβαδόν άνω των 1.600 τ.μ., με δεύτερο όροφο ή και τρίτο σε μεγάλο μέρος του, το κτίριο είχε κατασκευαστεί στη δυτική πλαγιά ενός χαμηλού λόφου σε θέση που παρέχει τον έλεγχο ολόκληρου του οροπεδίου.

Η έκταση του χώρου ανέρχεται περίπου σε τέσσερα στρέμματα ενώ από τη γεωμαγνητική, που επίσης έγινε εφέτος, αποδείχτηκε ότι γύρω από το ανάκτορο υπάρχουν πολλά κτίσματα του οικισμού.

Μια ακόμη πολύτιμη πληροφορία της ανασκαφής εξάλλου προέκυψε από τον καθαρισμό του αύλειου χώρου της βόρειας πλευράς του κτιρίου όπου εντοπίστηκε η αρχή δύο πομπικών διαδρόμων του ανακτόρου. Δέκα αρχαιολόγοι, δύο αρχιτέκτονες, ειδικοί συντηρητές, τοίχων, τοιχογραφιών και αγγείων, ειδικοί ανασκαφικοί εργάτες για τους σημαντικούς χώρους εργάστηκαν επί πέντε εβδομάδες σε αυτόν τον χώρο, τον οποίο ο Γιάννης Σακελλαράκης είχε εντοπίσει από το 1982, για να ξεκινήσει όμως την έρευνα μόλις το 2006. Ανασκαφέας του Ιδαίου Αντρου, των Αρχανών, του ιερού κορυφής στα Ανεμόσπηλια αλλά και των Κυθήρων, ο αρχαιολόγος θεωρούσε τη Ζώμινθο, με το προελληνικό όνομα, ως «μια μινωική μοναδικότητα»,ενώ δεν ήταν λίγες οι φορές που επισήμαινε πως «αν αφήσω κάτι στην Αρχαιολογία, αυτό θα είναι η διάσταση των βουνών».

Ένας ιδιοφυής μινωίτης αρχιτέκτονας

Χτίστηκε με μεγάλους ογκόλιθους μήκους ενός μέτρου και όλα του τα δάπεδα ήταν καλοστρωμένα από ωραίες, μεγάλες πλάκες. Το ανάκτορο της Ζωμίνθου φαίνεται ότι είχε έναν ιδιοφυή αρχιτέκτονα με ιδιαίτερη γνώση της λειτουργίας και της χρήσης των χώρων, όπως λέει η αρχαιολόγος κυρία Εφη Σαπουνά-Σακελλαράκη, η οποία διεξάγει την ανασκαφή. Τα ευρήματα δείχνουν ότι χτίστηκε στα Προανακτορικά χρόνια (2100-1900 π.Χ.), αφού μέσα στο κτίριο διατηρούνται ως «νησίδες» λείψανα εκείνης της περιόδου τα οποία οι μεταγενέστεροι - στην Παλαιοανακτορική περίοδο πλέον -  ενσωμάτωσαν στην επόμενη φάση του.  Ωστόσο, μετά τον σεισμό του 1700 π.Χ. περίπου, ο οποίος προκάλεσε μεγάλες καταστροφές, το κτίριο εγκαταλείφθηκε από τους κατοίκους του, οι οποίοι έφυγαν παίρνοντας μαζί τους και τα υπάρχοντά τους. 

Τα στοιχεία δείχνουν ότι επέστρεψαν γρήγορα, μέσα σε 30-50 χρόνια το πολύ, και τότε ξανάχτισαν το κτίριο αλλάζοντας σε μικρό βαθμό τη διαρρύθμισή του. Μερικούς αιώνες αργότερα όμως νέος σεισμός επέφερε μεγαλύτερη καταστροφή. Αλλά οι άνθρωποι επέστρεψαν για μία ακόμη φορά... και ξαναέχτισαν. Στη συνέχεια ήρθαν οι Μυκηναίοι, ήρθαν οι Ρωμαίοι, μετά οι Βυζαντινοί, οι Ενετοί, οι Τούρκοι, αφήνοντας όλοι τους στη Ζώμινθο τα χνάρια τους, που σε τίποτε όμως δεν κατόρθωσαν να ξεπεράσουν εκείνα των πρώτων μινωιτών κατοίκων. 

http://www.visaltis.net

Κυριακή, 18 Αυγούστου 2013

Οι βυζαντινές ένοπλες δυνάμεις


 

Ο Βυζαντινός Στρατός

Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ήρθε πολλές φορές αντιμέτωπη με λαούς που ήθελαν να καταλάβουν τα εδάφη της. Επιδίωξη όλων των αυτοκρατόρων και των ανώτατων αξιωματούχων ήταν πάντοτε η επίλυση των προβλημάτων με τους γείτονες με διπλωματικά μέσα· πολλές φορές όμως η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη. Γι’ αυτό μεγάλη σημασία δόθηκε στην καλή οργάνωση του στρατού και του ναυτικού.

Ι. Ο στρατός ξηράς

Η οργάνωση του στρατού στηρίχθηκε στα δύο σώματα που είχαν δημιουργηθεί από τον Διοκλητιανό: τους λιμιτανέους και τους κομιτατήσιους Οι λιμιτανέοι ήταν γεωργοί που έμεναν στα σύνορα της χώρας, στους οποίους το κράτος έδινε δωρεάν καλλιεργήσιμη γη, με την υποχρέωση να προσφέρουν στρατιωτικές υπηρεσίες εάν χρειαζόταν. Οι κομιτατήσιοι ήταν ο τακτικός στρατός που μεταφερόταν όπου παρουσιαζόταν ανάγκη· αρχηγός τους ήταν ο αυτοκράτορας. Άλλα σώματα στρατού αποτελούνταν από ξένους συμμαχικούς λαούς που ήταν μισθοφόροι (με αμοιβή): οι βουκελλάριοι και οι ομόσπονδοι.

Ο αυτοκράτορας Ηράκλειος άλλαξε την οργάνωση και τη διοίκηση του στρατού, μεταρρύθμιση που ολοκλήρωσαν οι διάδοχοί του. Δημιουργήθηκαν στρατιωτικές μονάδες, τα θέματα, που βρίσκονταν μόνιμα εγκατεστημένα στις επαρχίες, με σκοπό να ενισχύσουν την άμυνά τους, οι οποίες, μάλιστα, πήραν το όνομά τους από αυτές, π.χ. η περιοχή όπου υπηρετούσαν οι δυνάμεις από την Αρμενία ονομάστηκε θέμα Αρμενιάκων, η περιοχή των Θρακών Θρακώον θέμα κ.ο.κ. Το κάθε θέμα αποτελούσαν από δύο ως τέσσερις τούρμες, ανάλογα με την έκτασή του, με επικεφαλής τον τουρμάρχη. Η τούρμα χωριζόταν σε δρούγγους με επικεφαλής έναν δρουγγάριο, και οι δρούγγοι σε βάνδα. Κάθε βάνδο είχε 300-400 άνδρες και τους διοικούσε ένας κόμης. Επικεφαλής κάθε θέματος ήταν ο στρατηγός, που διοριζόταν συνήθως για διάστημα από τρία έως τέσσερα έτη. Τα στρατεύματα των θεμάτων αποτελούνταν από επαγγελματίες στρατιώτες που ήταν εγκατεστημένοι στην έδρα του στρατηγού και σε στρατηγικής σημασίας πόλεις-κάστρα. Υπήρχαν ωστόσο και στρατιώτες-γεωργοί που ήταν εγκατεστημένοι σε κτήματα που το κράτος τούς είχε παραχωρήσει, με την υποχρέωση να παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε καιρό πολέμου. Σε περιοχές κοντά στα σύνορα, υπήρχαν στρατιωτικά σώματα που τα πρόσεχαν, τα οποία ονομάζονταν  κλεισούρες (όπως λέγονται και τα στενά περάσματα ανάμεσα σε δύο βουνά) και είχαν διοικητή τους τον κλεισουράρχη. Με τα στρατεύματα των κλεισουρών είχαν σχέση και οι ακρίτες, που αποτελούσαν στρατιωτικά σώματα επίσης ταγμένα για τη φύλαξη των συνόρων.

Από τον 9ο αιώνα οι κύριες δυνάμεις της αυτοκρατορίας αποτελούνταν από τα τάγματα, δηλαδή τις στρατιωτικές μονάδες που βρίσκονταν στην Κωνσταντινούπολη ή σε άλλες μεγάλες πόλεις και αποτελούνταν από επίλεκτες μονάδες. Τα σημαντικότερα από αυτά ήταν: α) οι σχολές που ήταν σώμα από έφιππους και πεζούς στρατιώτες, β) οι εξκουβίτορες που χρησιμοποιούνταν συχνά σε εμπιστευτικές αποστολές, γ) το σώμα του «αριθμού» ή της βίγλας κύρια αποστολή του οποίου ήταν η φρούρηση του παλατιού και δ) οι ικανάτοι που ήταν και το νεώτερο σώμα της φρουράς. Διοικητές των σωμάτων αυτών ήταν οι δομέστικοι και οι δρουγγάριοι. Η προσωπική φρουρά του αυτοκράτορα ονομαζόταν εταιρία και αποτελούνταν από ξένους μισθοφόρους. Τα καθήκοντα των στρατιωτικών σωμάτων ήταν καθορισμένα με ακρίβεια και η διοίκησή τους στηριζόταν στην τάξη και την πειθαρχία, ενώ ποινές προβλέπονταν για παραπτώματα όπως ανυπακοή, λιποταξία, εγκατάλειψη όπλων κ.ά.

Το στρατό, ιδίως σε περιπτώσεις εκστρατειών, ακολουθούσε μεγάλος αριθμός ανθρώπων που πρόσφεραν υποστηρικτικές υπηρεσίες, το τούλδον όπως το έλεγαν (επιμελητεία), στο οποίο ανήκαν οι πεταλωτήδες, οι σιδεράδες, οι μάγειροι, οι νοσοκόμοι, καθώς και τα ζώα που μετέφεραν τον εξοπλισμό (εργαλεία, σκηνές, τρόφιμα, όπλα κ.ά.). Στο βοηθητικό προσωπικό ανήκαν οι ρήτορες και οι κήρυκες (καντάτορες) που εμψύχωναν τους πολεμιστές, οι αγγελιοφόροι (μανδάτορες) που εξασφάλιζαν την επικοινωνία μεταξύ των σωμάτων, οι καλλιτέχνες που διασκέδαζαν τους πολεμιστές, οι κληρικοί που λειτουργούσαν στα στρατόπεδα και στα πεδία της μάχης. Επιπλέον, οι στρατιώτες είχαν δικαίωμα να παίρνουν μαζί τους δούλους ή υπηρέτες για να τους εξυπηρετούν σε διάφορες πρακτικές τους ανάγκες.

Η θητεία στον στρατό διαρκούσε πολλά χρόνια. Ορισμένοι, για να αποφύγουν τη στράτευση, γίνονταν μοναχοί ή ακόμα έφταναν στο σημείο να ακρωτηριάζουν μέλη του σώματός τους, ενώ οι πλούσιοι εξαγόραζαν τη στρατιωτική τους θητεία καταβάλλοντας χρηματικά ποσά που το κράτος χρησιμοποιούσε για να πληρώσει τους μισθοφόρους. Όμως, ο στρατός ήταν μια λύση για όσους δεν είχαν περιουσία. Η αμοιβή ενός στρατιωτικού εκτός από τον τακτικό μισθό, τη ρόγα όπως την έλεγαν, που ήταν ανάλογος με το αξίωμα και με το σώμα όπου υπηρετούσε, περιλάμβανε μερίδιο από τα λάφυρα, φορολογικές απαλλαγές και σιτηρέσιο (ψωμί, κρασί, λάδι και κρέας). Επίσης, οι στρατιωτικοί λάμβαναν και έκτακτες παροχές από τον αυτοκράτορα, όταν ανέβαινε στον θρόνο ή παντρευόταν ή όταν εορτάζονταν σημαντικά γεγονότα. Ο Κεκαυμένος, στο έργο του Λόγος νουθετητικός προς βασιλέα συστήνει να μην μειώνεται ποτέ ο μισθός των στρατιωτών, για να μην υπάρξει κίνδυνος να λιποτακτήσουν (να πάνε με το μέρος του εχθρού).

Μετά την ήττα στο Ματζικέρτ (1071) ο στρατός των θεμάτων διαλύθηκε σιγά σιγά, και αντικαταστάθηκε από τον θεσμό της πρόνοιας, δηλαδή την παραχώρηση αγροκτημάτων και φορολογικών εσόδων σε ευγενείς και αξιωματούχους, τους προνοιάριους, με την υποχρέωση να προσφέρουν στρατιωτικές υπηρεσίες σε περίοδο πολέμου. Αυτό το μέτρο όμως απέτυχε και ο στρατός μειώθηκε και βασίστηκε κυρίως στους μισθοφόρους, οι οποίοι βέβαια δεν πολεμούσαν με κίνητρο να σώσουν την πατρίδα τους, αλλά μόνο για τα χρήματα.

ΙΙ. Το ναυτικό

Η εξάπλωση των Αράβων τον 7ο αιώνα απείλησε την κυριαρχία των Βυζαντινών στη θάλασσα και οδήγησε στην αναδιοργάνωση του πολεμικού ναυτικού, το πλώιμον όπως το έλεγαν, επικεφαλής του οποίου τέθηκε ο στρατηγός των καραβησιάνων. Το ναυτικό οργανώθηκε ως οργανικό τμήμα της διοίκησης των θεμάτων. Έτσι, δημιουργήθηκε ο στόλος των επαρχιών, τα θεματικά πλώιμα, με επικεφαλής στρατηγούς ή δρουγγάριους. Το βασιλικόν πλώιμον ήταν ανεξάρτητος στόλος για την άμυνα της πρωτεύουσας με επικεφαλής τον δρουγγάριο του πλώιμου, τον γενικό ναύαρχο. Το κύριο πολεμικό πλοίο κατά τους βυζαντινούς χρόνους ήταν ο δρόμων που μπορούσε να μεταφέρει μέχρι 300 άνδρες, πολεμιστές και κωπηλάτες. Άλλοι τύποι πολεμικών πλοίων ήταν το δρομώνιον και το χελάνδιον.

Πριν από κάθε αναχώρηση του στόλου, τα πλοία και τους άνδρες επιθεωρούσαν οι διοικητές τους, ενώ οι κληρικοί έψαλλαν ιδιαίτερη ακολουθία για να πάνε όλα καλά. Ο συνηθέστερος τρόπος ναυμαχίας ονομαζόταν πελαγολιμήν: ο πολεμικός στόλος ήταν σε παράταξη ημικυκλίου, στο κέντρο του οποίου βρισκόταν ο δρόμωνας του ναυάρχου, για να δίνει διαταγές που θα την άκουγαν όλοι, ενώ στις άκρες βρίσκονταν οι πιο δυνατοί δρόμωνες. Άλλος τρόπος διάταξης ήταν η κατά μήκος επίθεση, με τις πρώρες στραμμένες προς τον εχθρό. Σε αντίθεση με την αρχαία ναυτική τακτική, οι ναυμαχίες δεν στηρίζονταν πλέον στον εμβολισμό των εχθρικών πλοίων, αλλά στο πλεύρισμα και στην πρόσδεση στα εχθρικά πλοία· τότε οι στρατιώτες ορμούσαν και η μάχη δινόταν σώμα με σώμα. Με τα χρόνια, η ναυτική δύναμη του Βυζαντίου άρχισε να παρακμάζει και στα τέλη του 13ου αιώνα το ναυτικό διαλύθηκε, αφού πια το κράτος δεν μπορούσε να το συντηρήσει οικονομικά. Έτσι, οι Βενετοί και οι Γενουάτες που μέχρι τότε κατά καιρούς συμμαχούσαν με τον βυζαντινό στόλο, κυριάρχησαν στη Μεσόγειο. 

 
Βιβλιογραφία 


1. Ιστορία του ελληνικού έθνους, Αθήνα Περισσότερα

2. Κόλλιας Τ., Απ’ των κάστρων τις χρυσόπορτες, Καλειδοσκόπιο, Αθήνα, 1998 Περισσότερα

3. Κόλλιας Τ., Τεχνολογία και Πόλεμος στο Βυζάντιο, 2005 Περισσότερα

4. Κουκουλές, Φ., Βυζαντινών Βίος και Πολιτισμός, Παπαζήση, Αθήνα, 1954 Περισσότερα

5. McGeer , Ε, Sowing the Dragon's Teeth: Byzantine Warfare in the Tenth Century, Washington D.C., 1995 Περισσότερα

6. ‘Βυζαντινών Πολεμικά’, Ψηφίδες του Βυζαντίου Περισσότερα

7. Επίτομο Λεξικό της ελληνικής ιστορίας, 2004 Περισσότερα

8. Βικιπαίδεια, http://el.wikipedia.org/ Περισσότερα


http://www.exploringbyzantium.gr

Πέμπτη, 15 Αυγούστου 2013

Η κοίμησις της Θεοτόκου

 
 
Ἡ μεγαλύτερη ἀπ’ ὅλες τίς θεομητορικὲς γιορτὲς ποὺ γιορτάζεται πανηγυρικὰ σ’ ὅλον τὸν κόσμο, στίς 15 Αὐγούστου, εἶναι ἠ Κοίμηση τῆς Θεοτόκου. Θεωρεῖται ἡ κυρίως γιορτὴ τῆς Παναγίας, ἐνῶ ὁλόκληρος ὁ Αὔγουστος εἶναι ἀφιερωμένος σ΄ Αὐτήν. 
 
Μέσα στὴν Ἱερὰ Παράδοση καὶ τὴν πλούσια ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας μας οἱ πιστοὶ ζοῦν τὴν κοίμηση (θάνατο) τῆς Παναγίας, γιατί ἡ Παναγία πέθανε ὅπως ὅλοι μας, ὅπως καὶ ὁ Υἱός της, ὅμως στὴ συνέχεια «μετέστη», ἀνέβηκε μὲ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα στοὺς Οὐρανοὺς καὶ βρίσκεται ἐκεῖ κοντὰ στὸν Χριστό, νὰ πρεσβεύει καὶ νὰ παρακαλεῖ γιά μας. Ὁ τάφος της, ἐκεῖ στὸν Ναό της, στὴ Γεθσημανή, βρέθηκε κενὸς τρεῖς μέρες μετὰ τὴν Κοίμησή της, ὅταν ἀνοίχτηκε γιὰ νὰ προσκυνήσει τὸ Πανάγιο Σῶμα της ὁ Ἀπόστολος Θωμάς, ποὺ ἔφτασε καθυστερημένος, ὅπως οἰκονόμησε ὁ Θεός. Γιατί γιὰ τοὺς ἄλλους Ἀποστόλους καὶ Ἱεράρχες εἶχε οἰκονομήσει νὰ φτάσουν ἐγκαίρως… πάνω σὲ σύννεφα, ὁ καθένας ἀπὸ τὰ πέρατα τοῦ κόσμου, ὅπου ἦταν σκορπισμένοι, γιὰ νὰ κηρύττουν τὸ Εὐαγγέλιο. Ἡ Παναγία εἶχε πληροφορηθεῖ τὸ «νέο» τρεῖς μέρες νωρίτερα· ὄχι ἁπλῶς γιὰ νὰ μὴν ταραχθεῖ ποὺ θὰ πέθαινε καὶ νὰ προετοιμαστεῖ, ἀλλὰ καὶ νὰ χαρεῖ ποὺ θὰ πήγαινε στὴν αἰώνια Βασιλεία δίπλα στὸν ἀγαπημένο της Υἱό. Πῆγε ὅπως συνήθιζε νὰ προσευχηθεῖ γιὰ τελευταία φορὰ στὴ γῆ καὶ ἔδωσε τὰ δύο μοναδικὰ φορέματά της σὲ δύο χῆρες γυναῖκες, ποὺ ἦταν κοντά της. Ἔπειτα περίμενε τοὺς μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ, ποὺ μία δυνατὴ βροντὴ τοὺς ἔφερε ἀμέσως δίπλα στὸ νεκροκρέβατό της, γιὰ νὰ πάρουν τὴν εὐλογία της, πρὶν ἔρθει ὁ Χριστὸς μὲ τοὺς Ἀγγέλους νὰ...
 
πάρουν τὴν πανάγια ψυχή της στοὺς Οὐρανούς.

 http://www.pemptousia.gr

Το είδαμε στο: http://www.orthodoxia-ellhnismos.gr

Τετάρτη, 14 Αυγούστου 2013

Ψευδώνυμη γλώσσα, ψευδεπίγραφου κράτους



Σχόλιο istorias-alitheia: Ένα άρθρο από το "μακρυνό" 1992 για την ψευδομακεδονική των ψευδομακεδόνων απατεώνων και ιστορικών παραχαρακτών.

Του Γ. Μπαμπινιώτη

Da vi go pretstavam sina mi Blazeta… Mu ja dador na Petrata knigata… Go razdivali peracot…

Καταλαβαίνετε τίποτε; Ούτε λέξη; Μα δεν ξέρετε «Μακεδονικά»; Αίσχος Έλληνες, ιδίως εσείς  Έλληνες της Μακεδονίας, να μη γνωρίζετε τη «μακεδονική» γλώσσα των «αδελφών» σας των Σκοπίων, να μη γνωρίζετε τη γλώσσα σας! Ντροπή! Τέτοιοι που είστε, καλά πάθατε και μείνατε αλύτρωτοι από τους Έλληνες! Ενώ οι «Μακεδόνες» των Σκοπίων τα κατάφεραν να είναι από καιρό λυτρωμένοι… Σε μια ολόφρεσκη «Μακεδονία», με μια ιστορία 48 ολόκληρων ετών (από το 1944!), που η μόνη της σχέση με τη δική σας την παμπάλαια των 3.000 χρόνων είναι το όνομα τού κράτους (Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας!) και το όνομα τη ς γλώσσας τους (Μακεδονική γλώσσα!). Εάν θέλετε να λέγεστε κι εσείς Μακεδόνες, εσείς Έλληνες τής Θεσσαλονίκης, των Σερρών, της Φλώρινας, της Καστοριάς και κάθε άλλης περιοχής της Βόρειας Ελλάδας, δεν έχετε παρά να αποδείξετε ότι είστε Σλάβοι ! Είναι απλό!

Τέτοιοι παρανοϊκοί διάλογοι και ερωτήσεις μπορούν να προκύψουν, όταν επικρατούν η Ιστορική παράνοια και η κουτοπόνηρη εθνικιστική βουλιμία, αυτές που γέννησαν το 1944 ένα κράτος με τον ψευδεπίγραφο τίτλο της «Μακεδονίας», παρμένο από την ελληνική Μακεδονία, και μια ψευδώνυμη γλώσσα, τη «Μακεδονική», που το όνομά της σκόπιμα και παραπλανητικά επελέγη για να χαρακτηρίσει ως γλώσσα ένα ανάμεικτο βουλγαροσερβικό, στην πραγματικότητα, ιδίωμα της Σλαβικής, το σλαβικό ιδίωμα του Κράτους των Σκοπίων, όπως είναι η σωστή ονομασία της γλώσσας που μιλιέται σήμερα στη Λαϊκή Δημοκρατία των Σκοπίων.

Δύο από τις σύγχρονες φυσικές (ομιλούμενες) γλώσσες αποτελούν διεθνή γλωσσολογικά παραδείγματα, διαφορετικά μεταξύ τους, για το πώς μπορεί να αποκτήσει ένα νέο κράτος μια επίσημη εθνική γλώσσα. Το ένα είναι το παράδειγμα της σύγχρονης εβραϊκής γλώσσας (Νεοεβραϊκής), που ανασυντέθηκε με την ίδρυση τού κράτους τού Ισραήλ (Το 1948) με βάση την αρχαία Εβραϊκή της Γραφής (Π. Διαθήκης κ.ά.) κι έναν γενναίο γλωσσικό σχεδιασμό (εκσυγχρονισμό στο λεξιλόγιο, συστηματοποίηση της γραμματικής και συντακτικής δομής κ.λπ.) από μεγάλους εβραίους επιστήμονες με επικεφαλής τον Eliezer Ben – Yehouda. Το άλλο είναι η τεχνητή αναγωγή σε γλώσσα ενός σλαβικού ιδιώματος, βουλγαρικού κυρίως και δευτερευόντως σερβικού, που μιλούσαν οι κάτοικοι των περιοχών Prilep, Bitolja, Kicevo και Veles, αυτοί που βρέθηκαν να κατοικούν στο κεντρικό τμήμα του νεοϊδρυθέντος ομόσπονδου κράτους των Σκοπίων. Η ανάδειξη του βουλγαροσερβικού σλαβικού ιδιώματος σε γλώσσα, αυτή που για πολιτικούς λόγους ονόμασαν αυθαίρετα «μακεδονική γλώσσα», στηρίχτηκε στην επιστημονική, απόλυτα ρυθμιστική, γλωσσολογική εργασία μερικών επιστημόνων όπως οι Bl. Koneski, K. Kepeski, B. Vidojevski και R. Ugrinova. Η τακτική στον ρυθμιστικό μεταπλασμό των κεντρικών ιδιωμάτων τού κράτους των Σκοπίων σε ενιαία γλώσσα υπαγορευόταν, όπως και η ονομασία, από πολιτικά κριτήρια:

Να απαλειφθούν, κατά το δυνατόν, τα βουλγαρικά-σλαβικά στοιχεία και να ενισχυθούν τα σερβικά-σλαβικά. Με την τεχνητή αυτή αλλοίωση τού ιδιώματος περιοριζόταν σιγά-σιγά και η εξάρτηση από τη βουλγαρική σλαβική γλώσσα, από τη βουλγαρική πολιτιστική επίδραση και από τη βουλγαρική πολιτική σύνδεση γενικότερα με την ιστορία τού Μακεδονικού ζητήματος και την ουσία του.

Αξίζει να υπογραμμισθεί εδώ ένα γεγονός που δεν έχει, νομίζω, προσεχθεί ιδιαίτερα. Αρχικά και για πολλά χρόνια το θέμα τού ψευδεπίγραφου κράτους των Σκοπίων και της ψευδώνυμης γλώσσας του ήταν προϊόν διαμάχης ανάμεσα στη Βουλγαρία και τα Σκόπια. Η Ελλάδα δεν ασχολείτο με το θέμα, γιατί το θεωρούσε γελοίο και άνευ αντικειμένου. Αντίθετα η Βουλγαρία βρισκόταν σε ανοιχτή διένεξη με τα Σκόπια, θεωρώντας ότι ο πληθυσμός των Σκοπίων είναι, κυρίως, βουλγαρικής καταγωγής και ότι επικρατούσα γλώσσα είναι η βουλγαρική και όχι η σερβική. Γι’ αυτές τις βλέψεις των Βουλγάρων στα Σκόπια γράφει χαρακτηριστικά ο Ανδριώτης το 1960: «Όπως είναι φυσικό, οι Βούλγαροι, οι οποίοι και υπό κομμουνιστικό καθεστώς δεν έπαψαν να είναι σωβινιστές και να βαυκαλίζονται με το όνειρο της Μεγάλης Βουλγαρίας, διαμαρτύρονται με πάθος βλέποντας ότι η Γιουγκοσλαβική πολιτική στο κράτος των Σκοπίων πάει να αποξενώσει  την περιοχή αυτή από τη Βουλγαρία γλωσσικά και πνευματικά. Διακηρύττουν ότι η μόνη κοινή γλώσσα της περιοχής αυτής είναι η Βουλγαρική, ότι οι τοπικές γλωσσικές μορφές της δεν είναι παρά ιδιώματα της Βουλγαρικής, ότι ιδιαίτερη “μακεδονική γλώσσα” δεν υπάρχει, ότι η φιλολογική γλώσσα, που καλλιεργούν και προβάλλουν ως κοινή για όλους τους σλαβόφωνους της σερβικής Μακεδονίας, ανάμεικτη με σερβισμούς, δεν είναι μακεδονική, παρά “κολισσεφσκική σερβική” γλώσσα (από το όνομα του πρωθυπουργού του κράτους των Σκοπίων Λαζάρου Κολισέφσκι ), ότι αυτό που γίνεται είναι καταστροφή της γλώσσας, ότι αυτοί που το κάνουν δεν είναι Μακεδόνες, παρά Σέρβοι πράκτορες, εχθροί τού λαού, και ότι ο σκοπός που τους έχει ανατεθεί  από τους “φασίστες τού Βελιγραδίου” είναι να απεθνικοποιήσουν τη Μακεδονία τού Βαρδάρη και με τον εκσερβισμό της γλώσσας να επιτύχουν τον εκσερβισμό των Μακεδόνων, όπως επέτυχαν και τον εκσερβισμό των επωνύμων τους αλλάζοντας τις καταλήξεις –ef και -of σε -efski και ofski».

Βεβαίως και οι Βούλγαροι, όντας από τους εμπνευστές της «ενιαίας Μακεδονίας» ως ιδιαίτερου ομόσπονδου κράτους μιας Βαλκανικής Ομοσπονδίας (!), η οποία σχεδιαζόταν να περιλαμβάνει τη «Μακεδονία τού Αιγαίου» (δηλ. την ελληνική Μακεδονία) και μαζί τη «Μακεδονία τού Βαρδάρη» (το κράτος των Σκοπίων) και τη «Μακεδονία τού Πιρίν» (τη «Βουλγαρική Μακεδονία»), χρησιμοποιούν και αυτοί το όνομα Μακεδονία και Μακεδόνες με εθνολογικό περιεχόμενο για να στηρίξουν τις εδαφικές και εθνικιστικές διεκδικήσεις τους, που ήταν ιδιαίτερα έντονες στο διάστημα 1949 (μετά τη ρήξη Τίτο- Στάλιν) ως το 1963. Έτσι και αυτοί όπως και οι κάτοικοι των Σκοπίων ξεχνούν ότι το μόνο και πραγματικό όνομα που είχαν οι Σκοπιανοί μέχρι το 1944, δεν ήταν Μακεδόνες αλλά Bugari (Βούλγαροι). Τα ονόματα, Μακεδονία, Μακεδόνες και μακεδονική γλώσσα, με εθνολογικό περιεχόμενο, επινοούνται μόλις το 1944! Δύο μεγάλοι γλωσσολόγοι, γάλλος σλαβιστής ο ένας, ο Andre Vaillant και ιταλός ινδοευρωπαϊστής ο άλλος, ο Vittore Pisani λένε τα εξής για τα ονόματα. Ο Α. Vaillant, (αναφερόμενος στο φαινόμενο της τροπής τού φωνηεντικού I σε u) γράφει: 

«… εκτός από τη λέξη Bugari που είναι πράγματι η εθνική ονομασία των Σλάβων Μακεδόνων, Πράγμα που δείχνει πως υιοθέτησαν τον τύπο τού ονόματος “Βούλγαροι” που τους έδωσαν οι Σέρβοι». Αυτοαποκαλούνταν δηλ. Βούλγαροι, με το όνομα με το οποίο τους ξεχώριζαν οι άλλοι Σέρβοι. Αλλά και ο Pisani λέει καθαρά: «Πράγματι η μακεδονική γλώσσα είναι προϊόν πολιτικής ουσιαστικά προέλευσης». Κι ένας νεότερος γερμανός σλαβολόγος, ο Friendrich Scolz, στο βιβλίο του για την ετυμολογία στις σλαβικές γλώσσες θα πει: «Μακεδονική εθνική συνείδηση και, εξ αυτής, συνειδητή καλλιέργεια τής Μακεδονικής ως γραπτής γλώσσας πρωτοεμφανίζεται μόλις στις αρχές τού αιώνα μας και ενισχύεται ιδίως στα χρόνια ανάμεσα στους δύο παγκόσμιους πολέμους».

Και γεννιέται εδώ ένα τεράστιο ηθικό και εθνικό μαζί θέμα: Πώς είναι δυνατόν ένα πανάρχαιο ιστορικό όνομα να χρησιμοποιείται ως προπέτασμα καπνού, για να θολώσει τον ορίζοντα και να καλύψει με παιδαριώδη, υπό άλλες συνθήκες, τρόπο τις εδαφικές και άλλες βλέψεις μιας εθνικιστικής καθαρώς πολιτικής, άλλοτε των Σκοπίων κι άλλοτε της Βουλγαρίας. Και για να μείνουμε στη γλώσσα, τι είδους μακεδονική γλώσσα μπορεί να είναι αυτό το εκ των υστέρων αναχθέν σε εθνική γλώσσα σλαβικό ιδίωμα, που το μόνο σίγουρο είναι πως πρόκειται για σλαβικό ιδίωμα με αμφισβητούμενη την επικράτηση των σερβικών ή των βουλγαρικών γλωσσικών συστατικών; Χωρίς να έχει για τους Έλληνες το θέμα καθεαυτό ιδιαίτερο ενδιαφέρον, η κρατούσα θεωρία για την προέλευση τού σλαβικού ιδιώματος των Σκοπίων είναι ότι συνεχίζει, σε γενικές γραμμές, την αρχαία σλαβική «και τοποθετείται μεταξύ των βουλγαρικών ιδιωμάτων, είτε ως διαλεκτικό τμήμα της βουλγαρικής, είτε ως τμήμα μιας βουλγαρομακεδονικής, ανάλογο προς εκείνο της σερβοκροατικής», έχοντας κατά τον Vaillant υποστεί επιδράσεις από τη Σερβική που ποικίλλουν στα διάφορα ιδιώματά της. Σε σχέση με την οικογένεια των σλαβικών γλωσσών και, ειδικότερα, τη Νοτιοσλαβική όπου ανήκει η «Μακεδονική» των Σκοπίων μαζί με τη Σερβοκροατική, τη Σλοβενική και τη Βουλγαρική, ισχύουν όσα λέει ο Heinz Wendt: «Αν κατατάξει κανείς τις σλαβικές γλώσσες με βάση τη σημερινή τους δομή, πρέπει να θεωρήσει τη Βουλγαρική και τη Μακεδονική, λόγω των εξεχουσών δομικών ιδιαιτεροτήτων τους, ως αυτοτελή ομάδα και να την αντιπαραθέσει προς όλες τις άλλες σλαβικές γλώσσες». Όπως είναι φανερό, μιλώντας κανείς για τη «Μακεδονική» των Σκοπίων, αναφέρεται σε μια σλαβική γλώσσα, περισσότερο βουλγαρική παλιότερα (μέχρι το 1944), λιγότερο βουλγαρική και περισσότερο σερβική σήμερα, η οποία εν πάση περιπτώσει δεν έχει καμιά σχέση με την Ελληνική της Μακεδονίας, που δηλώνει φυσιολογικά ο όρος Μακεδονική (γλώσσα).

Κι ωστόσο η προπαγάνδα των Σκοπίων —και της Βουλγαρίας από άλλες βλέψεις— επέβαλε βαθμηδόν το όνομα Μακεδονία, Μακεδόνες και Μακεδονική στη διεθνή ορολογία, αφού η Ελλάδα με την επίσημη πολιτική της επέλεξε να μη φέρνει τέτοια θέματα στο προσκήνιο των συζητήσεων ούτε να ενθαρρύνει την επιστημονική ή άλλη στήριξή τους. Αποτέλεσμα: Η παραποιημένη ορολογία, που ιδιοποιήθηκαν τα Σκόπια και η Βουλγαρία, να επιβληθεί διεθνώς και να προσπαθούμε εμείς σήμερα να αποδείξουμε πως δεν είμαστε ελέφαντες!… Πως Μακεδόνες είναι μόνο οι Έλληνες της Μακεδονίας, πως η Μακεδονία είναι Ελλάδα, πως η Μακεδονική γλώσσα δεν είναι άλλη από την Ελληνική τού μακεδονικού χώρου κ.λπ.

Κι ας μη ξεχνάμε πως τα θέματα αυτά είναι ακόμη παλιότερα. Ξεκινούν από αμφισβητήσεις της ελληνικότητας της αρχαίας μακεδονικής γλώσσας και των αρχαίων Μακεδόνων είτε από καθαρώς στρατευμένες θέσεις, όπως τού Weigand και τού βούλγαρου Kazaroff, είτε και από καλόπιστες, λιγότερο ή περισσότερο ακραίες, επιστημονικές θέσεις. Έτσι οι αρχές τού αιώνα μας βρίσκουν τον Γεώργιο Χατζιδάκι να αγωνίζεται στη διεθνή επιστημονική κονίστρα για την ελληνικότητα τής (αρχαίας) Μακεδονικής, με σθεναρό «ξυμμαχητήν» τον γερμανό Otto Hoffmann και άλλους. Μισό αιώνα αργότερα ο ιστορικός και γλωσσολόγος καθηγητής Ιωάννης Καλλέρης με ένα δίτομο «έργο ζωής» που επιγράφεται Les anciens Macedonies. Etude linguistique et historique (α’ τόμ. 1954, β’ τόμ. 1974, έκδοση τού Γαλλικού Ινστιτούτου) θα κλείσει οριστικά το θέμα της ελληνικότητας των αρχαίων Μακεδόνων, εξετάζοντας και συζητώντας εξαντλητικά —και αποστομωτικά— μία-μία τις μαρτυρίες και τα αντεπιχειρήματα που διατυπώθηκαν από την πρώτη εμφάνιση του ζητήματος  μέχρι της εκδόσεως του μνημειώδους αυτού έργου.

Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο στη «μακεδονικότητα» των Σκοπίων και άλλων γειτόνων μας πρέπει να αντιτάξουμε τον γνήσιο επιστημονικό λόγο. Παντού, και κυρίως στο εξωτερικό, περισσότερο παρά στην Ελλάδα. Δεν έχουμε να κάνουμε τίποτε παραπάνω, από το να πούμε την αλήθεια και να περιγράψουμε τα γεγονότα. Αιώνες, άλλωστε, απολογούμεθα σ’ αυτή τη γωνιά της γης για τα αυτονόητα και αγωνιζόμαστε γι’ αυτά που
μας ανήκουν.

Βήμα , Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 1992

Το είδαμε στο:  http://history-of-macedonia.com